20/4/10

Ολομόναχοι μαζί (Kim Ki Duk, 2005)

Το είχα δει όταν είχε βγει σε ένα από τα κλασικά συνοικιακά σινεμά στο Παρίσι. Δεν θυμάμαι πια με ποιον ήμουν, θυμάμαι τη γλυκιά γεύση που μου είχε αφήσει, καθώς και πολλές σκηνές από την ταινία. Μεγαλώνοντας, όλο και περισσότερο ξεχνάω τις ταινίες που βλέπω. Μετά από λίγες μέρες, δεν θυμάμαι τίποτα. Έτσι, οι ταινίες που μου μένουν χαραγμένες στη μνήμη, είναι συνήθως αυτές που έχουν να πουν και να δείξουν κάτι διαφορετικό. Το άλλο που θυμάμαι από εκείνη την προβολή, ήταν ότι κάτι είχε συμβεί και χάσαμε το τέλος. Δευτερόλεπτα ίσως, αλλά rewind δεν έπαιζε και έτσι μείναμε να φανταζόμαστε πώς ήταν το τέλος.
Πετυχαίνοντας λοιπόν χθες στην τηλεόραση το Ολομόναχοι μαζί, αποφάσισα να το ξαναδώ. Και γοητεύτηκα ξανά από μια διαφορετική ερωτική ιστορία, ανάμεσα σε δύο πρωταγωνιστές που δεν μιλούν ποτέ. Αντίθετα από τo A scene at the sea του Kitano, που πάλι είχαμε μια βωβή ερωτική ιστορία, εδώ οι ήρωες δεν είναι κωφάλαλοι, ή τουλάχιστον δεν το μαθαίνουμε στην εξέλιξη της ταινίας, επιλέγουν να μην μιλάνε ή δεν χρειάζεται να μιλάνε. Είναι και αυτό στο πλαίσιο της zen αντίληψης του κόσμου που προβάλλει ο Κιμ Κι Ντουκ. Το σενάριο είναι ένα καλοσχεδιασμένο zen παραμύθι, με τις επαναλήψεις του, τους κύκλους και τις ανατροπές του, με τους χαρακτήρες άρρηκτα συνδεδεμένους μεταξύ τους, σε μια αλυσίδα όπου οποιαδήποτε κίνηση επηρεάζει τους υπόλοιπους.
Ο ήρωας περνάει το χρόνο του μπαίνοντας σε σπίτια αγνώστων. Σε ένα από αυτά θα συναντήσει μια δυστυχισμένη σύζυγο, που θα φύγει από το σπίτι της και θα τον ακολουθήσει. Μολονότι κάποια στιγμή ο ήρωας φαίνεται να τιμωρείται για τις πράξεις του, μέσα από την τιμωρία και τον εγκλεισμό, μέσα από την επιθυμία του για μία γυναίκα, θα εξαϋλωθεί, θα μετατραπεί σε γιόγκι ή σε φάντασμα για να ξαναβρεί την αγαπημένη του. Είδα λοιπόν και το τέλος, στιγμή μοναδικής ομορφιάς, ένα αγκαλιασμένο ζεύγος μηδενικού βάρους. Μέσα από τον πόνο και την τιμωρία, η σοφία, η αρμονία και η κατάκτηση του απόλυτου. Όλα υπάρχουν για κάποιο λόγο σε αυτή την ταινία, ίσως αν ήξερα κάτι παραπάνω από ασιατική κουλτούρα να μπορούσα να πω για τα αντικείμενα, για τα ντεκόρ, για τη φιλοσοφία, μένω στην ομορφιά και στην απλότητα, στις εικόνες όπου τα λόγια δεν είναι απαραίτητα.
M.M.

7/3/10

Χρυσόσκονη (Μαργαρίτα Μαντά, 2010)


Η Χρυσόσκονη είναι μια ταινία για την Αθήνα, εμπνευσμένη από τη ζωή στην Αθήνα, από τις μεταλλάξεις της, από την αγάπη γι' αυτή την πόλη που γίνεται όλο και πιο αβίωτη. Χάνεται ο ζωτικός χώρος, εκλείπουν τα σημεία αναφοράς και οι κάτοικοί της πελαγοδρομούν συμβάλλοντας στον απάνθρωπο χαρακτήρα της.
Τρία αδέρφια (ο Αργύρης Ξάφης, η Μάνια Παπαδημητρίου και η Άννα Μάσχα) κληρονομούν μετά το θάνατο των γονιών τους μια μονοκατοικία στο κέντρο της Αθήνας και βρίσκονται μπροστά στο δίλημμα: να την κρατήσουν ή να την δώσουν αντιπαροχή. Ο ένας χρειάζεται τα χρήματα, η άλλη δεν θέλει να ξεπουλήσει τις αναμνήσεις της, η τρίτη αμφιταλαντεύεται. Μέσα από την ιστορία των τριών αδερφών, η Μαργαρίτα Μαντά μας βυθίζει σε μια περιπλάνηση στην Αθήνα και εκφράζει την αγωνία της για λίγο ζωτικό χώρο σε μια πόλη που συντρίβει το βιωμένο παρελθόν της.

Συναντήσαμε τη Μαργαρίτα Μαντά και μας ξενάγησε στην Αθήνα της ταινίας της, που παίζεται ίσως για λίγες μέρες ακόμα στο Odeon Kosmopolis.

Μια μονοκατοικία στην Κυψέλη…

Πέρα από το γεγονός ότι μένω στην Κυψέλη και την γνωρίζω πολύ καλά, ήταν η γειτονιά που αναδεικνύει με απαράμιλλο τρόπο το θέμα της ταινίας, τη μετάλλαξη της πόλης και τον αφανισμό του παρελθόντος. Πρόλαβε την ένδοξη εποχή της Κυψέλης, όταν έμοιαζε με το σημερινό Κολωνάκι, και δεν μπορεί παρά να την εκπλήσσει η εικόνα που αντικρίζει σήμερα, με την έλλειψη πεζοδρομίων, με το θόρυβο, τα νεοκλασικά που μαραζώνουν ανάμεσα στις πολυκατοικίες, την πλήρη αλλοίωση του κοινωνικού ιστού της περιοχής. Μέσα σε είκοσι χρόνια μετατράπηκε σε κάτι εντελώς διαφορετικό. Ήταν η ιδανική γειτονιά για την μονοκατοικία των πρωταγωνιστών, βγάζει τη χυδαία εικόνα της Αθήνας.

Μια γειτονιά που αντιστέκεται...

Είναι ο ομφαλός της πόλης, το πιο ζωντανό κομμάτι της. Είτε πρόκειται για δουλειά, είτε για διασκέδαση, είναι τις περισσότερες φορές ο τόπος συνάντησης. Τρεις μέρες πριν τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, κάναμε γυρίσματα στην οδό Μεσολογγίου, στον τόπο της δολοφονίας. Μετά από το συμβάν, κανείς από το συνεργείο δεν μπορούσε να δει τον κόσμο όμως πριν. Τα Εξάρχεια συμβολίζουν την αντίσταση στη μετάπλαση, στη διαρκή προσπάθεια της πολιτείας για γκετοποίηση.

Εικόνες από την παιδική ηλικία

Εκεί μεγάλωσα, στο Φιλοπάππου έπαιξα σαν παιδί, ακόμα επιστρέφω όταν θέλω να ηρεμήσω και κάνω την αγαπημένη μου διαδρομή. Νιώθω κάθε φορά σαν να γυρνάω στο χωριό μου. Και αυτή η περιοχή απεικονίζει τη μετάλλαξη της πόλης με τα θετικά και τα αρνητικά της, αφενός με τη μετάπλαση της Διον. Αρεοπαγίτου στον ομορφότερο πεζόδρομο της Ευρώπης, αφετέρου με το Μουσείο της Ακρόπολης και τις κουβέντες που έφερε, καθώς και την εξωφρενική απαίτηση κατεδάφισης δύο εκ των ωραιότερων πολυκατοικιών της πόλης, στην οποία οι πολίτες της Αθήνας είχαν κάθε λόγο να αντισταθούν.

Η περιπλάνηση στην πόλη

Υπάρχει μία σεκάνς που αποτυπώνει τα διάφορα αταίριαστα πρόσωπα της πόλης. Ο Αργύρης Ξάφης μας οδηγεί από τη Βωβούπολη στο Μεταξουργείο και από την Ομόνοια στην Κουμουνδούρου, απλώνεται στον ιστό της πόλης που αντικατοπτρίζει τις ψυχικές μεταπτώσεις του ήρωα. Εγώ προτιμάω να περπατάω και βλέποντας τριγύρω μου σκέφτομαι, βρίσκω λύσεις για τα προβλήματά μου.

Μετάπλαση και πόλη-μουσείο

Δεν θέλω μια πόλη μουσείο, αλλά μια πόλη όπου είναι φανερή η πάλη του παλιού με το καινούριο. Ο πολιτιστικός άξονας της Πειραιώς, το Μουσείο Μπενάκη, το Μετρό, ο Ηλεκτρικός είναι έργα που άλλαξαν την εικόνα της πόλης προς το καλύτερο. Ιδιαίτερα η διαδρομή του τρένου από το Θησείο στον Πειραιά είναι για μένα σαν να αντικαθιστά τα ποτάμια που υπήρχαν κάποτε στην Αθήνα, σαν να βγάζει την πόλη στη θάλασσα. Και μια μικρή αποκάλυψη: από αυτή την αγάπη για το τρένο προέκυψε και το θέμα του επόμενου σεναρίου μου.
ΜΜ
(Η συνέντευξη έγινε για την Athens Voice)

3/2/10

Αποδομώντας την ελληνική οικογένεια

Όσο σκέφτομαι τις δύο φετινές αποκαλύψεις του ελληνικού σινεμά, τον Κυνόδοντα και τη Στρέλλα, διαπιστώνω (όπως φαντάζομαι όποιος τις είδε) ότι κεντρικό θέμα είναι η ελληνική οικογένεια. Προβάλλοντας δύο ακραίες και υποθετικές περιπτώσεις οικογενειών, ο Λάνθιμος και ο Κούτρας αμφισβητούν το κυρίαρχο πατριαρχικό μοντέλο οικογένειας. Στον Κυνόδοντα, πρόκειται για μια οικογένεια που κρατάει έγκλειστα τα παιδιά της, χωρίς καμία επαφή με τον έξω κόσμο, μέχρις ότου ο έξω κόσμος καταφέρει να διεισδύσει μοιραία στο σπίτι. Η τρανσέξουαλ Στρέλλα είναι μια σύγχρονη μορφή τραγικού ήρωα, που εκδικείται τον πατέρα της αλλάζοντας φύλο. Ασφαλώς δεν μπορούμε να εκλάβουμε τις δύο αυτές περιπτώσεις ως πραγματικά μοντέλα οικογένειας, αφού το παράδειγμα του Λάνθιμου εκφέρεται εμφανώς σαν ένα πείραμα και σαν μία υπόθεση εργασίας, ενώ το παράδειγμα του Κούτρα δεν προβάλλεται ως πρότυπο, αλλά σαν μια σύγχρονη τραγωδία με αίσιο τέλος, που ασκεί παράλληλα κριτική σε μια υποκριτική κοινωνία στα πρόθυρα νευρικής κρίσεως.
Το σίγουρο είναι ότι και οι δύο δημιουργοί επιδεικνύουν ιδιαίτερη τόλμη στα θέματά τους. Στον μεν Κυνόδοντα μπαίνουμε στον πειρασμό να βρούμε αλληγορίες και συμβολισμούς που παραπέμπουν σε πραγματικά χαρακτηριστικά της υστερικής και υπερπροστατευτικής ελληνικής οικογένειας, που κρατάει τα παιδιά της έγκλειστα σε ένα αποστειρωμένο και ασφαλές περιβάλλον, τα προστατεύει από τους κινδύνους και την ανάμιξη με τον εξωτερικό κόσμο, πετυχαίνοντας φυσικά τα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Αναπόφευκτα μου έρχεται στο μυαλό η αυξανόμενη επιθυμία των Ελλήνων γονέων να στείλουν τα τέκνα τους στα ιδιωτικά σχολεία, με τους αδιαπέραστους τοίχους και τα συρματοπλέγματα, μην τυχόν αναμειχθούν με μετανάστες, μην τυχόν προσβληθούν από τη βία και τα ναρκωτικά, αλλά στην πραγματικότητα βρίσκονται αντιμέτωπα με την ακραία έκφανση όλων αυτών. Στη Στρέλλα πάλι, ο Κούτρας αφήνει πίσω την παρωδία και τα δράματα της show business, για να μας προβάλλει τον ανεστραμμένο κόσμο των τρανς όπως μόνο αυτός θα μπορούσε να το κάνει. Η γνώση αυτού του αφανούς κόσμου, της Αθήνας από τα κάτω, δίνει στην ιστορία του μοναδική αυθεντικότητα, όσο ακραία και αν είναι τα δεδομένα της. Δεν θέλει όμως να κλείσει με την υπέροχη εικόνα της πρωταγωνίστριας υπό τους ήχους της Κάλλας. Θέλει να δείξει την ανεστραμμένη εικόνα του viewmaster, με μια εναλλακτική εικόνα ευτυχίας που απειλεί τα θεμέλια του κυρίαρχου μοντέλου οικογένειας. Δεν φτάνει στο σημείο να προτείνει ένα άλλο, συγκεκριμένο μοντέλο, αλλά μας θυμίζει πόση στοργή και πόσος πόνος υπάρχει σε αυτόν τον κόσμο που εμείς βάζουμε στο περιθώριο.
Μπορούμε ξεκάθαρα να μιλήσουμε για μια τάση του φετινού ελληνικού σινεμά: να αναδείξει τις ρωγμές του κυρίαρχου μοντέλου οικογένειας. Ακόμα και στη Νήσο, τηλεοπτικών προδιαγραφών κωμωδία (που μυστηριωδώς έχει περάσει τα εισιτήρια του Avatar και ως ταινία δεν θα έπρεπε καν να την αναφέρω μαζί με τις άλλες δύο), η ιστορία του ομοφυλόφιλου γιου με τον παραδοσιακό μπάτσο πατέρα ανήκει στην ίδια τάση, χωρίς φυσικά να έχει τίποτα από την οξυδέρκεια, την ευαισθησία και πάνω απ’ όλα το κινηματογραφικό ταλέντο του Κούτρα και του Λάνθιμου. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Λάνθιμος ανήκει στους σκηνοθέτες που αποφάσισε να επιχορηγήσει το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, μέσω του προγράμματος Ορίζοντες, για την επόμενη ταινία του Άλπεις. Πρωταγωνίστρια θα είναι μια νυχτερινή νοσηλεύτρια σε κάποιο νοσοκομείο η οποία, έναντι χρηματικής αμοιβής, προσφέρεται σε ανθρώπους που έχουν χάσει κοντινά τους πρόσωπα και αντικαθιστά τους νεκρούς στις καθημερινές τους σχέσεις με τους αγαπημένους τους. Η μυστική ομάδα στην οποία ανήκει ονομάζεται «Άλπεις». Όπως έλεγε ο Τζούμας το πρωί στο ραδιόφωνο «Δεν θυμίζει θέμα ιαπωνικής ταινίας;» Πράγματι. Μαζί του επιχορηγείται η ταινία «Τ' άστρα στο νησί» των Μαρία Λάφη και Ταάβι Βάρτια.
Μ.Μ. (από athensvoice.gr)


19/1/10

Avatar (James Cameron, 2009)


Αποτελεί το Avatar το μέλλον του κινηματογράφου ; Τον τελευταίο καιρό κατά τον οποίο η εντυπωσιακή υπερπαραγωγή του τελειοθήρα -ήδη από την εποχή του The Abyss (1989)- James Cameron σαρώνει τα box-office, ουκ ολίγες φορές έχουμε ακούσει ή διαβάσει το παραπάνω ερώτημα.


Καταρχάς να σημειωθεί το αυτονόητο : από τεχνολογικής άποψης ο Καναδός σκηνοθέτης κατορθώνει να δώσει σε μια κινηματογραφική τεχνική ηλικίας περίπου 60 χρόνων μια εντελώς νέα διάσταση. Αναντίρρητα επομένως το Avatar αποτελεί μια καινούργια σελίδα στην ιστορία του ψηφιακού κινηματογράφου. Κατά μιά κάποια αναλογία, όπως οι πρώτες ταινίες ήχου ή οι έγχρωμες εντυπωσίαζαν το κοινό με τις νέες τους τεχνικές -πολύ συχνά ανεξάρτητα απ’αυτή καθεαυτή την ταινία-, έτσι και το Avatar δίνει την αίσθηση στον θεατή ότι παρακολουθεί κάτι το μοναδικά καινοτόμο το οποίο ουδεμία σχέση έχει με τη χρήση του 3D μέχρι σήμερα. Και έτσι είναι. Αν οι περισσότερες ταινίες του είδους προσπαθούν να « εξαγάγουν » τις εικόνες από την οθόνη στην αίθουσα, το Avatar αντίθετα βάζει το θεατή μέσα σε αυτές. Το πιο πιθανό είναι ότι σε μερικά χρόνια, ο πολύχρωμος και εκθαμβωτικός τρισδιάστατος κόσμος του Cameron θα θεωρείται ξεπερασμένος μπροστά στις νέες και εξελιγμένες χρήσεις της τεχνολογίας και του 3D format. Αλλά αν η εν λόγω τεχνική είναι, όπως φαίνεται, το μέλλον του εμπορικού –τουλάχιστον-κινηματογράφου, το Avatar θα αποτελεί σίγουρα μια ταινία-αναφορά αυτής της νέας εποχής. Καλής ή κακής είναι θέμα γούστου.


Με έντονες αναφορές στο αμερικάνικο ιμπεριαλιστικό παρελθόν και μέλλον, περνώντας από την εποχή των Ινδιάνων και το Βιετνάμ, o Cameron εκμοντερνίζει την ιστορία της Pocahontas και μας μεταφέρει σε έναν ολόδικό του και εντυπωσιακό οπτικά νέο κόσμο, τον επικίνδυνο αλλά πλούσιο σε φυσικά κοιτάσματα πλανήτη Pandora. Εκεί, οι πολύ « κακοί » μισθοφόροι μιας ιδιωτικής εταιρείας, προσπαθούν να εκδιώξουν τους ιθαγενείς με μόνο σκοπό το κέρδος. Και κάπως έτσι προχωρά η ταινία, μανιχαϊστικά και με αρκετά κλισέ. Οι « κακοί » (Αμερικανοί μεν, ιδιώτες δε) είναι πολύ κακοί, οι « καλοί » πολύ καλοί, ο ήρωας σαν τον Dances with the wolves (1990) αποκτά σταδιακά συνείδηση –μέσω πάντα του έρωτα- και αλλάζει στρατόπεδα, και ο αμερικάνικος κινηματογράφος μας δίνει μια ακόμα επιφανειακή απολογία, χωρίς οποιαδήποτε άλλο κόστος, παρά αυτό της πανάκριβης παραγωγής. Άλλωστε το έντονο οικολογικό μήνυμα, το οποίο μάλιστα είναι και της μόδας στο αμερικάνικο εμπορικό σινεμά (The Day After Tomorrow, 2012), προέρχεται από την κινηματογραφική βιομηχανία μιας ρυπογόνας χώρας που δεν υπέγραψε τη συνθήκη του Kyoto και « δεσμεύτηκε » για τα ελάχιστα στην πρόσφατη διάσκεψη της Κοπενχάγης. Αν η χολυγουντιανή βιομηχανία προχωρά σε blockbuster καταγγελίες (οξύμωρο;), η Αμερική ίσως να μην διαβάζει το μήνυμα τελικά...


Όλα αυτά βέβαια δεν μειώνουν την οπτική απόλαυση, ούτε και την κινηματογραφική σημασία του Avatar. Ο Cameron σπρώχνει στα άκρα για μια ακόμη φορά τις ψευδαισθητικές δυνατότητες του σινεμά και σαν ένας Georges Méliès του 21ου αιώνα μας δίνει μια οπτικά τέλεια μυθοπλασία, η οποία ελπίζουμε ωστόσο να μην σηματοδοτεί τον θάνατο του φιλμ προς χάριν της ψηφιακής τεχνολογίας.


A.T.


15/1/10

No one knows about Persian cats (Bahman Ghobadi, 2009)


Το Σαββατοκύριακο 9-10 Ιανουαρίου, το Μέγαρο Καλών Τεχνών Bozar και η Cinematek στις Βρυξέλλες (η ανορθογραφία των οποίων οφείλεται σε έναν συμβιβασμό μεταξύ Φλαμανδών και Βαλλόνων για τα πολιτιστικά δρώμενα της πρωτεύουσας) διοργάνωσαν ένα πολιτιστικό weekend για το Ιράν, κυρίως με προβολές ταινιών της τρίτης γενιάς κινηματογραφιστών του Ιράν.

Το Σάββατο προβλήθηκαν οι «Περσικές Γάτες» (Kasi az gorbehaye irani khabar nadareh - No one knows about Persian cats) παρουσία του σκηνοθέτη Bahman Ghobadi, γνωστού από τις ταινίες «Μεθυσμένα άλογα» και «Οι χελώνες πετούν». Η νέα του ταινία, που βραβεύτηκε στο τμήμα «Ένα Κάποιο Βλέμμα» του τελευταίου Φεστιβάλ των Καννών, παρουσιάζει με έναν πολύ φρέσκο και ξεχωριστό για τα ιρανικά κινηματογραφικά στερεότυπα τρόπο την κυριολεκτικά underground μουσική σκηνή στην Τεχεράνη. Συγκροτήματα rock, pop, jazz, soul, ή ακόμη και παραδοσιακής ιρανικής μουσικής, τα οποία ψάχνουν απεγνωσμένα κάποιο υπόγειο να κάνουν πρόβες, υπό τον μόνιμο φόβο να συλληφθούν από τις αρχές. Και όλα αυτά μην ξεχνάμε, σε μια χώρα 70 εκατομμυρίων, τα 2/3 των οποίων είναι κάτω από 30 ετών.

Η ταινία ξεκινά με μια story in a story σεκάνς, που ουσιαστικά συνοψίζει την πραγματική ιστορία πίσω από την ταινία και θυμίζει λίγο και τα στοιχεία ψευδοντοκιμαντέρ άλλων ιρανικών ταινιών, όπως το Close-up του Kiarostami. Πολλές σκηνές της ταινίας είναι σχεδόν βιντεοκλίπ, καθώς ο Ghobadi ουσιαστικά ντύνει με σκηνές από τη σύγχρονη Τεχεράνη (όπως αυτές με τους αστέγους και τα χαμίνια της πόλης) τα τραγούδια των συγκροτημάτων. Έτσι, με την ταινία τους προσφέρει ουσιαστικά και το πρώτο βίντεοκλιπ για τη μουσική τους, μουσική η οποία ουσιαστικά δεν κυκλοφορεί παρά μόνο παράνομα, από χέρι σε χέρι. Μια πολύ ενδιαφέρουσα και αξιόλογη ταινία, τόσο στις προθέσεις της όσο και ως αποτέλεσμα.

Όπως εξήγησε μετά την προβολή της ταινίας ο Ghobadi, μουσικός ο ίδιος εκτός από σκηνοθέτης, μετά τα εξαντλητικά προβλήματα που αντιμετώπισε με τις αρχές στην προσπάθειά του να γυρίσει τις τελευταίες του ταινίες, είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει το σινεμά και να στραφεί στη μουσική. Μπήκε έτσι σιγά σιγά σ’έναν κόσμο που αγνοούσε, έναν κόσμο που περιλαμβάνει 3000 σχεδόν συγκροτήματα σε όλο το Ιράν, τα οποία είναι άγνωστα, σπάνια έχουν άδεια από τις αρχές να δώσουν συναυλίες ή να κυκλοφορήσουν δίσκο και κάνουν πρόβες σε ημιπαράνομα υπόγεια στούντιο και ταράτσες…Αποφάσισε τότε λοιπόν να γυρίσει μια ταινία για τον μικρόκοσμο αυτό, με πρωταγωνιστές τους ίδιους τους μουσικούς, οι οποίοι ως επί το πλείστον στην ταινία υποδύονται τους εαυτούς τους. Οι ανησυχίες μήπως μπουν σε νέες περιπέτειες με την ταινία αυτή εξηγεί τους λιτούς διαλόγους, χωρίς πολιτικές και θρησκευτικές αναφορές. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ghobadi γνώρισε το πρωταγωνιστικό δίδυμο των μουσικών Asghan και Negar λίγο αφότου είχαν αποφυλακιστεί και η ταινία ολοκληρώθηκε 5 μόλις ώρες πριν αυτοί εγκαταλείψουν το Ιράν για το Λονδίνο, προκειμένου εκεί να μπορούν να ασχοληθούν ελεύθερα με τη μουσική τους. Συμπαραγωγός της ταινίας είναι και η Roxana Saberi, αρραβωνιαστικιά του σκηνοθέτη και γνωστή από τα μπλεξίματά της με το ιρανικό καθεστώς.

Στο πλαίσιο του μικρού αυτού αφιερώματος, προβλήθηκαν επίσης τα ντοκιμαντέρ «Safar» και «Teheran without permission» (το οποίο γυρίστηκε με κινητά τηλέφωνα, προκειμένου να αποφύγουν οι δημιουργοί του τη λογοκρισία…), καθώς και η ταινία «About Elly» του Asghar Farhadi, που βραβεύτηκε με την ασημένια άρκτο στο φεστιβάλ του Βερολίνου το 2009. Στην εν λόγω ταινία πρωταγωνιστεί η υπέροχη Golshifteh Farahani, εγκατεστημένη πλέον στο Παρίσι, η οποία ειρήσθω εν παρόδω έχει ζήσει από κοντά την underground μουσική σκηνή της Τεχεράνης ως μουσικός η ίδια και μέλος του συγκροτήματος "Kooch Neshin" (Νομάδες).

Ως προέκταση αυτού του ιρανικού ΣΚ, η Cinematek διοργανώνει την εβδομάδα 11-18 Ιανουαρίου αφιέρωμα στις ταινίες της οικογένειας Makhmalbaf, η οποία μετρά αισίως 4 σκηνοθέτες, τον πατέρα Moshen, τη μητέρα Marzieh και τις δύο κόρες Samira και Hana...

Δείτε και αυτό το πολύ ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ πάνω στο ίδιο θέμα:



Σχετικά δημοσιεύματα για τη μουσική σκηνή του Ιράν:
http://www.guardian.co.uk/music/2009/jan/16/popandrock-freedom-of-speech
http://www.guardian.co.uk/music/2007/apr/22/features.musicmonthly6\
http://www.guardian.co.uk/world/2005/aug/23/iran.arts
http://news.bbc.co.uk/2/hi/middle_east/3471841.stm
Και αν αναρωτιέστε πόσα ambient black metal γκρουπάκια υπάρχουν στο Ιράν, υπάρχει μία κάποια απάντηση στην Βίκυ. Επίσης, σκηνή από την ταινία Γάτες και συνέντευξη του σκηνοθέτη στις Κάννες και μία ακόμη σκηνή-video clip ιρανικού hip hop.

από τις Βρυξέλλες, ο ανταποκριτής μας Γ.Κ.

13/12/09

One Minute to Save the World

Παρουσιάζουμε την ταινία World War III, δημιουργία δύο φοιτητών του ΑΠΘ, Στέλιου Αλεξανδράκη και Μενέλαου Παμπουκίδη, η οποία συμμετείχε και βραβεύτηκε στο διαγωνισμό One Minute to Save the World (αν και δεν πήρε το πρώτο βραβείο, όπως γράφτηκε στον ελληνικό τύπο). Πάντως παρουσιάστηκε στην Κοπεγχάγη, στα πλαίσια της συνόδου κορυφής του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή. Θέμα της ένα βαλιτσάκι με ένα μπουκάλι νερό, για το οποίο σκοτώνονται εκτελεστές διαφόρων εθνικοτήτων.



Όσο για το πρώτο βραβείο, μπορείτε να το βρείτε εδώ. Θέμα και πάλι η έλλειψη νερού.

M.M.

4/12/09

L'Homme qui dort (Georges Perec & Bernard Queysanne, 1974)


Όταν τίθεται το θέμα "Λογοτέχνες πίσω από την κάμερα" συνήθως αυτή που έρχεται στο μυαλό είναι η Marguerite Duras, πρωτοπόρος άλλωστε ενός ολόκληρου κινηματογραφικού ρεύματος. Σπάνια αναφέρεται το μοναδικό κινηματογραφικό έργο του Georges Perec, L' homme qui dort, το οποίο διασκεύασε από το ομώνυμό του βιβλίο και σκηνοθέτησε μαζί με τον Bernard Queysanne. Αυτό η μοναδική και εξαιρετική κινηματογραφική απόπειρα του συγγραφέα έμεινε λίγο πολύ στην αφάνεια, παρότι το 1974 είχε κερδίσει το βραβείο Vigo. Ανακαλύφθηκε και πάλι πρόσφατα με την αποκατάσταση και την επανέκδοσή του σε dvd στη Γαλλία. Το ποιητικό και σκοτεινό υπαρξιακό χρονογράφημα του Perec αποδίδεται πολύ επιτυχημένα στην οθόνη, με έναν βουβό πρωταγωνιστή (Jacques Speisser) και μια πανταχού παρούσα αφηγήτρια (Ludmila Mikael). Η κάμερα ακολουθεί το βήμα και το βλέμμα του πρωταγωνιστή, στην άσκοπη περιπλάνησή του στο Παρίσι, στον εγκλεισμό του στο μικρό του δωμάτιο, στην παραίτησή του από τη ζωή. Η φωνή της αφήγησης άλλοτε καθοδηγεί και άλλοτε καταγράφει τις αυτοματικές κινήσεις του. Από την υπνωτική κίνηση της κάμερας οδηγούμαστε αργά και βασανιστικά στην εφιαλτική συνάντηση με τον τρόμο του κενού.

Ένα απόσπασμα από την ταινία (που υπάρχει ολόκληρη στο youtube):



και ένα απόσπασμα από το βιβλίο (σε ευγενική προσφορά και μετάφραση του υπογράφοντος):

Νύχτωσε. Πού και που, περνάει ένα αυτοκίνητο μαρσάροντας. Σταγόνες σιγοτρέχουν από τη βρύση του διαδρόμου. Ο γείτονας σου είναι ήσυχος, ίσως λείπει, ίσως να πέθανε κιόλας. Είσαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι, ντυμένος, με τα χέρια σταυρωμένα πίσω από τον αυχένα, τα γόνατα ψηλά. Κλείνεις τα μάτια, τα ξανανοίγεις. Σχήματα ιών, μικροβίων εμφανίζονται μέσα στα μάτια σου ή πάνω στον κερατοειδή σου, πέφτουν αργά από πάνω προς τα κάτω, εξαφανίζονται, επιστρέφουν ξαφνικά στο κέντρο, ελάχιστα αλλαγμένα, δίσκοι ή φυσαλίδες, κλαδάκια, στριμμένες ίνες που μαζί σχηματίζουν κάτι σαν ζώο, σχεδόν μυθικό. Μια χάνεις τα ίχνη τους, μια τα ξαναβρίσκεις. Τρίβεις τα μάτια σου και οι ίνες εκρήγνυνται, πολλαπλασιάζονται.
Ο χρόνος περνάει, μισοκοιμάσαι. Ακουμπάς το βιβλίο δίπλα σου, ανοιχτό πάνω στο κρεβάτι. Όλα είναι θολά, όλα βουίζουν. Η ανάσα σου παραδόξως κανονική. Ένα μικρό μαύρο έντομο, που μοιάζει εξωπραγματικό, ανοίγει ένα απρόσμενο χάσμα στο λαβύρινθο χαραγματιών πάνω στο ταβάνι.
Περιφέρεσαι στους δρόμους, νύχτα μέρα. Γυρνάς στα σινεμά της γειτονιάς, απ’ όπου αναδύεται επίμονα η μυρωδιά της χλωρίνης, τρως σάντουιτς στους πάγκους των καφενείων, πατάτες τηγανητές στο χέρι, διασχίζεις τα λούνα παρκ, παίζεις φλιπεράκι, πηγαίνεις στα μουσεία, στις αγορές, στους σταθμούς, στις δημόσιες βιβλιοθήκες, κοιτάς τις βιτρίνες των παλαιοπωλείων της οδού Ζακόμπ, τα υαλοπωλεία της οδού ντε Παραντί, τα επιπλάδικα της οδού Φωμπούρ Σαιντ Αντουάν.
Όσο περνούν οι ώρες, οι μέρες, οι βδομάδες, οι εποχές, αποσύρεσαι, απομακρύνεσαι από τα πάντα. Ανακαλύπτεις καμιά φορά, εκστασιασμένος σχεδόν, ότι είσαι ελεύθερος, ότι δεν σε βαραίνει τίποτα, τίποτα δεν σε ευχαριστεί ούτε σε δυσαρεστεί. Βρίσκεις, σε αυτή τη ζωή χωρίς φθορά, όπου τίποτα δεν σε συνεπαίρνει πέρα από αυτές τις μετέωρες στιγμές που σου δίνουν τα χαρτιά ή κάποιοι θόρυβοι, κάποια θεάματα που προσφέρεις στον εαυτό σου, μια ευτυχία σχεδόν τέλεια, μαγευτική, ενίοτε γεμάτη νέες συγκινήσεις. Ζεις σε πλήρη ανάπαυση, προφυλαγμένος κάθε στιγμή, προστατευμένος. Ζεις σε μια ευτυχή παρένθεση, σε ένα κενό γεμάτο υποσχέσεις, από το οποίο όμως εσύ δεν περιμένεις τίποτα. Είσαι αόρατος, διαυγής, διάφανος. Δεν υπάρχεις πια: οι ώρες, οι μέρες διαδέχονται η μία την άλλη, οι εποχές αλλάζουν, ο χρόνος τρέχει, εσύ επιβιώνεις, δίχως χαρά ούτε θλίψη, δίχως μέλλον ούτε παρελθόν, έτσι απλά, φυσικά, σαν μια σταγόνα που σιγοτρέχει από τη βρύση του διαδρόμου, σαν έξι βρεγμένες κάλτσες σε μια ροζ πλαστική λεκάνη, σαν μύγα ή σαν στρείδι, σαν αγελάδα, σαν σαλιγκάρι, σαν παιδί ή σαν γέρος, σαν αρουραίος.
Μ.Μ.