28/10/11

The Last Farm / Two birds (Runar Runarsson)

Επειδή είμαι σε φεστιβαλικό κλίμα, θα κάνω ένα μικρό φλας μπακ και θα γυρίσω στις Νύχτες Πρεμιέρας για να μοιραστώ μαζί σας την πιο ωραία αποκάλυψη του φεστιβάλ, τις δύο μικρού μήκους ταινίες του Ισλανδού Runar Runarsson, ο οποίος έχει βραβευθεί από πολλά φεστιβάλ και δικαίως. Και οι δύο ταινίες του είναι άψογες, τεχνικά και αισθητικά, ενώ ταυτόχρονα καταφέρνουν μέσα από την απλότητά τους να βγάλουν συναίσθημα. Και αναφέρω τις δύο αυτές ταινίες και όχι την τρίτη του, επειδή λειτουργούν συμπληρωματικά, σαν flip side η μία της άλλης. Δύο παράξενες και οδυνηρές ερωτικές ιστορίες, η μία στο τέλος της η άλλη στην αρχή της, η μία στην τρίτη ηλικία η άλλη στην εφηβική. Δυστυχώς δεν κατάφερα να δω την μεγάλου μήκους του Volcano αλλά, πού θα πάει, θα τη βρω κάπου.
Μ.Μ.  

 
   

26/10/11

La piel que habito (Pedro Almodovar, 2011)




Πριν από μερικά χρόνια είχα βρεθεί σε μια ομιλία του Τονίνο Μπενακουίστα, του γνωστού Γαλλο-Ιταλού συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων και σεναριογράφου, με θέμα τις διασκευές λογοτεχνικών έργων στον κινηματογράφο. Όταν πήγε η συζήτηση στα βιβλία για τα οποία θεωρούσε πως είναι αδύνατον να μεταφερθούν στον κινηματογράφο, το παράδειγμα που ανέφερε ήταν η "Μυγαλή" του Τιερί Ζονκέ. Συνέχισε όμως τονίζοντας ότι, μόλις έμαθε ότι τα δικαιώματα για τον κινηματογράφο τα έχει πάρει ο Πέδρο Αλμοδόβαρ, άλλαξε γνώμη. "Αν υπήρχε ένας σκηνοθέτης ικανός να αναλάβει το ρίσκο αυτού του σεναρίου, δεν ήταν άλλος από τον Ισπανό" ήταν η άποψή του. 

Αυτά τα λόγια βεβαίως ήταν αρκετά για να με πείσουν να αναζητήσω το βιβλίο του Ζονκέ, ώστε να καταλάβω τι εννοούσε ο Μπενακουίστα. Πράγματι, είναι ένα βιβλίο που σε κρατάει καθηλωμένο, όσο διαβάζεις δύο παράλληλες ιστορίες που σιγά σιγά ενώνονται, ώσπου να αποκαλυφθεί το μεγάλο μυστικό της αποτρόπαιης ιστορίας εκδίκησης. Πρόκειται ουσιαστικά για μια κλασική ιστορία εκδίκησης, εμπλουτισμένη με τις δυνατότητες της πλαστικής χειρουργικής, την τρανσγένεση και την μετάλλαξη. Ασφαλώς, αν έχεις διαβάσει το βιβλίο, σου χαλάει κάπως τις εκπλήξεις της ταινίας. Αλλά ακόμα κι έτσι, ο Αλμοδόβαρ καταφέρνει να διατηρήσει αμείωτο το ενδιαφέρον, μεταλλάσσοντας και την ίδια την πλοκή ώστε να την προσαρμόσει στο δικό του σύμπαν. Πρώτα απ' όλα, ανατρέπει τη δομή των παράλληλων αφηγήσεων, προτιμώντας το φλας μπακ. Δίνει το γνωστό μελοδραματικό τόνο, μέσω της μουσικής του Αλμπέρτο Ιγκλέσιας αλλά και κάποιων υπερβολικών ερμηνειών,  μερικές φορές τόσο μελοδραματικές που προκαλούν γέλιο (όπως στο τρομερό τέλος του, αλλά και σε κάποια διάσπαρτα αστεία στην ταινία που απευθύνονται μόνο σε ισπανόφωνους). Εστιάζει στα αντικείμενα-φετίχ, στο δέρμα, επιμένει στην ηδονοβλεπτική χρήση της οθόνης-κάδρου, επιλέγει ένα ψυχρό στιλ σε αντίθεση με τις προηγούμενες ταινίες του, που κάποιες στιγμές θυμίζει το ιταλικό giallo. Χρησιμοποιεί τους κλασικούς του ηθοποιούς, τον Αντόνιο Μπαντέρας και τη Μαρίσα Παρέδες, καλεί τον Γκωτιέ να φτιάξει τα κοστούμια του, προσθέτει εντελώς δικά του μοτίβα όπως το επαναλαμβανόμενο τραγούδι που σημαδεύει τις μεταστροφές των ηρωίδων, δείχνει για άλλη μια φορά την προτίμησή του για τον κόσμο και την ψυχοσύνθεση των γυναικών. Οι άντρες της ταινίες είναι ως συνήθως καρικατούρες, από το χειρουργό που ξεκινάει ένα τρελό σχέδιο εκδίκησης χωρίς να υπάρχει καν πραγματικός λόγος, μέχρι τον έφηβο που χαπακώνεται με τις αγαπημένες του pastillas, μέχρι τον παροιμιωδώς γελοίο Τίγρη.  
Αναρωτιόμουν βέβαια όταν διάβαζα το βιβλίο, ποια/ποιος ηθοποιός θα μπορούσε να ενσαρκώσει το τρανσγενετικό υβρίδιο του σύγχρονου Φρανκενστάιν: η Έλενα Ανάγια αποδεικνύεται ιδανική για το ρόλο, με μια απόκοσμη σεξουαλικότητα που ταιριάζει απόλυτα στον Αλμοδόβαρ. Ο Ισπανός σκηνοθέτης επιστρέφει με μία από τις καλύτερες ταινίες του της τελευταίας δεκαετίας, έχοντας πλέον αφομοιώσει με μοναδικό τρόπο τις κινηματογραφικές και λογοτεχνικές αναφορές του, ενώ ταυτόχρονα συνεχίζει να διασκεδάζει με το παιχνίδι της αυτοαναφορικότητας.    
M.M.       

21/9/11

Win Win (Thomas McCarthy, 2011)


Μικροδικηγόρος και λούζερ προπονητής μιας μέτριας γυμνασιακής ομάδας πάλης, αγωνίζεται να φέρει χρήματα στο σπίτι για την τετραμελή οικογένειά του, να συντηρήσει το υπό διάλυση γραφείο του και να κερδίσει και κανέναν αγώνα με την ομάδα, προσπαθώντας παράλληλα να κάνει πάντοτε το ‘σωστό’ για όλους. Τα πάντα όμως αλλάζουν όταν μπαίνει απροσδόκητα στη ζωή του ένας ταλαντούχος και ατίθασος νεαρός μαθητής, ο οποίος θα γίνει ο γιός που δεν είχε ο Mike, αλλά και η ενσάρκωση των ονείρων και των προσδοκιών του.

Από τους κορυφαίους ηθοποιούς του αμερικάνικου κινηματογράφου και απαραίτητη παρουσία του Sundance, του κορυφαίου φεστιβάλ ανεξάρτητων ταινιών στις ΗΠΑ, o Paul Giamatti πρωταγωνιστεί στην τρίτη ταινία του Thomas McCarthy, καρατερίστα ηθοποιού και σκηνοθέτη, γνωστού για τις low-key κωμωδίες του, όπως το οσκαρικό The Visitor (2007). 
Εξαιρετικό μείγμα κωμωδίας και κοινωνικού δράματος, το Win Win, το οποίο φιλοξενήθηκε φέτος στις Νύχτες Πρεμιέρας της Αθήνας, ανήκει στην κατηγορία των αμερικάνικων ανεξάρτητων ταινιών που λατρεύουμε. Και με τον Paul Giamatti σε έναν ρόλο που του ταιριάζει απόλυτα, πώς να χάσει κανείς;

Στον αγώνα της καθημερινής οικογενειακής επιβίωσης και της επαγγελματικής πίεσης, ο συμπαθητικός ήρωας της ταινίας αναγκάζεται να παραβιάσει τους κανόνες της ηθικής του, στην προσπάθειά του να φέρει τον ‘προβληματικό’ νεαρό στο σωστό δρόμο, να τον βοηθήσει αλλά και να βοηθηθεί (win-win), θα παρεκκλίνει αναπόφευκτα από τις αρχές του.

Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος της ταινίας, Thomas McCarthy, καταφέρνει να ισορροπήσει ανάμεσα στο κωμικό και το δραματικό, αποφεύγοντας τους υπερβολικούς τόνους, ξεπερνώντας εύκολα τα όποια κλισέ και αποσπώντας εξαιρετικές ερμηνείες από το σύνολο των ηθοποιών, ιδίως στις σκηνές των Giamatti με τους Bobby Cannavale και Jeffrey Tambor, τους δύο βοηθούς προπονητές. Μια από τις καλύτερες feel-good ταινίες της χρονιάς, που δυστυχώς δεν βγήκε τη σεζόν που μας πέρασε στις ελληνικές αίθουσες (στην Αμερική προβλήθηκε τον Μάρτιο).



Α.Τ.


27/7/11

Ταινίες εν πλώ


Καθώς αυτή την περίοδο έχουμε δυστυχώς λίγο χρόνο για να ανεβάσουμε κάτι σε αυτό εδώ το blog, επαναδημοσιεύω ένα κείμενο το οποίο έγραψα φέτος για ένα περιοδικό.

Άλλοτε ηρωικά, άλλοτε δραματικά, άλλοτε πάλι περιπετειώδη και με έντονο το φανταστικό στοιχείο, πάντοτε όμως ρομαντικά και με ποικίλα κωμικοτραγικά απρόοπτα, τα ταξίδια με πλοίο έπλασαν σιγά-σιγά την δικιά τους κινηματογραφική μυθολογία, μεταφέροντας στις καμπίνες και τα καταστρώματά τους τα βιώματα, τα όνειρα και την φαντασία των θεατών. Επιλέξαμε εδώ κάποιες ταινίες των οποίων ολόκληρη η δράση ή τουλάχιστον κάποιο χαρακτηριστικό κομμάτι διαδραματίζεται σε πλοίο. Φυσικά η λίστα είναι δεν είναι εξαντλητική...

Τα ιστορικά ταξίδια περιπέτειας
Περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο μεταφορικό μέσο και με τις αφηγηματικές του ρίζες στην Οδύσσεια του Ομήρου, το πλοίο στον κινηματογράφο συνδέθηκε καταρχάς άμεσα με την έννοια της περιπλάνησης. Κεντρικός χαρακτήρας ήταν συνήθως ένας « εξόριστος » και επαναστάτης ήρωας ο οποίος αναζητούσε στα θαλάσσια ταξίδια του τον δρόμο για την επιστροφή στην πατρίδα. Πέρα από τις γνωστές κινηματογραφικές μεταφορές των επικών περιπετειών του Οδυσσέα (1955) με τον Kirk Douglas ή του Ιάσονα και των Αργοναυτών (1965), ο αμερικάνικος κινηματογράφος λάτρεψε επίσης και τις πειρατικές ταινίες. Έτσι, αρκετά χρόνια πριν από την εμφάνιση του σύγχρονου πειρατή ροκ-σταρ Jack Sparrow (Johnny Depp) της τετραλογίας Οι πειρατές της Καραιβικής, στα κατάρτια των παράνομων αυτών πλοίων μεσουρανούσε ο Errol Flynn, με ταινίες όπως το Captain Blood (1935) ή το The Sea Hawk (1940) σε σκηνοθεσία του Michael Curtiz. Τέλος δεν θα μπορούσαμε μην αναφερθούμε σε κάποια κλασικά θέματα τα οποία μεταφέρθηκαν κατ’επανάληψη στη μεγάλη οθόνη: ξεχωρίζουμε τα χαρακτηριστικά 1492: Conquest of Paradise Ridley Scott (1992), το Μόμπυ Ντικ του 1956 σε σκηνοθεσία John Huston και με πρωταγωνιστή τον Gregory Peck και την Mutiny on the Bounty (1962) με τον Marlon Brando.


Ναυτικά ειδύλια
Ο ρομαντισμός που αποπνέει ένα ταξίδι στη θάλασσα φυσικό ήταν να επηρεάζει ακόμα και αυτούς τους ορκισμένους μοναχικούς ήρωες των ταινιών περιπέτειας, καθώς όχι σπάνια κατορθώνει να εξαλείψει τις όποιες συμβάσεις και κοινωνικές διαφορές, ενώνοντας τα πιο αταίριαστα, φαινομενικά, ζευγάρια. Στα καταστρώματα των πλοίων γεννήθηκαν λοιπόν ορισμένες από τις σπουδαιότερες ρομαντικές ιστορίες όπως αυτή του Love Affair (O πόνος της αγάπης, Leo McCarey, 1939) ή του Lady Eve (Η γυναίκα πειρασμός, Preston Sturges, 1941), ενώ στην μικρή οθόνη « σάλπαρε » επί δέκα χρόνια και το πασίγνωστο Love Boat.
Όσον αφορά τον ελληνικό κινηματογράφο, για τα μάτια του ναύτη Δημήτρη Παπαμιχαήλ η Αλίκη Βουγιουκλάκη μπαίνει κρυφά σε ένα αντιτορπιλικό στην Αλίκη στο Ναυτικό (1961), ακολουθώντας το παράδειγμα της Ξένιας Καλογεροπούλου στο 2000 ναύτες και ένα κορίτσι, το οποίο είχε γυριστεί ένα χρόνο πριν. Κατά τη δεκαετία του ’80 αρκετές από τις βιντεοταινίες, οι οποίες αποτελούσαν και το βασικό κομμάτι της εγχώριας παραγωγής, θα γυριστούν πάνω σε πλοία τα οποία ταξιδεύουν τους πρωταγωνιστές και τους καλοκαιρινούς τους έρωτες στα ελληνικά νησιά.
Το 1997 και μετά από πολυάριθμες κινηματογραφικές μεταφορές ο Αμερικανός σκηνοθέτης James Cameron θα σπάσει κάθε προηγούμενο ρεκόρ στα κινηματογραφικά ταμεία αφηγούμενος την γνωστή ιστορία του Τιτανικού μέσα από τον μεγάλο έρωτα ενός ζευγαριού το οποίο διασχίζει με το μοιραίο υπερωκεάνιο τον Ατλαντικό, αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον. Σε ανάλογο κλίμα θα κινηθεί και το Poseidon, 2006, του Wolfgang Petersen, ριμέικ μιας παλιότερης ταινίας του 1972.

Υπερατλαντικά ταξίδια και μετανάστευση
Τα υπερατλαντικά ταξίδια με πλοίο απασχόλησαν ουκ ολίγες φορές τον κινηματογράφο. Ήδη το 1917 στον βουβό The Immigrant, ο Charlie Chaplin παρουσιάζει με τον μοναδικό κωμικοτραγικό του τρόπο την οδύσσεια την οποία βίωναν την εποχή εκείνη εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες με προορισμό την Αμερική, μέχρις ότου αντικρύσουν από την πλώρη το Άγαλμα της Ελευθερίας, εικόνα η οποία και σήμαινε το τέλος του θαλάσσιου ταξιδιού τους. Τη σκηνή αυτή θα αναπλάσουν στη συνέχεια πολλές άλλες ταινίες, όπως η γαλλική κωμωδία Ο χωροφύλακας στη Le gendarme à New York (1965) με τον Λουί ντε Φινές και τους συνάδελφούς του να αναστατώνουν ένα ολόκληρο υπερωκεάνιο. Τον Ατλαντικό θα διασχίσει και το Πλοίο της χαράς (1967) του Ορέστη Λάσκου, με επιβάτες τους Μίμη Φωτόπουλο, Γιάννη Γκιωνάκη και καπετάνιο τον Χρήστο Τσαγανέα. Τον ίδιο θαλάσσιο δρόμο, από την Ευρώπη δηλαδή προς την Αμερική, θα ακολουθήσουν το 2004 και οι Νύφες του Παντελή Βούλγαρη, μια από τις μεγαλύτερες ελληνικές παραγωγές των τελευταίων ετών. Δύο χρόνια αργότερα τα Χαμένα Όνειρα του Emanuele Crialese αφηγούνται την ιστορία της μετανάστευσης μιας οικογένειας Σικελών στη Νέα Υόρκη των αρχών του αιώνα.



Αγωνία και μυστήριο στη θάλασσα
Πολλές φορές τα ταξίδια αναψυχής και οι διακοπές στη μεγάλη οθόνη έχουν μια απροσδόκητη και αγωνιώδη τροπή... Ο Ηρακλής Πουαρό αναλαμβάνει να εξιχνιάσει έναν φόνο σε πολυτελές κρουαζιερόπλοιο στο Έγκλημα στο Νείλο (Death in Nile, 1978), ενώ οι ρομαντικές διακοπές της Sandra Bullock στα εξωτικά νησιά ανατρέπονται στο κάτω του μετρίου Speed 2: Cruise Control (1997).

Δουλεύοντας στα πλοία...
Εκτός από τα γνωστά και παραδοσιακά επαγγέλματα στο πλοίο, ο κινηματογράφος θα παρουσιάσει αρκετές φορές μια πολύ διαφορετική άποψη για τη ζωή εν πλώ. Εγκαταλελειμένος από τους μετανάστες γονείς του, ο ‘1900’ θα περάσει όλη του τη ζωή δουλεύοντας ως τρομπετίστας σε ένα πολυτελές υπερωκεάνιο, χωρίς ποτέ ωστόσο να πατήσει το πόδι του στη γη, στο συγκινητικό φιλμ Τhe legend of 1900 (1998) του Ιταλού Giuseppe Tornatore. Στην κωμωδία Ζιγκολό της συμφοράς (Out the Sea, 1997) οι Jack Lemon και Walter Matthau προσλαμβάνονται σαν έμπειροι χορευτές σε μια κρουαζιέρα στην Καραϊβική για πλούσιες και μοναχικές κυρίες. Ενώ στο πιο πρόσφατο Ροκ εν πλώ (The boat that rocked, 2009) οι βρετανοί ραδιοπειρατές της δεκαετίας του ’60 εκπέμπουν παράνομα στα ερτζιανά rock n’roll ρυθμούς από ένα πλοίο κάπου στη βόρεια θάλασσα.
Τέλος, καμία ταινία για ταξιδιωτικό μέσο δεν υπήρξε πιο ποιητική, από το τρυφερό και συνάμα πικρό Και το πλοίο φεύγει  (E la nave va) του Fellini, το οποίο γυρίστηκε  το 1983 εξ ολοκλήρου στα ιστορικά στούντιο της Cinecittà.


Α.Τ.

30/6/11

Sunset Boulevard (1950, Billy Wilder)



Όταν, εν έτει 1999, ο Μ.Ν. Shyamalan ‘σόκαρε’ το κοινό με το περίφημο twist του φινάλε της Έκτης Αίσθησης (καθιστώντας το αυτοσκοπό κάθε μέτριου μεταγενέστερου θρίλερ), μισό αιώνα νωρίτερα ο ευφυέστατος κος. Billy Wilder ξάφνιαζε - και ακόμα ξαφνιάζει - με την εκπληκτική εισαγωγή του Sunset Boulevard (Λεωφόρος της Δύσεως, 1950). Αν δεν έχετε δει παλιότερα την αριστουργηματική αυτή ταινία, τότε δεν πρόκειται να σας το χαλάσουμε με spoilers.
Φλερτάροντας με τους κώδικες του film noir (χωρίς ωστόσο να αποτελεί καθαρό δείγμα του είδους), το Sunset Boulevard αποτελεί ένα ‘σκληρό’ πορτραίτο της κλασικής εποχής του Χόλιγουντ - πιστός άλλωστε στις συνήθειές του ο Wilder, είτε πρόκειται για κωμωδία, δράμα ή πολεμική ταινία, ασκεί κριτική στη σύγχρονη αμερικάνικη κοινωνία. Η Norma Desmond (εξαιρετική στον ρόλο η Gloria Swanson), μια απολιθωμένη, ξεχασμένη σταρ του βωβού κινηματογράφου, ζει απομονωμένη στο ‘μαυσωλείο’ της, μια γκροτέσκα έπαυλη (η οποία παραπέμπει στη ντικενσιανή έπαυλη των Μεγάλων Προσδοκιών) της Sunset Boulevard στο Χόλυγουντ, προβάλλοντας συνεχώς τις παλιές της ταινίες, ονειρευόμενη τη λαμπρή επιστροφή της στη μεγάλη οθόνη. Η τυχαία γνωριμία με έναν νεαρό και καταχρεωμένο σεναριογράφο (συχνός χαρακτήρας στις ταινίες του Wilder, στο ρόλο εδώ ο William Holden) στον οποίο θα αναθέσει το σενάριο που έχει γράψει η ίδια για την επιστροφή της στα πλατό, θα οδηγήσει σε μια περίεργη και τραγική σχέση αλληλοεξάρτησης και καταστροφής.
Ποτέ άλλοτε ο κινηματογράφος και το Χόλιγουντ δεν μίλησαν με τόσο κυνισμό για τον μικρόκοσμο της κινηματογραφικής βιομηχανίας  – κάτι ανάλογο είχε τολμήσει εν μέρει το The Last Command του Josef von Sternberg το 1928. Η ταινία παραμένει αναμφίβολα η καλύτερη του είδους, καθώς ‘βλέπει’ καθαρά μέσα από το σύννεφο των ψευδαισθήσεων, εκεί όπου η Norma χάνεται, ανάμεσα στην πραγματικότητα και την αντανάκλασή της. Στην πρώτη τους συνάντηση, ο σεναριογράφος αναγνωρίζει την ξεχασμένη ηθοποιό και έχουν την κλασική στιχομυθία : « Κάποτε ήσασταν μεγάλη », της λέει. « Ακόμα είμαι μεγάλη, » , απαντάει εκείνη με υπερβολική θεατρικότητα, στα όρια της παρωδίας και της τρέλας, « οι ταινίες έχουν μικρύνει ». Λίγοι όμως θυμούνται την επόμενη ατάκα του Holden : « Ήξερα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με αυτές ».
Αυτό που εκπλήσσει και προκάλεσε μάλιστα και την οργή του μεγιστάνα της MGM, Louis B. Mayer (φημολογείται ότι σχολίασε για τον σκηνοθέτη «πώς τολμά να δαγκώνει το χέρι που τον ταϊζει ;»), είναι ο μοναδικός ρεαλισμός της ταινίας: ο Wilder και ο συν-σεναριογράφος Charles Brackett, χρησιμοποιούν κανονικές τοποθεσίες και κανονικά ονόματα (Darryl Zanuck, Αlan Ladd), τα ‘κέρινα ομοιώματα’ τα οποία παίζουν χαρτιά με την Norma είναι οι παλιοί διάσημοι ηθοποιοί Buster Keaton, Anna Q. Nilsson και H.B. Warner, ενώ ο σκηνοθέτης Cecil B. De Mille τον οποίο επισκέπτεται στα πλατώ η ηρωίδα γυρίζει μια πραγματική ταινία, το Σαμψών και Δαλιδά (1949). Η άλλοτε μεγάλη Gloria Swanson υποδύεται στην ουσία τον εαυτό της (ακόμα και μετά το Sunset Bvd δεν επέστρεψε στον κινηματογράφο), ενώ τον πιστό της μπάτλερ και παλιό σκηνοθέτη ‘Max von Mayerling’ ερμηνεύει ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες του παγκόσμιου κινηματογράφου, ο Erich von Stroheim, γνωστός και ως ‘αποδιοπομπαίος τράγος’ του Χόλιγουντ. Τα αποσπάσματα άλλωστε τα οποία προβάλλονται κατά στιγμές προέρχονται από το δικό του Queen Kelly, το οποίο είχε γυρίσει το 1928 με πρωταγωνίστρια την Swanson, και το οποίο προβλήθηκε κατακρεουργημένο στο μοντάζ τέσσερα χρόνια αργότερα. 
Μια από τις σπουδαιότερες ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου και ένα από τα συγκλονιστικότερα φινάλε. « Εντάξει κε. De Mille, είμαι έτοιμη για το κοντινό μου »…

(για το cinemart.gr)

A.T.

28/6/11

Cinémathèque Française - Έκθεση Stanley Kubrick


Ξεκινώντας από το Μουσείο Κινηματογράφου της Φρανκφούρτης το 2004, και αφού ταξίδεψε σε Βερολίνο, Ρώμη, Μελβούρνη και άλλες πόλεις, η έκθεση αφιερωμένη στον Stanley Kubrick καταλαμβάνει, μέχρι το τέλος Ιουλίου, περίπου 1000m2 σε δύο ορόφους της Γαλλικής Ταινιοθήκης στο Παρίσι, στο εντυπωσιακό κτίριο που έχει σχεδιάσει ο αρχιτέκτονας Frank Gehry.


 Ίσως η πιο καλοστημένη και αναμφίβολα η πιο πλούσια που έχει φιλοξενήσει τα τελευταία χρόνια η Cinémathèque, η έκθεση γύρω από τον Stanley Kubrick μας ταξιδεύει, ‘εξαντλητικά’ σχεδόν, στα 48 χρόνια καριέρας και τις 16 ταινίες (μικρού και μεγάλου μήκους) ενός εκ των κορυφαίων δημιουργών του παγκόσμιου κινηματογράφου. Από τα πρώτα ‘κλικ’ του νεαρού φωτογράφου στα χρόνια τα οποία εργαζόταν στο περιοδικό Look εξερευνώντας την οπτική σύνθεση, στις πρώτες του μικρού μήκους ταινίες, περνώντας από τα κλασσικά σήμερα Lolita, Κουρδιστό Πορτοκάλι και Λάμψη, έως το Full Metal Jacket και τα Μάτια Ερμητικά Κλειστά, ο επισκέπτης ‘χάνεται’ σιγά σιγά στον γοητευτικά πολύμορφο κόσμο του Kubrick : αντικείμενα (props) και κουστούμια απ’όλες τις ταινίες του, μακέτες, σπάνιες φωτογραφίες, προσεκτικά επιλεγμένα αποσπάσματα, αφίσες, αυθεντικά σενάρια με σημειώσεις του, επιστολές για συγχαρητήρια ή για διαμαρτυρία, κάρτες και χρονοδιαγράμματα από τα γυρίσματα... 



Ελάχιστες φορές μια έκθεση καταφέρνει να μιλήσει τόσο ξεκάθαρα και τόσο ολοκληρωμένα για έναν καλλιτέχνη, δίχως διάθεση διδακτισμού και ακαδημαϊσμό, χωρίς να ‘κατευθύνει’ τον επισκέπτη, θίγοντας με απλότητα και ευκρίνεια τόσο το τεχνικό κομμάτι (οι κάμερες και οι φακοί που χρησιμοποιούσε ο τελειομανής σκηνοθέτης, ή η μακέτα του εντυπωσιακού Centrifuge του 2001:Οδύσσεια του διαστήματος), όσο και τις θεματικές του έργου του. Δεν απουσιάζουν τα ανολοκλήρωτα projects του σκηνοθέτη, όπως το μεγαλειώδες Napoleon (εκτίθενται η βιβλιοθήκη του με δεκάδες σχετικά βιβλία, καθώς οι συρταριέρες με τις χιλιάδες καρτέλες του Kubrick και των συνεργατών του με σημειώσεις γύρω από τη ζωή του γάλλου αυτοκράτορα), ή οι ταινίες τις οποίες τελικά δεν γύρισε ο ίδιος (Τεχνητή Νοημοσύνη, του Spielberg). Μια πραγματικά σπάνια και εξαιρετική ευκαιρία για να ανακαλύψει ή να ξανα-ανακαλύψει κανείς τον κινηματογράφο του Kubrick.
Έως τις 31 Ιουλίου στην Cinémathèque Française στο Παρίσι.

Για περισσότερες πληροφορίες στο site της Cinémathèque εδώ.
(Για το cinemart.gr)
A.T.

19/6/11

Barry Lyndon (Stanley Kubrick, 1975)



Η εκπληκτική έκθεση Stanley Kubrick η οποία φιλοξενείται αυτόν τον καιρό στην Cinémathèque Française του Παρισιού (σύντομα θα ακολουθήσει και σχετικό κείμενο), με παρακίνησε να ξανα-ανακαλύψω κάποιες από τις ταινίες του μεγάλου αμερικανού σκηνοθέτη. 

Το Barry Lyndon (1975) αφηγείται την άνοδο και την πτώση ενός νεαρού ιρλανδού τυχοδιώκτη (Ryan O’Neal), ο οποίος διεισδύει σιγά σιγά στα μεγάλα βρετανικά σαλόνια του 19ου αιώνα. Χωρίς κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο, ο ήρωας περιπλανιέται στην Ευρώπη της εποχής και διεκδικεί ό,τι ποθήσει, μεταμορφώνεται από ερωτοχτυπημένο αγόρι σε λιποτάκτη, από πιστό στρατιώτη σε κατάσκοπο, από χαρτοπαίχτη και εραστή σε αριστοκράτη σύζυγο και πατέρα. Στα πλούσια σαλόνια και τις ‘ευγενείς’ αυλές οι ήρωες του Kubrick απατούν και εξαπατούν, κλέβουν στα χαρτιά και προκαλούν ο ένας τον άλλο σε όχι και τόσο ηρωικά duels, σε έναν βίαιο από κάθε άποψη κόσμο, τον οποίο ο Kubrick παρουσιάζει με μια κάποια αποστασιοποίηση. 

Το υλικό και η ιστορία του Barry Lyndon, βασισμένο στο έργο του συγγραφέα William Thackeray, στα χέρια κάποιου άλλου σκηνοθέτη θα γινόταν ένα εντυπωσιακό αλλά άψυχο ίσως ρομαντικό swashbuckler. Ο Kubrick ωστόσο, με μικροσκοπική ακρίβεια, εξετάζει την ιστορία του Barry και μιας ολόκληρης εποχής, σαν ένας μεγάλος συγγραφέας του περασμένου αιώνα. Με τη γνωστή πλέον τελειομανία του, δεν ‘χτίζει’ απλώς ένα εκπληκτικό κινηματογραφικό σκηνικό ή μια ρεαλιστική αναπαράσταση, αλλά ζωντανεύει τα πάθη και την ατμόσφαιρα μιας εποχής, κινηματογραφεί χρησιμοποιώντας με μοναδικό τρόπο τον χρόνο και το φως. Κάθε πλάνο της ταινίας είναι ένας πανέμορφα φωτισμένος πίνακας. Χρησιμοποιώντας με εξαιρετικό τρόπο το φυσικό φως, τόσο στα εξωτερικά όσο και στα εσωτερικά πλάνα, και με τη χρήση διάφορων ειδικών φακών (στην έκθεση μαθαίνει κανείς τα πάντα γύρω από τις φωτογραφικές τεχνικές), ο Kubrick γίνεται ένας πραγματικός λουμινιστής ζωγράφος, στα χνάρια του Caravaggio ή του Georges de la Tour, με μοναδική πηγή φωτός, για παράδειγμα, τα κεριά στις περισσότερες εσωτερικές λήψεις. 

Υπό τους ήχους του φημισμένου και πένθιμου Sarabande του συνθέτη Haendel, συνοδεύουμε αυτόν τον  μπαρόκ ήρωα του Kubrick από τη δόξα στο θάνατο, σε μια από τις σπουδαιότερες και ομορφότερες οπτικά ταινίες όλων των εποχών.

Α.Τ.