20/10/09

Un prophète (Jacques Audiard, 2009)


Είναι δυνατόν μια ταινία που διαδραματίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στη φυλακή να αποτελέσει ταινία μύησης και ενηλικίωσης; Είναι δυνατόν μέσα από τα στενά πλαίσια του είδους να διηγηθεί κανείς μια ιστορία απόκτησης ταυτότητας, μια ιστορία επιβίωσης, επιτυχίας και προόδου; Είναι δυνατόν ακολουθώντας του κανόνες του είδους να υπερβεί τα κλισέ του; Ο Jacques Audiard, έχοντας ήδη στο ενεργητικό του δύο διαδοχικές επιτυχίες του γαλλικού σινεμά, το Sur mes lèvres και το De battre mon coeur s'est arrêté, έρχεται αντιμέτωπος με ένα μεγαλεπίβολο σχέδιο, το οποίο πήρε όπως λέει 6 χρόνια για να ολοκληρωθεί. Και καταφέρνει να δημιουργήσει άλλη μια επιτυχία, που επιβραβεύτηκε άλλωστε με το βραβείο της επιτροπής του Φεστιβάλ των Κανών.
Ένας νεαρός άνδρας αραβικής καταγωγής, χωρίς οικογένεια, χωρίς υπόβαθρο, χωρίς κουλτούρα, μπαίνει στη φυλακή. Στα έξι χρόνια που θα διαρκέσει ο εγκλεισμός του θα ανεβεί ένα ένα τα σκαλιά της ιεραρχίας της φυλακής και θα αποκτήσει όλα όσα είχε και δεν είχε ονειρευτεί. Το πρώτο βήμα είναι να βρει μια "οικογένεια" που να τον προστατεύει, και αυτή είναι η ομάδα των κορσικανών, η οποία έχει τον έλεγχο της φυλακής και η οποία του ζητάει ένα στυγνό έγκλημα για να τον δεχτεί στους κόλπους της. Βήμα δεύτερο, να μάθει γράμματα: τα καταφέρνει περίφημα, αφού όχι μόνο μαθαίνει να διαβάζει γαλλικά, αλλά σιγά σιγά μαθαίνει και κορσικάνικα. Η τελευταία του κρυφή ικανότητα του δίνει μάλιστα εξέχουσα θέση στη συμμορία και τον κάνει το δεξί χέρι ("τα μάτια και τα αυτά") του αρχηγού του. Βήμα τρίτο, να στήσει τη δική του επιχείρηση στον έξω κόσμο, πουλώντας ναρκωτικά. Βήμα τέταρτο, να διαπραγματευτεί με τους αντιπάλους του, να στρέψει τους ανωτέρους του τον έναν ενάντια στον άλλον, να αμφισβητήσει και να ανατρέψει τον "κηδεμόνα" και προστάτη τουώστε να γίνει τελικά το απόλυτο αφεντικό. Τέλος, να βγει από τη φυλακή, έχοντας μάλιστα αποκτήσει και τη δική του οικογένεια.
Ωστόσο, η ιστορία του Jacques Audiard δεν έχει να κάνει μόνο με συμμορίες και παρανομία, όπως θα έκανε ίσως μια mainstream ταινία του είδους. Εστιάζει και στον εσωτερικό κόσμο του ήρωα, με τα όνειρα και τα οράματά του. Βλέποντας την ταινία και λίγο μετά, πίστευα ότι ο δημιουργός της ήθελε να δώσει ένα μεταφυσικό, θρησκευτικό υπόβαθρο στην ταινία του. Όμως η ιστορία του "προφήτη" μάλλον δεν έχει να κάνει με αυτό. Είναι "προφήτης" μεταφορικά, όπως λέμε για κάποιον ότι είναι "γκουρού", εκείνου που αναπτύσσει σε τέτοιο βαθμό τις ικανότητές του, που μαθαίνει να βλέπει τον κόσμο που τον περιβάλλει, μαθαίνει να διαβάζει τα σημάδια, να αποκωδικοποιεί, κερδίζει τον σεβασμό, αποκτά υπόσταση, από ανύπαρκτος και μηδαμινός γίνεται σημαντικός, ο καλύτερος στο περιβάλλον του.
Στην επιτυχία της ταινίας συμβάλλει καθοριστικά και ο πρωτοεμφανιζόμενος πρωταγωνιστής της, Tahar Rahim. Μπορεί να μην έχει το βάρος του Romain Duris ή του Vincent Cassel των προηγούμενων ταινίων του Audiard, είναι όμως ένα άγνωστο πρόσωπο που μας εκπλήσσει και μας επιτρέπει να ταυτιστούμε. Έχει φροντίσει εξάλλου να έχει έναν ηθοποιό με βάρος στον δεύτερο ρόλο, τον πολύ καλό Niels Arstrup, που ακροβατεί εξαιρετικά ανάμεσα στο ρόλο του αμείλικτου αφέντη, του στοργικού πατέρα και τελικά του συντετριμμένου. Πολύ καλή δουλειά έχει γίνει και στην αναπαράσταση του χώρου της φυλακής, με τις συμμορίες, τη διαφθορά και τα τελετουργικά. Τελικά, αν θέλαμε να συγκρίνουμε την ταινία, δεν θα επιλέγαμε σε καμία περίπτωση μια ταινία του είδους, αλλά θα το παρομοιάζαμε με το
Scarface, ένα Scarface όμως ανεστραμμένο, αισιόδοξο, συμπαθητικό.
M.M.

28/9/09

Νύχτες Πρεμιέρας 2009 (2)

The time that Remains (Elia Suleiman, 2009)


Κι εκεί που είχα αρχίσει να απογοητεύομαι, ήρθε η ταινία του Elia Suleiman, Ο χρόνος που απομένει. Γνωστός μας από το παλαιότερο Divine Intervention, με το οποίο μας είχε πρωτοεκπλήξει, έρχεται τώρα με ένα ακόμα πιο φιλόδοξο έργο, παρουσιάζοντας μέσα από την ιδιότυπη ματιά του τη σύγχρονη ιστορία της Παλαιστίνης, από τον πόλεμο του 1948 μέχρι σήμερα. Το στιλ του δεν έχει αλλάξει, αν και δεν καταφεύγει πια στις τόσο ακραία σουρεαλιστικές σκηνές του Divine Intervention. Διατηρεί όμως το ιδιαίτερο χιούμορ του, που παραπέμπει ασφαλώς στις βωβές κωμωδίες του Keaton ή στις σχεδόν βωβές ταινίες του Tati. Και πέρα από τη φιγούρα του ίδιου του σκηνοθέτη, που βοηθάει σε αυτό το αποτέλεσμα, υπάρχει και ο νεαρός πρωταγωνιστής του, o Saleh Bakri, από τους ωραιότερους (απ’ όλες τις έννοιες) ηθοποιούς που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια και τον οποίο είχαμε δει σε μια από τις ευχάριστες εκπλήξεις της περσινής χρονιάς από τη Μέση Ανατολή, την Επίσκεψη της Μπάντας. Πέρα από το βωβό αφαιρετικό χιούμορ, η συγκεκριμένη ταινία του Suleiman χαρακτηρίζεται επίσης από μια ιδιαίτερη σεναριακή δομή, που βασίζεται ιδιαίτερα στην επανάληψη. Σε κάθε σημαίνουσα ιστορική στιγμή για την Παλαιστίνη παρακολουθούμε περίπου τις ίδιες οικογενειακές σκηνές, ελαφρώς τροποποιημένες. Και αυτή η τροποποίηση δηλώνει την ιστορική αλλαγή που έχει προκύψει. Στο τελευταίο μέρος της ταινίας, τον πρωταγωνιστικό ρόλο αναλαμβάνει ο ίδιος ο σκηνοθέτης, ο οποίος παραμένει σε όλη την ταινία σιωπηλός και αδρανής παρατηρητής των γεγονότων που λαμβάνουν χώρα γύρω του. Δεν μας αφήνει αμφιβολία ότι πρόκειται για μια αυτογραφική ταινία, για τον τρόπο που ο ίδιος έζησε τα γεγονότα, αφού άλλωστε ο πρωταγωνιστής του φέρει το όνομά του. Ωστόσο, προς το τέλος της ταινίας πέφτει και ο ρυθμός, νομίζω κάπου χάνει το ενδιαφέρον που είχε κατορθώσει να δημιουργήσει. Πάντως δεν παύει να αποτελεί μια από τις πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις δημιουργού από τη Μέση Ανατολή, και ίσως δεν θα ήταν άτοπο να ονομάσουμε τον ιδιότυπο κινηματογράφο του ως «κινηματογράφο του παραλόγου».



Sin Nombre (Cary Fukunaga, 2009)


Από τη Μέση Ανατολή, πέρασα στην Κεντρική Αμερική για να δω το βραβευμένο στο Sundance Sin nombre (βραβείο σκηνοθεσίας και φωτογραφίας). Η ιστορία αυτή συνδυάζει φτώχια, συμμορίες, μετανάστευση, και όλα αυτά on the road, διασχίζοντας την ήπειρο προς το βορρά. Δύο φίλοι που μπλέκουν σε μια συμμορία που σπέρνει τον τρόμο, μια οικογένεια που ξεκινάει από την Ονδούρα αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον στις ΗΠΑ. Οι δρόμοι τους μπλέκονται πάνω στην οροφή ενός τραίνου που διασχίζει το Μεξικό, όπου οι κακοποιοί έρχονται να ληστέψουν τους μετανάστες. Ο ένας από τους δύο φίλους θα σκοτώσει τον αρχηγό της συμμορίας, σώζοντας μια κοπέλα από βιασμό, και εκείνη θα τον ερωτευθεί. Αδιέξοδες ζωές, αδιέξοδοι έρωτες, άνθρωποι χωρίς όνομα, χωρίς μέλλον, που μπορούν να αποκτήσουν υπόσταση μόνο αν προσχωρήσουν σε μια συμμορία ή αν περάσουν λαθραία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτοί που ξεφεύγουν από το αδιέξοδο είναι οι εξαιρέσεις, οι τυχεροί. Οι υπόλοιποι συνεχίζουν την περιπέτεια τους, προσπαθώντας ξανά και ξανά, κάνοντας σπίτι τους τις γραμμές του τρένου ή χάνοντας εκεί τη ζωή τους κυνηγημένοι από την αστυνομία. Και όσοι μένουν πίσω, επιλέγοντας την παρανομία, αναγκάζονται να απαρνηθούν τις φιλίες, τους έρωτες, για να γίνουν δεκτοί από την οργάνωση, να αποκτήσουν όνομα. Αξιόλογη ταινία, μείγμα μυθοπλασίας και ντοκυμαντέρ, αφού αναμειγνύει την κεντρική περιπέτεια με πραγματικές ιστορίες Οδύσσειας που λαμβάνουν χώρα στον δρόμο από τον τρίτο για τον πρώτο κόσμο.



Accident (Pou-Soi Cheang, 2009)


Η καλύτερη ίσως ταινία που είδα αυτές τις μέρες ήταν μια ταινία από το Χονγκ Κονγκ, το Ατύχημα του Pou-Soi Cheang, σε παραγωγή του Johnny To, που συμμετείχε στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ της Βενετίας. Ένα στιλιζαρισμένο υπαρξιακό θρίλερ που παραπέμπει σε αμερικάνικες ταινίες των seventies, τύπου Alan Pakula. Η όλη δομή, η ατμόσφαιρα και η σκηνοθετική πρόταση της ταινίας ανταποκρίνεται πλήρως στο θέμα της ταινίας που έχει να κάνει με την έννοια του τυχαίου. Πρωταγωνιστής είναι ένας άνδρας που διευθύνει μια τετραμελή οργάνωση δολοφόνων, οι οποίοι όμως στήνουν τις δολοφονίες τους με τρόπο ώστε να μοιάζουν με ατυχήματα. Κάθε φορά λοιπόν υπάρχει το αντίστοιχο στήσιμο της κάμερας που παρακολουθεί τις κινήσεις των τεσσάρων δραστών και τις περίπλοκες παγίδες που στήνουν. Η εμπλοκή θα προκύψει όταν, κατά τη διάρκεια ενός στησίματος, θα προκύψει ένα απρόβλεπτο ατύχημα, που θα στοιχίσει τη ζωή του ενός και όπου ο ήρωας θα γλιτώσει παρατρίχα. Μετά από αυτό το συμβάν, ο ήρωας θα αρχίσει σιγά σιγά να παρανοεί αδυνατώντας να πιστέψει ότι επρόκειτο απλά για ένα τυχαίο συμβάν. Σε αυτό συμβάλλει και το παρελθόν του, αφού γνωρίζουμε ότι η γυναίκα του είχε σκοτωθεί επίσης σε τροχαίο ατύχημα. Ο ήρωας βρίσκεται λοιπόν παγιδευμένος στην παγίδα που έστησε ο ίδιος, σε ένα κόσμο που όλα μοιάζουν με ατυχήματα, αλλά και όλα μοιάζουν με σκηνοθεσίες, σε τέτοιο βαθμό που είναι αδύνατον να ξεχωρίσεις αν πρόκειται για συνομωσία της τύχης ή για μια άλλη σκοτεινή συνομωσία. Η υποψία που αφήνεται να αιωρείται ότι ένα μεγάλος ασφαλιστικός κολοσσός κινεί τα νήματα των ατυχημάτων εντείνει την πιθανότητα της συνομωσίας. Και από αυτή την άποψη άλλωστε μας έρχονται στο μυαλό οι ταινίες του ’70, με την ατμόσφαιρα της διεθνούς συνομωσίας.



All Tomorrow's Parties (2009)


Παρακολούθησα επίσης δύο μουσικές ταινίες, μία για το φημισμένο φεστιβάλ All Tomorrow’s Parties και άλλη μία αφιερωμένη στη σκηνή του νορβηγικού black metal. Η πρώτη, συλλογική δουλειά, ήταν πραγματικά πλήρης, αποτελούμενη από υλικό που έχει τραβηχτεί στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων που διοργανώνεται το φεστιβάλ, από επαγγελματίες όσο και από ερασιτέχνες. Πολλή μουσική, πολλή και ετερόκλιτη καλή μουσική, πολλοί καλλιτέχνες οι οποίοι μας εξηγούν το πνεύμα του φεστιβάλ, το στίγμα που θέλει να δώσει. Ότι δηλαδή οι καλλιτέχνες μπορούν να οργανώσουν ένα άρτιο φεστιβάλ χωρίς τη βοήθεια δισκογραφικών εταιρειών και χορηγών, έξω από τα πλαίσια του star system και της βιομηχανίας, με ατελείωτη μουσική. Η σύνθεση του υλικού είναι μάλλον εμπνευσμένη για μουσικό ντοκυμαντέρ, αφού καταφέρνει να μας μεταφέρει το κλίμα του φεστιβάλ, αφού εκτός από τις συναυλίες και τις συνεντεύξεις μας μεταφέρει στα πάρτυ, στα καλλιτεχνικά events, στους εξωτερικούς και τους εσωτερικούς χώρους του φεστιβάλ.



Until the light takes us (Aaron Aites & Audrey Ewell, 2009)


Το Until the light takes us του Aaron Aites και της Audrey Ewell απευθύνεται μάλλον σε ένα πιο εξειδικευμένο κοινό. Φαίνεται εξάλλου και από τις εμφανίσεις του κόσμου, πριν μπούμε στην αίθουσα. Πολλοί άντρες, πολύ τρίχα, πολύ μαυρίλα, και γενικά κόσμος που δεν βλέπεις σε άλλες προβολές. Επίσης, ξέρουν τα πάντα για το θέμα της ταινίας, αναγνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα και χειροκροτούν. Σε σχέση με το προηγούμενο ντοκυμαντέρ, αυτό μοιάζει μάλλον φτωχό από άποψη μέσων, αλλά κάτι τέτοιο ταιριάζει άλλωστε και στο είδος της μουσικής. Μαθαίνουμε λίγο πολύ (εμείς που δεν γνωρίζουμε) την ιστορία της σκηνής, με συνεντεύξεις από τους πρωτοπόρους του είδους, πχ. τους Darkthrone και τους (τεράστιους) Burzum. Αλλά περισσότερο από τη μουσική ιστορία της σκηνής, μαθαίνουμε τα παρεπόμενα, τις ακραίες παρεκκλίσεις της: τους εμπρησμούς εκκλησιών και τις δολοφονίες, που συγκλόνισαν για μια περίοδο την κοινωνία της Νορβηγίας. Το κοινό παρακολουθεί ενεργά και επιδοκιμάζει μερικές από τις πράξεις. Όπως προσπαθούν να μας εξηγήσουν άλλωστε οι δράστες, πίσω από τις πράξεις αυτές δεν υπήρχαν σκοτεινά ή σατανιστικά κίνητρα, αλλά ένα κίνημα, μεταξύ άλλων αντιχριστιανικό, που μεγεθύνθηκε και αλλοιώθηκε από τα ίδια τα ΜΜΕ. Σίγουρα για κάποιον που θέλει να εξηγήσει το φαινόμενο του black metal είναι ένα ντοκυμαντέρ που αξίζει να δει. Και οι δύο πάντως παραπάνω μουσικές ταινίες, πέρα από τη μουσική και το ενδιαφέρον γύρω από αυτή, προσφέρουν και μια διερεύνηση της κοινωνίας που γέννησε τα μουσικά αυτά κινήματα, της αγγλικής και της νορβηγικής κουλτούρας.


Μ.Μ.

23/9/09

Νύχτες Πρεμιέρας 2009

An Education (Lone Scherfig, 2009)


Οι Νύχτες Πρεμιέρας ξεκίνησαν φέτος μάλλον χλιαρά με τη συμπαθητική διασκεδαστική ταινία της Lone Scherfig An Education. Εξάλλου, όπως φάνηκε από τις καθιερωμένες ομιλίες της πρεμιέρας, στο φετινό φεστβάλ έχει δοθεί έμφαση στην ψυχαγωγία. Εύχομαι να εννοούν την ψυχαγωγία με την πρωταρχική της έννοια, αλλά πολύ αμφιβάλλω. Εκ πρώτης όψεως, η πληθώρα των ελαφρών κωμωδιών και των σπλάτερ μάλλον δεν δείχνει προς αυτήν την κατεύθυνση. Ούτε βέβαια και οι δηλώσεις, όπου οι διοργανωτές καταθέτουν την πρόθεσή τους να μας βοηθήσουν να ξεχάσουμε την κρίση. Στον αντίποδα βέβαια προβάλλεται η πρόθεσή τους να στηρίξουν το ελληνικό σινεμά, αλλά αυτό αποτελεί ως έναν βαθμό και δώρο του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
Η επιλογή για το άνοιγμα του φεστιβάλ επιβεβαιώνει μάλλον αυτές τις υπόνοιες: η προτίμηση στρέφεται προς τις feel good ταινίες (όρος που έχει κατακλύσει άλλωστε και τις παρουσιάσεις του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ). Θα μου πείτε, είναι αυτό αρνητικό; Σίγουρα πάντως είναι εύστοχο, αφού ο κόσμος προτιμά αυτές τις ταινίες. Ωστόσο, δεν ξέρω αν σκοπός του φεστιβάλ θα έπρεπε να είναι η εμπορικότητα των ταινιών ή το να διατηρεί έναν χαρακτήρα. Τελοσπάντων, όλα αυτά είναι σκέψεις που ίσως διαψευστούν στη συνέχεια.
Η Δανέζα σκηνοθέτιδα, που έγινε γνωστή στο ευρύτερο κοινό με το Ιταλικά για Αρχάριους, μας έρχεται τώρα με μια αγγλική παραγωγή, μια επιτυχία στο Sundance, που ενδεχομένως να κάνει και μια καλή πορεία στις αίθουσες. Πίσω στα sixties, μια νεαρή λονδρέζα ενηλικιώνεται και, μέσα από τη γνωριμία της με έναν μεγαλύτερό της άνδρα, έρχεται αντιμέτωπη με τα διλήμματα της ζωής. Όπου δίλημμα για μια νεαρή της εποχής σημαίνει: να παντρευτεί τον πλούσιο άνδρα και να αποκτήσει τη ζωή που ονειρεύεται ή να συνεχίσει τις λαμπρές σπουδές της και να πετύχει μια σπουδαία καριέρα (ως δασκάλα, βέβαια) με τις δικές της δυνάμεις. Το αποτέλεσμα είναι όσο απλοϊκό και ελαφρό ακούγεται, μόνο που δεν παύει να είναι καλοφτιαγμένο. Φρεσκάδα υπάρχει, και στη σκηνοθεσία και στους ηθοποιούς, τόσο στην πρωταγωνίστρια όσο και στους άλλους ρόλους. Αλλά υπάρχουν και πολλά εύπεπτα κλισέ, που οφείλονται μάλλον στη μπεστ σέλερ λογική του σεναρίου του Nick Hornby.



High Life (Gary Yates, 2009)


Η κατηφόρα στο σινεμά της διασκέδασης συνεχίστηκε με την (κατά λάθος) επιλογή της ταινίας High life του Gary Yates. Στο πρώτο πεντάλεπτο, συνειδητοποιώντας πόσο ηλίθια ταινία επρόκειτο να δω σκέφτηκα σοβαρά να φύγω. Και το σκεφτόμουν για αρκετή ώρα. Μέχρι που αποφάσισα που η ηλιθιότητά της είναι τέτοια που αξίζει να κάτσω μέχρι το τέλος. Τέσσερα πρεζάκια που αποφασίζουν να ληστέψουν μια τράπεζα. Υποσχέσεις για ηλίθιο χιούμορ, αλλά σίγουρα τίποτα καινούριο. Ούτε για το είδος των ταινιών με ληστείες, ούτε για το είδος των ταινιών με πρέζα. Το γεγονός ότι διαδραματίζεται στα eighties ελάχιστη σημασία έχει, πέρα από τη μουσική δηλαδή. Πλησιάζοντας προς την κορύφωση, αρχίζει να βγάζει κάποιο γέλιο, πάντα στα πλαίσια της ηλιθιότητας βέβαια, αλλά δεν μπορούσαμε να περιμένουμε κάτι καλύτερο. Παρ' όλα αυτά οι ηθοποιοί δεν είναι κακοί, ούτε η ταινία είναι κακογυρισμένη, ίσως θα προτιμούσα κάπως πιο σφιχτό, δεμένο ρυθμό, και φυσικά κάτι καινούριο να μας πει.


Θα συνεχίσουμε οσονούπω παρουσιάζοντας άλλες ταινίες του φεστιβάλ.
Μ.Μ.

16/8/09

Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Locarno

Παρότι έχουμε καιρό να τα πούμε - και υποσχόμαστε να επανορθώσουμε από το Σεπτέμβρη και έπειτα, όταν θα έχουμε τελειώσει με τις τρέχουσες υποχρεώσεις -, η συγκεκριμένη είδηση μόλις έφτασε στο ταχυδρομείο μας και αξίζει αναφοράς.
Η φετινή ελληνική κινηματογραφική παραγωγή επιβραβεύεται στα διεθνή φεστιβάλ. Έτσι μετά από τη βράβευση του Γιώργου Λάνθιμου για τον Κυνόδοντα στις Κάννες, στο πρόσφατο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Locarno της Ελβετίας, ο Αντώνης Καφετζόπουλος κέρδισε το βραβείο για την ερμηνεία του στην ταινία του Φίλιππου Τσίτου Ακαδημία Πλάτωνος (εναλλακτικός τίτλος Δεν θα γίνεις έλληνας ποτέ), αντιρατσιστική ταινία, γύρω από τη σύγχρονη πολυπολιτισμική Αθήνα. Ακόμη η ταινία πήρε και το τρίτο βραβείο της επιτροπής Νέων. Για περισσότερες πληροφορίες για τα βραβεία και το φεστιβάλ εδώ.
Για την ιστορία, ως καλύτερη ταινία του διεθνούς διαγωνιστικού ξεχώρισε το She, a Chinese της Xiaolu Guo.

Από όσο γνωρίζουμε η ελληνογερμανικής παραγωγής ταινία, θα προβληθεί στις αίθουσες τον ερχόμενο χειμώνα.

Αυτά προς το παρόν, και θα επανέλθουμε δριμύτεροι συντόμως...

A.T.

15/7/09

Είναι κάτι νύχτες με φεγγάρι


Για τον καθένα μας η αφορμή που αναγγέλλει τον ερχομό του καλοκαιριού είναι διαφορετική. Γι' άλλον είναι το πρώτο μπάνιο, γι' άλλον το πρώτο καρπούζι, γι' άλλον το πρώτο ηλιοβασίλεμα στο Σούνιο. Για κάποιους από μας, λίγο περίεργους ομολογουμένως, είναι το πρώτο θερινό σινεμά, όπου ως γνωστόν φεύγουν τα καλύτερα μας χρόνια και τα νιάτα μας περνούν (θυμάται κανείς άραγε εκείνη τη συναυλία;). Έτσι κι εγώ μια νύχτα του Ιουνίου, πάνω που είχαν αρχίσει να πιάνουν οι ζέστες, κατηφόρισα προς το Σινέ Όασις στο Παγκράτι. Όνομα και πράγμα για τη γειτονιά του, δύο-τρία δέντρα ανάμεσα στις πολυκατοικίες τις πυρωμένες από τον ήλιο, λίγος άδειος χώρος ανάμεσα στα αυτοκίνητα και το μπετόν, φάτσες συμπαθητικές, και μια ταινία που δυστυχώς μόνο εκεί μπορεί κανείς να βρει. Ευτυχώς ο θεσμός των επανεκδόσεων μάς έχει δώσει έναν κάποιο λόγο να πηγαίνουμε ακόμα στα θερινά τα σινεμά, κατά τα άλλα κατακλυσμένα από χολιγουντιανές μπαρούφες και χαζογαλλικές κωμωδιούλες (αλήθεια, λέει είμαστε η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα σε εισαγωγές γαλλικών ταινιών;).

Gruppo di Famiglia in un Interno (Luchino Visconti, 1974)



Lack of feeling is nothing, lack of touch very grave.
- W.H. Auden

Η ταινία που είδα εκείνο το βράδυ ήταν ένα από τα λιγότερο γνωστά σ' εμάς αριστουργήματα του δημιουργού της, τη Γοητεία της Αμαρτίας του Luchino Visconti. Ίσως κάπως αυθαίρετα να μπορούσαμε να πούμε ότι το έργο αυτό του Visconti κλείνει μια τριλογία που είχε αρχίσει με τον Γατόπαρδο και συνεχίστηκε με τον Θάνατο στη Βενετία. Και στις τρεις ταινίες πρωταγωνιστής είναι ένας ηλικιωμένος, αριστοκράτης, διανοούμενος ή καλλιτέχνης, ή ένας συνδυασμός των παραπάνω χαρακτηριστικών, που γνωρίζει έναν όψιμο έρωτα που μπορεί να του ξαναδώσει ζωή, αλλά είναι πολύ αργά πια για να τον ζήσει. Ίσως βέβαια να μην είναι απλώς μια τριλογία, αλλά ένα θέμα που στοιχειώνει όλο το έργο του Ιταλού σκηνοθέτη: ο Deleuze παρομοιάζει το πολύ αργά πια του Visconti, με το βασανιστικά επαναλαμβανόμενο Nevermore του Edgar Allan Poe.
Στη Γοητεία της Αμαρτίας (στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει αυθαιρετήσει μόνο ο Έλλην μεταφραστής, αλλά και ο Άγγλος και ο Γάλλος) ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Burt Lancaster είναι ένας μοναχικός, στριφνός και γερασμένος καθηγητής που ζει μόνος του σε ένα αχανές ρωμαϊκό palazzo. Εκεί θα δεχτεί τη βάρβαρη εισβολή μιας ξεπεσμένης μαρκησίας που του ζητά επίμονα να της νοικιάσει το επάνω διαμέρισμα. Μετά από πίεση θα δεχτεί, για να ανακαλύψει ότι η μαρκησία δεν ήθελε το σπίτι για την αλλόκοτη οικογένειά της, αλλά για τον νεαρό ζιγκολό εραστή της. Σύντομα ο κόσμος του καθηγητή θα διαταραχτεί από τη γνωριμία με τον νεαρό, και στην άτονη ζωή του θα εισβάλει ο θόρυβος, το χρώμα, το πάθος. Όπως στο Θεώρημα του Pasolini ο Terence Stamp, εδώ ο Helmut Berger γίνεται ο θεός ή διάβολος που έλκει σαν μαγνήτης γύρω του όλους τους υπόλοιπους χαρακτήρες.
Τελικά το μόνιμο ερώτημα του Visconti είναι κατά πόσο μπορεί να συμφιλιωθεί η πνευματική ζωή με τον αισθησιασμό, η αριστοκρατική με τη χυδαία φύση. Όμως η απάντηση παραπέμπει σε άλλα ερωτήματα, ολοένα πιο πολύπλοκα, που καταλήγουν στο ερώτημα αν μπορεί τελικά να συμφιλιωθεί το ζωντανό με το πεθαμένο, το εξαντλημένο. Έρχεται αντιμέτωπη η ζωή του καλλιτέχνη ή του ανθρώπου της τέχνης με την τέχνη της ζωής, η κόλαση της μοναξιάς με την κόλαση των άλλων, το ζην στο παρελθόν, υπό το βάρος των έργων τέχνης και της ιστορικής κληρονομιάς που πλημμυρίζει το κλειστό διαμέρισμα του καθηγητή, και στο ζην στο παρόν, στο ανέμελο, βάρβαρο, ισοπεδωτικό περιβάλλον των εισβολέων του. Όπως και στον Γατόπαρδο, μια νέα τάξη αστών έρχεται να ισοπεδώσει τα πάντα, να μετατρέψει τα πάντα σε αγαθά προς πώληση, την τέχνη, το πάθος, τα ιδανικά. Ο άνθρωπος της τέχνης, ο δημιουργός ή ο διανοούμενος, ο Visconti, βρίσκεται τελικά πάντα καταδικασμένος στη μοναξιά.

Μ.Μ.

9/7/09

Los Angeles Greek Film Festival 2009

Καθως η ζέστη μας έχει χτυπήσει κατακέφαλα, δημοσιεύουμε μια σύντομη παρουσίαση του 3ου Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου, από τον φίλο μας Μάριο και ανταποκριτή μας στο Λος Άντζελες.


Πραγματοποιήθηκε στο Λος Άντζελες (Egyptian Theater) το 3ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου (25-28 Ιουνίου) κατά τη διάρκεια του οποίου προβλήθηκαν 22 ταινίες, εκ των οποίων 15 είχαν την πρώτη προβολή τους στις ΗΠΑ. Η προσπάθεια αυτή υποστηρίχθηκε από το Υπουργείο Τουρισμού, τη Γεν. Γραμματεία Ενημέρωσης και το Γραφείο Τύπου της Ελλάδος στο Λος Άντζελες.
Το Φεστιβάλ ξεκίνησε με την προβολή της ταινίας Μικρό Έγκλημα του κ. Γεωργίου και τη δεξίωση στην οποία οι διοργανώτριες κες Ι. Γιαννοπούλου και Ε. Δάνου είχαν την ευκαιρία να ευχαριστήσουν τους χορηγούς και να παρουσιάσουν τους νέους δημιουργούς. Στα εγκαίνια εμφανίστηκε και η γνωστή ελληνίδα ηθοποιός Μιμή Ντενίση (πάντα και παντού), σε ρόλο αναδόχου του Φεστιβάλ, o ηθοποιός Αλέξης Γεωργούλης και η νεαρή τραγουδίστρια Καλομοίρα.
Κατά τη διάρκεια του Φεστιβάλ πραγματοποιήθηκε συζήτηση για το μέλλον και τις προοπτικές του Ελληνικού Κινηματογράφου εκτός συνορών. Στο πάνελ συμμετείχαν οι: Nia Vardalos, Sanford Panitch, Phedon Papamichael, Markos Holevas και ο Stamatis Athanassoulas, ενώ συντονιστής ήταν ο κ.Terry Dougas.
Στην απονομή των βραβείων, κατά την τελευταία ημέρα, παρέστησαν μεταξύ άλλων, ο πρόεδρος της εταιρείας FOX Jim Giannopoulos, o Straton Leopold, η ελληνοαμερικανίδα ηθοποιός Nia Vardalos, της οποίας το πρώτο σκηνοθετικό εγχείρημα Ι hate Valentine's Day προβλήθηκε σε παγκόσμια πρεμιέρα στα πλαίσια του Φεστιβάλ καθώς και η αμερικανίδα ηθοποιός, γνωστή στο ευρύ κοινό από την τηλεοπτική σειρά «Τaxi», Marilu Henner. Ειδικό τιμητικό βραβείο απονεμήθηκε στην ελληνικής καταγωγής σκηνοθέτιδα Penelope Spheeris της οποίας προβλήθηκαν σε ειδική βραδιά οι ταινίες Suburbia και No use walking when you can stroll.
Περισσότερες πληροφορίες για το Φεστιβάλ μπορούν να αντληθούν από την ιστοσελίδα www.lagreekfilmfestival.org

Οι ταινίες που προβλήθηκαν είναι οι εξής:

ΑΘΑΝΑΣΙΑ - ΚΑΛΑ ΚΡΥΜΜΕΝΑ ΜΥΣΤΙΚΑ
Greece/USA, 2008, 95 min, 35mm, US Premiere
Dir: Panos Karkanevatos

ELLI MAKRA-42277 WUPPERTAL
Germany, 2007, 80 min, DVD, US Premiere
Dir: Athanasios Karanikolas

GOODNIGHT IRENE
Portugal, 2008, 98 min, Digibeta, LA Premiere
Dir: Paolo Marinou-Blanco

GUINNESS
Greece, 2009, 94 min, 35mm, US Premiere
Dir: Alexis Kardaras

I HATE VALENTINE'S DAY
USA, 2009, World Premiere
Dir: Nia Vardalos

RUN IT
USA, 2008, 110 min, Digibeta, LA Premiere
Dir: Evangelos Giovanis and George Giovanis

ΜΙΚΡΟ ΕΓΚΛΗΜΑ
Greece/Cyprus/Germany, 2008, 85 min, 35mm, LA Premiere
Dir: Christos Georgiou

VALSE SENTIMENTALE
Greece, 2007, 107 min, 35mm, LA Premiere
Dir: Constantina Voulgaris

τα ντοκυμαντέρ

ΛΟΥΟΜΕΝΟΙ
Greece, 2008, 47 min, Digibeta, US Premiere
Dir: Eva Stefani

CHAMELEON BEACH
(Kamaeleonernes Strand)
Denmark, 2008, 52 min, Beta SP, US Premiere
Dir: Adam Schmedes

NO SUBTITLES NECESSARY: LASZLO & VILMOS
USA, 2008, 97 min, 35mm
Dir: James Chressanthis

ON THE EDGE
(Kami Hito E-On the Edge)
Japan, 2009, 22 min, US Premiere
Dir: Basile Doganis

T FOR TROUBLE AND THE SELF ADMIRATION SOCIETY
Greece, 2009, 108 min, Digibeta, US Premiere
Dir: Dimitris Athiridis

THEMIS
Greece, 2009, 85 min, Digibeta, US Premiere
Dir: Marco Gastine

ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ Ο ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ
ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΚΑΒΑΦΗ

Greece, 2007, 90 min, Digibeta, LA Premiere
Dir: Stelios Charalambopoulos

και τα μικρού μήκους

I AM GAY
(Jag Är Bög)
Sweden, 2008, 15 min, 35mm, LA Premiere
Dir: Nicolas Kolovos

MARIZA (Digital Animation)
Greece/Australia, 2008, 5 min, Beta SP, US Premiere
Dir: Constantine Krystallis

ONE NIGHT TOGETHER
Greece, 2009, 13 min, 35mm, LA Premiere
Dir: Eleftheria Astrinaki

ΟΔΟΜΑΧΙΑ
Greece, 2008, 14 min, Digibeta, US Premiere
Dir: Christos Kanakis

SYNTAGMA
Greece, 2008, 8 min, 35mm, US Premiere
Dir: Christina Ioakeimidi

THE GRANDFATHER
(Der Grossvater)
Germany, 2009, 20 min, Digibeta, World Premiere
Dir: Nikias Chryssos

WE CALL HER DAISY
UK, 2008, 23 min, Digibeta, US Premiere
Dir: Stefan Georgiou

25/6/09

The 25th hour (Spike Lee, 2002)


Ξαναπέτυχα χθες στην τηλεόραση την 25η ώρα του Spike Lee και επιβεβαίωσα την αρχική άποψή μου, ότι είναι δηλαδή από τις πιο ενδιαφέρουσες αμερικανικές ταινίες που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια. Είναι ένας καθρέφτης της νεουορκέζικης κοινωνίας στις αρχές της 3ης χιλιετίας, στη σκιά της 11ης Σεπτέμβρη, των οικονομικών σκανδάλων της κυβέρνησης Μπους, γεμάτος μελαγχολία, νοσταλγία, οργή, αλλά και πατριωτισμό, ελπίδα. Καταγράφει τις τελευταίες 24 ώρες ελεύθερης ζωής του Μόντι Μπρόγκαν, ο οποίος συνελήφθη για εμπόριο ναρκωτικών και έχει μία μέρα για να αποχαιρετίσει τους δύο καλύτερους φίλους του, τη γυναίκα του, τον πατέρα του, το σκύλο του, αλλά και να μάθει ποιος τον πρόδωσε. Όταν βγήκε η ταινία το σημείο όπου στάθηκαν οι περισσότερες παρουσιάσεις της ήταν το γεγονός ότι ο πρωταγωνιστής της ήταν λευκός. Βέβαια, δεν ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε κάτι τέτοιο. Ήδη στο Καλοκαίρι του Σαμ, ο Spike Lee είχε εστιάσει σε μια ιταλική κοινότητα της Νέας Υόρκης. Η ματιά του μπορεί να μην έχει την ίδια οξύτητα που είχε στις πρώτες ταινίες του σχετικά με τα φυλετικά ζητήματα, αλλά στο μεταξύ και η ίδια η Αμερική έχει αλλάξει πολύ από την εποχή του Do the Right Thing.
Ωστόσο, δεν μπορεί να πει κανείς ότι τα φυλετικά/εθνοτικά ζητήματα έχουν λέιψει ποτέ από τις ταινίες του: και στο Καλοκαίρι του Σαμ αλλά και στην 25η ώρα έχουν κεντρική θέση, σε σημείο που μπορεί να πει κανείς ότι η 25η ώρα εντάσσεται σε μια σειρά ταινιών που ξεκινούν από τον Scorsese και τον Cimino για να φτάσουν ως τον James Gray. Η Αμερική ως χωνευτήρι λαών, είναι το ερώτημα και η προβληματική. Υπάρχουν 2-3 σκηνές στην ταινία που φέρουν τη μοναδική σφραγίδα του σκηνοθέτη της, και σηκώνουν όλο το βάρος της. Είναι η σκηνή του Eduard Norton στον καθρέφτη, που παραπέμπει τόσο στους μονολόγους του Ταξιτζή του Scorsese, όσο και στους μονολόγους των πρωταγωνιστών του Do the Right Thing, όπου οι ήρωες εκφράζουν ρατσιστικά στερεότυπα. Εδώ ο Norton βρίσκεται σε μια τουαλέτα και καθώς βρίσκεται μπροστά στη χαρακτηριστική επιγραφή Fuck you αρχίζει να βρίζει όλες τις φυλές, όλες τις επαγγελματικές ή κοινωνικές ομάδες της Νέας Υόρκης, για να καταλήξει στους φίλους του, τη γυναίκα του, την οικογένειά του, και τελικά να κοιτάξει τον ίδιο του τον εαυτό και να αρχίσει να τον οικτίρει για την αποτυχία του. Σε αυτή τη σκηνή θα λέγαμε ότι εκφράζεται περισσότερο το μήνυμα των παλαιότερων έργων του Spike Lee, της Αμερικής ως salad bowl, όπου δεν υπάρχει δυνατότητα συγχώνευσης ανάμεσα στις διάφορες ομάδες.

Όμως στην τελευταία ονειρική σκηνή, την 25η ώρα(;), η ματιά του αλλάζει. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα μήνυμα ενότητας, έστω και αν αυτό παρουσιάζεται μόνο ως δυνητικό, μέσα από την απαισιόδοξη φιγούρα του πατέρα και μέσα από το όνειρο του Μόντι. Κατά την 25η ώρα του, ο Μόντι ανακαλύπτει ότι υπάρχει εναλλακτική απέναντι στη σαπίλα, τη διαφθορά, την εύκολη επιτυχία. Υπάρχει ένα εναλλακτικό αμερικάνικο όνειρο και το βλέπει σαν ένα τράβελινγκ σε χαμογελαστά πρόσωπα διάφορων εθνοτήτων, την Αμερική ως melting pot, την Small-town America. Το όνειρο ταυτίζεται άλλωστε με την παλαιότατη αμερικάνικη προτροπή: "Go west, young man" και θα γίνεις ένας νέος άνθρωπος.

Ωστόσο, το όνειρο παραμένει στο επίπεδο του δυνητικού. Είναι σαφές ότι η Αμερική περνάει μια βαθύτατη κρίση, η οποία υποδεικνύεται άλλωστε από τα πλάνα του Spike Lee στο ground zero. Σε μια εποχή που τα τραύματα ήταν ακόμα νωπά, όπου η αμερικανική κινηματογραφική βιομηχανία έχει απαγορεύσει ουσιαστικά κάθε αναφορά στο τραυματικό συμβάν της 11ης Σεπτεμβρίου, ο Spike Lee τολμάει να αναφερθεί στα γεγονότα και να τα συνδέσει με την κρίση που περνούν οι χαρακτήρες του. Χαρακτηριστική εξάλλου της παρακμής και της κρίσης είναι και η σκιά που πλανιέται πάνω από το μπαρ του πατέρα, που σέρβιρε ποτά σε πυροσβέστες. Έμμεσα, ο Spike Lee στηλιτεύει και τους πρόσφατους σκληρούς νόμους κατά των ναρκωτικών και κάνει ένα παραλληλισμό ανάμεσα στον πρωταγωνιστή που ετοιμάζεται να εκτίσει την ποινή του και τους κερδοσκόπους της Wall Street και τους υπεύθυνους για το σκάνδαλο της Enron που κυκλοφορούν ελεύθεροι.
"Go west young man, and grow up with the country" ήταν το ρητό του Horace Greely. Το νεοπατριωτικό μήνυμα του Spike Lee θα μπορούσε να είναι "go back west young man, and regrow with the country".
M.M.