Who judges the judgemen?
Λάβαμε από τον φίλο Βασίλη Μενεκλή την εξής (ηλεκτρονική) επιστολή την οποία και δημοσιεύουμε, μαζί με κάποιες απαντήσεις:
Διάβασα κάποτε ότι "Αν ζούσες τη δεκαετία του 60 και τη θυμάσαι, τότε δεν την έζησες." Την πρώτη φορά που διάβασα αυτόν το χαριτωμένο αφορισμό μου ξύπνησε ένα αίσθημα γλυκιάς ζήλιας επειδή δε είχα ζήσει στα sixties. Επειδή όμως πολύ φοβάμαι ότι αν όντως ζούσα τότε, δε θα θυμόμουν τίποτα από όλα εκείνα προτιμώ να τα "θυμάμαι" τώρα και να μαθαίνω. Μέσα σε όλα αυτά που έμαθα από τη δεκαετία του 60 ξεχωρίζω ως, προσωπικά, σημαντικότερο τον προβληματισμό που μου γέννησε για την κριτική του κινηματογράφου.
Από το προοδευτικό ρεύμα που κατέκλυσε το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης τη δεκαετία εκείνη και επηρέασε εξελίξεις από τον κινηματογράφο και το θέατρο μέχρι τη μαγειρική προέκυψε μία πρωτοπόρα άποψη για τη λογοτεχνική κριτική. Στηριζόμενη κυρίως σε θέσεις των Derrida και Barthes η nouvelle critique προσπάθησε να ξανα-ορίσει την ιδιότητα του κριτικού λογοτεχνίας καθώς και τη σχέση αυτού με το κείμενο και το συγγραφέα υποστηρίζοντας πως το νόημα ενός κειμένου δεν περιορίζεται από τις προθέσεις του συγγραφέα, αλλά επαναδημιουργείται κάθε φορά μέσα από την πράξη της ανάγνωσης. Η καινοτόμα αυτή άποψη έστρεφε το ενδιαφέρον της ανάλυσης του κειμένου από το συγγραφέα και τις αρχικές του προθέσεις στον αναγνώστη και την ερμηνεία που εκείνος δίνει στο κείμενο σε κάθε του ανάγνωση. Το νόημα του κειμένου, πρότειναν οι υποστηρικτές της nouvelle critique, δεν είναι δεδομένο κατά τη δημιουργία του από το συγγραφέα, αλλά δίνεται και ξαναδίνεται από τον αναγνώστη κάθε φορά που το διαβάζει.
Επιτρέψτε μου τώρα να επιχειρήσω μια μεταφορά. Επιθυμώ να εστιάσω όχι στο λογοτεχνικό κείμενο αλλά στο κινηματογραφικό δημιούργημα. Με αυτόν τον τρόπο θα εμπνευστώ από τις ιδέες τις nouvelle critique για να προτείνω προβληματισμούς, ελπίζω, δημιουργικούς πάνω στην κριτική του κινηματογράφου. Άλλωστε το λογοτεχνικό κείμενο και το κινηματογραφικό έργο παρουσιάζουν εννοιολογικές και δομικές ομοιότητες οι οποίες κάλλιστα υποστηρίζουν κάτι τέτοιο. Η μεταφορά αυτή δεν είναι καθόλου πρωτότυπη (τουναντίον μάλιστα) αλλά θεωρώ ότι μεθοδολογικά μπορεί να προκύψει ιδιαίτερα χρήσιμη σε συνδυασμό με την πρωτοπόρα σκέψη της nouvelle critique. Γι' αυτό το λόγο παραθέτω μερικά από τα ήδη γνωστά επιχειρήματα που την υποστηρίζουν. Κατ' αρχάς και τα δύο δημιουργήματα αποτελούν μια καλλιτεχνική δημιουργική έκφραση. Η έκφραση αυτή μπορεί να πραγματοποιείται με την πιο ρεαλιστική αφήγηση ή με την πιο ευφάνταστη μυθοπλασία και συνήθως υιοθετεί τη μορφή μιας ιστορίας. Και τα δύο αποτελούν αρκετά διαδεδομένο μέσο καλλιτεχνικής δημιουργίας ενώ παράλληλα αντιμετωπίζουν ευρεία αποδοχή από το κοινό. Στις ορθόδοξες υλοποιήσεις τους ακολουθούν μια δοσμένη δομή, έχοντας πρόλογο, κυρίως θέμα και επίλογο (αν και στην εποχή μας πολλοί καλλιτέχνες και στα δύο πεδία τείνουν να πρωτοτυπήσουν αλλάζοντας τη σειρά των τριών αυτών μερών, κάτι που τελικά προκύπτει ως μια ακόμα ομοιότητα μεταξύ τους). Τέλος αξίζει να υπενθυμίσω πως κάθε σοβαρό κινηματογραφικό έργο στηρίζεται σε ένα σενάριο το οποίο έχει αρχικά αποδοθεί με τη μορφή ενός κειμένου.
Στην απορία μου "Ποιός είναι ο ρόλος του κριτικού κινηματογράφου και το καθήκον του απέναντι στο δημιουργό, στο δημιούργημα, αλλά πολύ περισσότερο στο κοινό;" μπορώ να απαντήσω υιοθετώντας αυτή τη μεταφορά και ακολουθώντας τη συλλογιστική της nouvelle critique. Είναι περιοριστικό να αναζητάμε το κρυμμένο μήνυμα του καλλιτέχνη μέσα στο (ή από το) δημιούργημα. Το κινηματογραφικό έργο (όπως και κάθε έργο τέχνης γενικά) παίρνει το νόημά του μέσω της ερμηνείας του θεατή του. Ο καλλιτέχνης ό,τι είχε να "δηλώσει" το έκανε τη στιγμή της δημιουργίας, από τότε και μετά το έργο παίρνει νόημα σε κάθε του "ανάγνωση". Η διαδικασία της "απόδοσης" νοήματος δεν είναι ελεγχόμενη από το θεατή σε συνειδητό επίπεδο, στην πρώτη της τουλάχιστον φάση. Δεδομένων συγκυριακών παραμέτρων όπως είναι η ψυχολογία του εκείνη τη στιγμή, αλλά και βαθύτερων επιρροών όπως οι εμπειρίες του, το εννοιολογικό οικοδόμημα των αξιών και των ιδεών του, καθώς ο θεατής "διαβάζει" το έργο γίνεται συγχρόνως και ερμηνευτής του νοήματός του. Σε επόμενη φάση και με πιο συνειδητή σκέψη ένας συνεπής θεατής ενδέχεται να πασχίσει να δομήσει μέσα του μια πιο ολοκληρωμένη ερμηνεία. Σε κάθε περίπτωση όμως η βάση για τη διαδικασία αυτή γίνεται ασυνείδητα τη στιγμή της "ανάγνωσης". Είναι λοιπόν άστοχο να ζητάμε από έναν άλλο θεατή (όσο καταρτισμένος και ενημερωμένος και αν είναι) να ερμηνεύσει το έργο στη θέση μας. Είναι όμως πιο ξεκούραστο για τους περισσότερους. Η ερμηνευτική αυθεντικότητα και δημιουργία του καθενός μας θυσιάζεται στο όνομα της νωχελικότητας που μας χαρακτηρίζει σε μεγάλο μέρος της ζωής μας.
Οι σημερινοί κριτικοί κινηματογράφου έρχονται να ερμηνεύσουν τις ταινίες για χάρη μας και τις περισσότερες φορές να τις αξιολογήσουν τελικά. Για την ερμηνεία ανατρέχουν σε πληροφορίες για τη ζωή του καλλιτέχνη, την ψυχολογική του κατάσταση την περίοδο της δημιουργίας, τις ερωτικές και φιλικές του σχέσεις. Ο τελικός σκοπός είναι να βρουν, μέσω μιας άτυπης ιστορικής, κοινωνικής και ψυχολογικής μελέτης του καλλιτέχνη και του περιβάλλοντός του, "τι θέλει να πει ο ποιητής". Στην ουσία αυτό που επιτυγχάνουν είναι να ερμηνεύσουν με ένα δικό τους τρόπο τη διαδικασία της δημιουργίας και να μας την προσφέρουν ως μια "αντικειμενική αλήθεια". Η ερμηνεία αυτή δεν είναι άχρηστη, αρκεί να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από μια ακόμα άποψη ενός ακόμα ερμηνευτή/θεατή. Είναι τόσο χρήσιμη όσο και του διπλανού μας, όσο και η δική μας. Μάλιστα πολλές φορές η άποψη ενός εμπεριστατωμένου και συνεπούς θεατή μπορεί να αποδειχθεί πιο χρήσιμη από αυτή ενός έμπειρου επαγγελματία κριτικού διότι είναι απελευθερωμένη από επαγγελματικές υποχρεώσεις και προθεσμίες. Ένας θεατής εφόσον έχει δημιουργήσει μια σαφή άποψη, τη μοιράζεται, εάν όχι δεν πειράζει, ο επαγγελματίας κριτικός είναι δεσμευμένος να "παράγει" την άποψή του για κάθε ταινία.
Η δική μου πρόταση με βάση την άποψη που παραπάνω παρουσιάζω είναι να αποσυνδεθεί ο ρόλος του κριτικού κινηματογράφου από τους ρόλους του ερμηνευτή και του αξιολογητή. Οι παιδευμένοι κινηματογραφικά άνθρωποι, αυτοί που με συνέπεια, υπευθυνότητα και μεράκι έχουν ασχοληθεί με την έβδομη τέχνη θα μπορούσαν να είναι χρησιμότεροι απασχολώντας την πένα τους για να αφυπνίσουν το ερμηνευτικό αισθητήριο του κοινού και να αναλύσουν κάθε ταινία αναγνωρίζοντας και αξιοποιώντας την υποκειμενικότητα της θέσης τους. Γιατί να έχουμε καθοδηγητές ενώ θα μπορούσαμε να είμαστε όλοι συνοδοιπόροι;
Από το προοδευτικό ρεύμα που κατέκλυσε το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης τη δεκαετία εκείνη και επηρέασε εξελίξεις από τον κινηματογράφο και το θέατρο μέχρι τη μαγειρική προέκυψε μία πρωτοπόρα άποψη για τη λογοτεχνική κριτική. Στηριζόμενη κυρίως σε θέσεις των Derrida και Barthes η nouvelle critique προσπάθησε να ξανα-ορίσει την ιδιότητα του κριτικού λογοτεχνίας καθώς και τη σχέση αυτού με το κείμενο και το συγγραφέα υποστηρίζοντας πως το νόημα ενός κειμένου δεν περιορίζεται από τις προθέσεις του συγγραφέα, αλλά επαναδημιουργείται κάθε φορά μέσα από την πράξη της ανάγνωσης. Η καινοτόμα αυτή άποψη έστρεφε το ενδιαφέρον της ανάλυσης του κειμένου από το συγγραφέα και τις αρχικές του προθέσεις στον αναγνώστη και την ερμηνεία που εκείνος δίνει στο κείμενο σε κάθε του ανάγνωση. Το νόημα του κειμένου, πρότειναν οι υποστηρικτές της nouvelle critique, δεν είναι δεδομένο κατά τη δημιουργία του από το συγγραφέα, αλλά δίνεται και ξαναδίνεται από τον αναγνώστη κάθε φορά που το διαβάζει.
Επιτρέψτε μου τώρα να επιχειρήσω μια μεταφορά. Επιθυμώ να εστιάσω όχι στο λογοτεχνικό κείμενο αλλά στο κινηματογραφικό δημιούργημα. Με αυτόν τον τρόπο θα εμπνευστώ από τις ιδέες τις nouvelle critique για να προτείνω προβληματισμούς, ελπίζω, δημιουργικούς πάνω στην κριτική του κινηματογράφου. Άλλωστε το λογοτεχνικό κείμενο και το κινηματογραφικό έργο παρουσιάζουν εννοιολογικές και δομικές ομοιότητες οι οποίες κάλλιστα υποστηρίζουν κάτι τέτοιο. Η μεταφορά αυτή δεν είναι καθόλου πρωτότυπη (τουναντίον μάλιστα) αλλά θεωρώ ότι μεθοδολογικά μπορεί να προκύψει ιδιαίτερα χρήσιμη σε συνδυασμό με την πρωτοπόρα σκέψη της nouvelle critique. Γι' αυτό το λόγο παραθέτω μερικά από τα ήδη γνωστά επιχειρήματα που την υποστηρίζουν. Κατ' αρχάς και τα δύο δημιουργήματα αποτελούν μια καλλιτεχνική δημιουργική έκφραση. Η έκφραση αυτή μπορεί να πραγματοποιείται με την πιο ρεαλιστική αφήγηση ή με την πιο ευφάνταστη μυθοπλασία και συνήθως υιοθετεί τη μορφή μιας ιστορίας. Και τα δύο αποτελούν αρκετά διαδεδομένο μέσο καλλιτεχνικής δημιουργίας ενώ παράλληλα αντιμετωπίζουν ευρεία αποδοχή από το κοινό. Στις ορθόδοξες υλοποιήσεις τους ακολουθούν μια δοσμένη δομή, έχοντας πρόλογο, κυρίως θέμα και επίλογο (αν και στην εποχή μας πολλοί καλλιτέχνες και στα δύο πεδία τείνουν να πρωτοτυπήσουν αλλάζοντας τη σειρά των τριών αυτών μερών, κάτι που τελικά προκύπτει ως μια ακόμα ομοιότητα μεταξύ τους). Τέλος αξίζει να υπενθυμίσω πως κάθε σοβαρό κινηματογραφικό έργο στηρίζεται σε ένα σενάριο το οποίο έχει αρχικά αποδοθεί με τη μορφή ενός κειμένου.
Στην απορία μου "Ποιός είναι ο ρόλος του κριτικού κινηματογράφου και το καθήκον του απέναντι στο δημιουργό, στο δημιούργημα, αλλά πολύ περισσότερο στο κοινό;" μπορώ να απαντήσω υιοθετώντας αυτή τη μεταφορά και ακολουθώντας τη συλλογιστική της nouvelle critique. Είναι περιοριστικό να αναζητάμε το κρυμμένο μήνυμα του καλλιτέχνη μέσα στο (ή από το) δημιούργημα. Το κινηματογραφικό έργο (όπως και κάθε έργο τέχνης γενικά) παίρνει το νόημά του μέσω της ερμηνείας του θεατή του. Ο καλλιτέχνης ό,τι είχε να "δηλώσει" το έκανε τη στιγμή της δημιουργίας, από τότε και μετά το έργο παίρνει νόημα σε κάθε του "ανάγνωση". Η διαδικασία της "απόδοσης" νοήματος δεν είναι ελεγχόμενη από το θεατή σε συνειδητό επίπεδο, στην πρώτη της τουλάχιστον φάση. Δεδομένων συγκυριακών παραμέτρων όπως είναι η ψυχολογία του εκείνη τη στιγμή, αλλά και βαθύτερων επιρροών όπως οι εμπειρίες του, το εννοιολογικό οικοδόμημα των αξιών και των ιδεών του, καθώς ο θεατής "διαβάζει" το έργο γίνεται συγχρόνως και ερμηνευτής του νοήματός του. Σε επόμενη φάση και με πιο συνειδητή σκέψη ένας συνεπής θεατής ενδέχεται να πασχίσει να δομήσει μέσα του μια πιο ολοκληρωμένη ερμηνεία. Σε κάθε περίπτωση όμως η βάση για τη διαδικασία αυτή γίνεται ασυνείδητα τη στιγμή της "ανάγνωσης". Είναι λοιπόν άστοχο να ζητάμε από έναν άλλο θεατή (όσο καταρτισμένος και ενημερωμένος και αν είναι) να ερμηνεύσει το έργο στη θέση μας. Είναι όμως πιο ξεκούραστο για τους περισσότερους. Η ερμηνευτική αυθεντικότητα και δημιουργία του καθενός μας θυσιάζεται στο όνομα της νωχελικότητας που μας χαρακτηρίζει σε μεγάλο μέρος της ζωής μας.
Οι σημερινοί κριτικοί κινηματογράφου έρχονται να ερμηνεύσουν τις ταινίες για χάρη μας και τις περισσότερες φορές να τις αξιολογήσουν τελικά. Για την ερμηνεία ανατρέχουν σε πληροφορίες για τη ζωή του καλλιτέχνη, την ψυχολογική του κατάσταση την περίοδο της δημιουργίας, τις ερωτικές και φιλικές του σχέσεις. Ο τελικός σκοπός είναι να βρουν, μέσω μιας άτυπης ιστορικής, κοινωνικής και ψυχολογικής μελέτης του καλλιτέχνη και του περιβάλλοντός του, "τι θέλει να πει ο ποιητής". Στην ουσία αυτό που επιτυγχάνουν είναι να ερμηνεύσουν με ένα δικό τους τρόπο τη διαδικασία της δημιουργίας και να μας την προσφέρουν ως μια "αντικειμενική αλήθεια". Η ερμηνεία αυτή δεν είναι άχρηστη, αρκεί να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από μια ακόμα άποψη ενός ακόμα ερμηνευτή/θεατή. Είναι τόσο χρήσιμη όσο και του διπλανού μας, όσο και η δική μας. Μάλιστα πολλές φορές η άποψη ενός εμπεριστατωμένου και συνεπούς θεατή μπορεί να αποδειχθεί πιο χρήσιμη από αυτή ενός έμπειρου επαγγελματία κριτικού διότι είναι απελευθερωμένη από επαγγελματικές υποχρεώσεις και προθεσμίες. Ένας θεατής εφόσον έχει δημιουργήσει μια σαφή άποψη, τη μοιράζεται, εάν όχι δεν πειράζει, ο επαγγελματίας κριτικός είναι δεσμευμένος να "παράγει" την άποψή του για κάθε ταινία.
Η δική μου πρόταση με βάση την άποψη που παραπάνω παρουσιάζω είναι να αποσυνδεθεί ο ρόλος του κριτικού κινηματογράφου από τους ρόλους του ερμηνευτή και του αξιολογητή. Οι παιδευμένοι κινηματογραφικά άνθρωποι, αυτοί που με συνέπεια, υπευθυνότητα και μεράκι έχουν ασχοληθεί με την έβδομη τέχνη θα μπορούσαν να είναι χρησιμότεροι απασχολώντας την πένα τους για να αφυπνίσουν το ερμηνευτικό αισθητήριο του κοινού και να αναλύσουν κάθε ταινία αναγνωρίζοντας και αξιοποιώντας την υποκειμενικότητα της θέσης τους. Γιατί να έχουμε καθοδηγητές ενώ θα μπορούσαμε να είμαστε όλοι συνοδοιπόροι;