27/2/11

Βραβεία César 2011


Όπως σχεδόν κάθε χρόνο, χθές, Σάββατο βράδυ, λίγες ώρες από την τελετή των βραβείων Όσκαρ, η γαλλική Ακαδημία των Τεχνών και των Τεχνικών του Κινηματογράφου απένειμε τα βραβεία César στο Théâtre du Chatelet.
Ως καλύτερη ταινία λοιπόν οι Γάλλοι επέλεξαν το εξαιρετικό Des hommes et des dieux για το οποίο ο Μιχάλης έκανε λόγο εδώ, ενώ το César καλύτερη σκηνοθεσίας κέρδισε ο Roman Polanski για το Ghost Writer, το οποίο αν και αγγλόφωνο αποτελεί εντούτοις γαλλική συμπαραγωγή (να υπογραμμίσουμε εδώ ότι αντιθέτως για τα βραβεία Όσκαρ βασικό κριτήριο αποτελεί η γλώσσα της ταινίας και όχι η χώρα παραγωγής). Μια από τις εκπλήξεις της χρονιάς, το Le Nom des gens του Michel Leclerc, έφυγε με το βραβείο καλύτερου πρωτότυπου σεναρίου, ενώ ο Polanski μαζί με τον Robert Harris πήραν το αντίστοιχο διασκευασμένου. Ως καλύτερη ταινία πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη ξεχώρισε το Gainsbourg (vie héroïque) του Joann Sfar, ενώ το The Social Network επιλέχθηκε ως καλύτερη ξένη ταινία της χρονιάς, αφήνοντας πίσω του, μεταξύ άλλων, το επίσης αμερικάνικο Inception του Christopher Nolan, αλλά και το El secreto de sus ojos του Αργεντινού Juan José Campanella, μια από τις αγαπημένες μου για το 2010.
Στην κάπως άνευρη, όπως σχεδόν άλλωστε κάθε χρόνο τελετή ξεχώρισαν το όχι και τόσο πετυχημένο hommage του παρουσιαστή Antoine De Caunes (‘fucking-phoque’) στο τιμώμενο πρόσωπο της βραδιάς, τον Quentin Tarantino, το συγκινητικό αφιέρωμα στον σπουδαίο Claude Chabrol, ο οποίος έφυγε το Σεπτέμβρη του 2010, δίχως να έχει βραβευτεί ποτέ από την Γαλλική Ακαδημία, αλλά και η βράβευση του νεαρού ηθοποιού Edgar Ramirez (Gainsbourg – vie heroique), ο οποίος παραλαμβάνοντας το César καλύτερης « Aνδρικής Ελπίδας », ευχαρίστησε κατά λάθος, μέσα στο άγχος του την Académie Française... Περισσότερα νέα από Παρίσι σύντομα...



Για την ολοκληρωμένη λίστα των υποψηφιοτήτων :
εδώ

Α.Τ.

25/1/11

Ο Κυνόδοντας στα βραβεία Όσκαρ

Μετά από 33 χρόνια μια ελληνική ταινία θα διεκδικήσει το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας, στην 83η τελετή της απονομής των γνωστών βραβείων της Αμερικάνικης Ακαδημίας Κινηματογράφου. Ο Κυνόδοντας του Γιώργου Λάνθιμου, μετά λοιπόν από τη βράβευση του στο Φεστιβάλ των Κανών στην κατηγορία 'Ένα Κάποιο Βλέμμα', επιλέχθηκε τελικά στην πεντάδα για την καλύτερη ξένη ταινία της χρονιάς.
Η πρώτη ελληνική συμμετοχή ήταν το 1963, με την Ηλέκτρα του Μιχάλη Κακογιάννη ενώ έναν μετά, το 1964, τα Κόκκινα φανάρια του Βασίλη Γεωργιάδη, βρέθηκαν στην ίδια πεντάδα με το 8 ½ του Φεντερίκο Φελίνι που απέσπασε τελικά το βραβείο. Μια ακόμη ταινία του Γεωργιάδη, το Το χώμα βάφτηκε κόκκινο διεκδίκησε το Όσκαρ το 1966, ενώ το 1978 και πάλι ο Κακογιάννης θα εκπροσωπήσει την Ελλάδα με την Ιφιγένεια. Ο Γιώργος Λάνθιμος γίνεται έτσι ο τρίτος μόλις Έλληνας σκηνοθέτης που θα συμμετάσχει στην εν λόγω κατηγορία. Περισσότερα για την ταινία γράφει ο Μιχάλης εδώ.
Ενώ εδώ θα βρείτε το βίντεο της ανακοίνωσης των τελικών υποψηφιοτήτων καθώς και τη λίστα με τις υπόλοιπες κατηγορίες των φετινών βραβείων.

Α.Τ.

24/1/11

Biutiful Hereafter

Δύο ταινίες δύο μεγάλων σκηνοθετών αναμετρώνται με κοινό θέμα τον θάνατο, το πριν και το μετά. Για κανέναν από τους δύο βέβαια δεν αποτελεί καινούριο θέμα. Και οι τέσσερις ταινίες του Μεξικανού Inarritu, αλλά και οι περισσότερες πρόσφατες ταινίες του Clint Eastwood (για να μην πούμε για τις παλαιότερες) περιστρέφονται γύρω από το θέμα του θανάτου. Ο καθένας πιστός στο είδος του, στις υπαρξιακές του αναζητήσεις, στον κινηματογράφο που υπηρετεί.

Hereafter (Clint Eastwood, 2010)


Θα μπορούσε κανείς να πει ότι στο Hereafter ο Eastwood δανείζεται τη σεναριακή δομή των προηγούμενων ταινιών του Inarritu και του μέχρι πρότινος σεναριογράφου του Guillermo Arriaga, με τρεις παράλληλες ιστορίες που συνδέονται στο φινάλε. Η κάθε ιστορία περιλαμβάνει έναν διαφορετικό τρόπο σχέσης με το θάνατο. Ένας Αμερικάνος, πρώην μέντιουμ, που θέλει να σταματήσει να επικοινωνεί με τους νεκρούς και να ζήσει μια κανονική ζωή, μία Γαλλίδα τηλεπαρουσιάστρια που ζει μία μεταθανάτια εμπειρία χτυπημένη από το φονικό τσουνάμι, ένα Αγγλάκι που πενθεί για το δίδυμο αδερφό του. Η εξέλιξη της ταινίας είναι λίγο πολύ προβλέψιμη: ο κάθε χαρακτήρας αδυνατεί να αντιμετωπίσει μόνος του τα φαντάσματά του και η μόνη λύση μπορεί να προκύψει αν συναντηθούν οι δρόμοι τους. Η αφορμή για την "τυχαία" συνάντησή τους είναι τρία παράλληλα "readings": reading ενός βιβλίου του Ντίκενς, αγαπημένου συγγραφέα του πρωταγωνιστή, reading του βιβλίου της Γαλλίδας όπου πραγματεύεται τη μεταθανάτια εμπειρία, "reading" του μέντιουμ ή αλλιώς επικοινωνία με το νεκρό αδερφάκι.
H καλύτερη ταινία του Eastwood δεν είναι σε καμία περίπτωση. Όπως και το Changeling, πριν κάποια χρόνια, δεν είναι η ταινία που θα σου μείνει καρφωμένη στο μυαλό, είναι χαμηλών τόνων, αλλά χάρη στον δεξιοτεχνικό χειρισμό της (αναμενόμενης έστω) πλοκής προκαλεί τη συγκίνηση, με τρόπο που μόνο ένας από τους τελευταίους κλασικούς του Hollywood μπορεί να το κάνει. Δεν λείπουν τα κλισέ βέβαια, ιδίως όσον αφορά την απεικόνιση των Ευρωπαίων, αλλά είναι και αυτό χαρακτηριστικό του Hollywood. Όπως άλλωστε και η χρήση των εφέ στη σκηνή καταστροφής του τσουνάμι, που θα ζήλευε ακόμα και ο Spielberg. Η μεταφυσική επικοινωνία με τους νεκρούς δεν είναι το κύριο θέμα του Eastwood, αλλά η αφορμή για τις υπαρξιακές αναζητήσεις του. Πρώτα απ' όλα τον ενδιαφέρουν οι ζωντανοί, πώς συνεχίζουν να ζουν, πώς ξεπερνούν το θάνατο, πώς βρίσκουν παρηγοριά στους άλλους.






Biutiful (Alejandro González Inárritu, 2010)



Όσο για την ταινία του Inarritu, Biutiful, κανείς δεν μπορεί να τον κατηγορήσει για κλισέ. Αντίθετα με ό,τι δηλώνει ο ειρωνικός τίτλος, ο Inarritu κινηματογραφεί την πιο άσχημη Βαρκελώνη που έχουμε δει ποτέ σε ταινία, πολύ μακριά από τη στερεοτυπική (έως και ανύπαρκτη) εκδοχή της Ισπανίας που παρουσίασε πρόσφατα ο Woody Allen. Για πρώτη φορά χωρίς τον σεναριογράφο που τον συνόδευσε στις προηγούμενες ταινίες του, εγκαταλείπει τη σπονδυλωτή δομή και αφήνει τον πρωταγωνιστή του να σηκώσει μόνος το βάρος όλου του κόσμου. Καρκίνος σε τελικό στάδιο, δύο παιδιά στο έλεος μιας διπολικής μάνας, οικονομικοί μετανάστες από την Κίνα και την Αφρική που οδηγούνται από λάθος του στο θάνατο ή στη φυλακή, επικοινωνία με τους νεκρούς (και εδώ), παγκοσμιοποίηση, νεοφιλελευθερισμός, οικονομική κρίση, αδυσώπητοι εργολάβοι, ανεργία, διαφθορά, κόκκινα ούρα, μούχλα στο ταβάνι. Όλα Biutiful.
Και για να μην παρεξηγηθώ, η ταινία είναι πράγματι Biutiful: το κυνηγητό αστυνομίας-Αφρικανών στο αγνώριστο κέντρο της Βαρκελώνης, η μελαγχολία της σκηνής με τα δύο αδέρφια στο κλαμπ ή πολλές από τις οικογενειακές στιγμές είναι σπουδαία δείγματα σκηνοθεσίας. Πάνω απ' όλα βέβαια, τα εύσημα ανήκουν στον Javier Bardem, που βγαίνει αλώβητος από την όλη δοκιμασία, χαρίζοντας αυθεντικότητα στο εγχείρημα που ίσως χωρίς αυτόν να έμοιαζε περισσότερο με διανοητική κατασκευή.
Το συμπέρασμα στο οποίο θέλω να καταλήξω είναι ότι, αν στο ένα άκρο βρίσκεται το Hollywood, όπου όλα λύνονται και όλα ξεπερνιούνται, ο Inarritu βρίσκεται στο άλλο άκρο, εκεί όπου θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για φετιχοποίηση της μιζέριας. Αν στον Eastwood η δυστυχία και ο ανθρώπινος πόνος γίνονται αφορμή για μια υπαρξιακή αναζήτηση και μια συγκινητική ταινία, ο Inarritu φαίνεται να θέτει ως αντικείμενο αναζήτησης την ίδια τη δυστυχία, σαν να πρέπει να χωρέσει όλη την αθλιότητα του κόσμου σε μία ταινία. Ακόμα και το μοναδικό αισιόδοξο μήνυμα που μένει από το Biutiful, περί εμπιστοσύνης στους ανθρώπους και αλληλεγγύης, ο Μεξικανός σκηνοθέτης δεν μας αφήνει καν να το πιστέψουμε, αφήνοντάς το αιωρούμενο, ίσως για να μην θεωρηθεί ως happy end.
M.M.


21/1/11

Τα Δωδεκάνησα στον κινηματογράφο

Αναδημοσιεύω εδώ ένα κείμενο το οποίο είχα γράψει το καλοκαίρι του 2010 για το περιοδικό ''Dodekanisos Express'' σχετικά με ταινίες που γυρίστηκαν στα Δωδεκάνησα...

Ο κινηματογράφος πάντοτε γοητευόταν από τα ελληνικά νησιά. Επόμενο λοιπόν, η σχέση της Δωδεκανήσου με την έβδομη τέχνη να είναι από παλιά αρκετά στενή. Η φυσική και ιδιαίτερη ομορφιά της περιοχής καθώς και η σπουδαία ιστορία της, την μετέτρεψαν συχνά σε κινηματογραφικό πλατό που φιλοξένησε πολυάριθμες ελληνικές αλλά και ξένες παραγωγές.
Τα Δωδεκάνησα πρωτοεμφανίζονται στη μεγάλη οθόνη στα κινηματογραφικά επίκαιρα τα οποία γυρίζουν ιταλοί οπερατέρ στη Ρόδο, κατά την περίοδο της ιταλικής κατοχής. Το 1948 ο Μιχάλης Γαζιάδης, ένας από τους πρωτοπόρους του ελληνικού κινηματογράφου, έρχεται στη Ρόδο για τα γυρίσματα της Άννας Ροδίτη (Anna of Rhodes), μιας από τις σημαντικότερες μεταπολεμικές παραγωγές με πρωταγωνιστή τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, την οποία μάλιστα οι δημιουργοί της αφιερώνουν στο « μαρτυρικό λαό της Δωδεκανήσου ». Χαρακτηριστικές οι σκηνές στο Καστέλο, την οδό Ιπποτών, το λιμάνι της πόλης, καθώς και την Φιλέρημο και την κοιλάδα των Πεταλούδων, σε μια από τις πλουσιότερες κινηματογραφικές απεικονίσεις της Ρόδου. Δύο χρόνια αργότερα η ταινία μικρού μήκους Κώς του Π. Μεραβίδη, γυρισμένη στο ομώνυμο νησί, αποτελεί μια από τις πρώτες έγχρωμες ελληνικές παραγωγές.

« Έχω και κότερο, πάμε μια βόλτα ; ».

Κατά την δεκαετία του ‘60, την χρυσή περίοδο του ελληνικού κινηματογράφου, αρκετές είναι οι εγχώριες παραγωγές που επιλέγουν ως φυσικό σκηνικό τα Δωδεκανήσα. Πρώτος ο Λ. Κωνσταντάρας με τον Ανδρέα Κακαβά έρχεται για Κρουαζιέρα στη Ρόδο (1960, σκηνοθεσία Γιάννης Δαλιανίδης), για να ακολουθήσουν οι « εξωτικές » Νύχτες στο Μιραμάρε (1960, σκην. Ορέστης Λάσκος) με τη Ζωζώ Σαπουντζάκη. Κλασσικές πλέον είναι οι σκηνές στις πηγές της Καλλιθέας στην ταινία Το Δόλωμα με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Αλέκο Αλεξανδράκη (1964, σκην. Αλέκος Σακελλάριος). Την Κω και τις βόλτες με τα ποδήλατα προτιμά η Τζένυ Καρέζη στο Ποιά είναι η Μαργαρίτα ; (1961), υπό τους ήχους του « Μαργαρίτα Μαργαρώ » του Μίκη Θεοδωράκη. Στα Κορίτσια για Φίλημα (1965, σκην. Δαλιανίδης) η Ρένα Βλαχοπούλου, η Μάρθα Καραγιάννη, η Ζωή Λάσκαρη, ο Ανδρέας Ντούζος και ο Κώστας Βουτσάς φλερτάρουν και χορεύουν στην Παλιά Πόλη και με φόντο τα αξιοθέατα της κοσμοπολίτικης Ρόδου. O Λ. Κωσταντάρας επιστρέφει και πάλι στη Ρόδο με το Κάτι κουρασμένα παλικάρια (1967, σκην. Ντίνος Δημόπουλος), όπου κυνηγά την Νόρα Βαλσάμη στη μεσαιωνική πόλη και φαντασιώνεται την ιπποτική της αποπλάνηση στο «Ήχος και Φως», σε μια από τις καλύτερες ταινίες του είδους « καλοκαιρινές διακοπές στις πρώτες μεγάλες τουριστικές εγκαταστάσεις » που γυρίζονταν τότε.

« Οι τουρίστες από το Hollywood »

Η δεκαετία όμως του ‘60 χαρακτηρίζεται και από τις πρώτες επισκέψεις των ξένων κινηματογραφικών συνεργείων. Από τους πλέον αναγνωρίσιμους στάρ της εποχής, ο Yul Brynner επισκέπτεται τη Λίνδο για να πρωταγωνιστήσει στην κωμωδία Sunrise Package (1960, σκην. Stanley Donen). Την επόμενη χρονιά έρχεται στη Ρόδο μια από τις μεγαλύτερες παραγωγές που έχουν γυριστεί ποτέ στην Ελλάδα. Αν και η ιστορία διαδραματίζεται στο Ναβαρόνε, ένα φανταστικό νησί του Αιγαίου, και την Κέρο (πιθανή αναφορά στην μάχη της Λέρου κατά τον Β' Παγκ. Πόλεμο), Τα κανόνια του Ναβαρόνε με τις εξαιρετικές πολεμικές σκηνές και το λαμπρό χολυγουντιανό καστ (Gregory Peck, David Niven, Anthony Quinn και Irene Papas) θα αποτελέσουν την πιο διάσημη κινηματογραφική προβολή του νησιού των Ιπποτών. Σε μία από τις πρώτες της ταινίες, η Catherine Deneuve παίζει στο πλευρό του Jean-Paul Belmondo στο La chasse à l’homme, το οποίο εκτυλίσεται στη Ρόδο, ενώ ο γερμανός σκηνοθέτης Werner Herzog γυρίζει στην Κω το βραβευμένο αντιπολεμικό δράμα Lebenszeichen (1968). Την περίοδο εκείνη αναφέρονται στα Δωδεκάνησα χωρίς ωστόσο να έχουν γυριστεί εδώ : They Who Dare του Lewis Milestone με τον Dirk Bogarde (1953), το πρώτο φιλμ του Iταλού Sergio Leone Il Colosso di Rodi (1961) και το The Sponge Divers (1960) του Μάνου Ζαχαρία, ταινία γυρισμένη στη Σεβαστούπολη της Σοβιετικής Ένωσης με θέμα την Κάλυμνο.
Ακολουθεί μια περίοδος δίχως πολλές επισκέψεις από ξένα στούντιο. Το 1979 οι Roger Moore, Telly Savalas, David Niven και Claudia Cardinale έρχονται στη Ρόδο για την πολεμική περιπέτεια Escape To Athena, σε σκηνοθεσία του ελληνοαμερικάνου George Cosmatos. Στην κωμωδία High Season (1987) η Jacqueline Bisset υποδύεται μια φωτογράφο που ζεί στη Λίνδο, με συμπρωταγωνιστές τους James Fox, Kenneth Branagh και Ειρήνη Παπά. Την επόμενη χρονιά, τη Ρόδο και τη Σύμη επιλέγουν για φόντο οι βρετανοί παραγωγοί της ταινίας Pascali’s Island, με τους Ben Kingsley και Helen Mirren, σε μια από τις πιο όμορφες εικαστικά ταινίες που έχουν γυριστεί στα Δωδεκάνησα. Τρία χρόνια αργότερα η βραβευμένη με Όσκαρ ιταλική ταινία Mediterraneo καθιστά δημοφιλή τουριστικό προορισμό το Καστελλόριζο. Σε μια χρονιά όπου πολλές ξένες παραγωγές επιλέγουν την Ελλάδα, Το καλοκαίρι της Άννας/Annas Sommer (2001, σκην. Jeanine Meerapfel) γυρίζεται στη Σύμη, ενώ το 2005 ο ηθοποιός Matthew Modine πραγματοποιεί γυρίσματα στην Πάτμο για την κωμωδία Opa !. Τα μεσαιωνικά δρομάκια της παλιάς πόλης της Ρόδου μετατρέπονται με θαυμαστή πιστότητα σε αυτά της παλιάς Ιερουσαλήμ στο Ω, Ιερουσαλήμ (σκην. Elie Chouraqui, 2006), με τον γνωστό βρετανό ηθοποιό Ian Holm. Ακόμη, την ίδια χρονιά την Λίνδο επισκέπτεται ουγγρικό συνεργείο για τις ανάγκες του φιλμ Idegolo, στο οποίο εμφανίζονται οι Γιάννης Ζουγανέλης, Σάκης Μπουλάς και Ναταλία Δραγούμη.

Σιγά σιγά ο ελληνικός κινηματογράφος ανακαλύπτει και πάλι τα Δωδεκάνησα. Πέρα από τα πολυάριθμα ντοκιμαντέρ γύρω από τα νησιά, το 2000 ο Αλέκος Αλεξανδράκης υποδύεται έναν φαροφύλακα που ζεί στο μικρό νησί της Χάλκης στη μυθοπλασία Το φώς που σβήνει του Βασίλη Ντούρου. Τα ιδιαίτερα τοπία της Νισύρου προστίθενται στον σινεφίλ χάρτη το 2005 με την ταινία Νοσταλγός της Ελένης Αλεξανδράκη. Θα ακολουθήσουν το 2008 στο ίδιο νησί Ο Αρσιβαρίστας και ο Άγγελος της ίδιας δημιουργού, και το Καλά κρυμμένα μυστικά, Αθανασία του Πάνου Καρκανεβάτου, ενώ το 2009 η Βάνα Μπάρμπα περνάει Τρείς νύχτες στη Νίσυρο στην ομότιτλη αμερικάνικη ταινία. Oι στενοί δεσμοί της Λουκίας Ρικάκη με τη Ρόδο αποτυπώνεται τόσο σε σκηνές του Κράτησέ με που σκηνοθετεί το 2005, όσο και στο ντοκιμαντέρ Τα παιδιά της χορωδίας (2009) στο οποίο ακολουθεί τα ταξίδια της Πειραματικής Χορωδίας του Δήμου Ροδίων. Τέλος αρκετές σκηνές γυρίζει στη Ρόδο και ο Γιάννης Σμαραγδής για το Ελ Γκρέκο (2007), γύρω από την ζωή του ελληνικής καταγωγής ζωγράφου Δομήνικου Θεοτοκόπουλου.

Α.Τ.

9/1/11

Michael Curtiz - ο άνθρωπος του σινεμά



Ποτέ άλλοτε μια τόσο διάσημη ταινία δεν έχει γυριστεί από έναν τόσο παραγνωρισμένο δημιουργό. Κλασσικό αριστούργημα του αμερικάνικου κινηματογράφου και αναμφίβολα μια από τις πιο γνωστές ταινίες όλων των εποχών, το Casablanca θεμελίωσε μεν τον μύθο του Humphrey Bogart ο οποίος εξέφερε μερικές από τις διασημότερες χολυγουντιανές ατάκες (‘We will always have Paris’ και ‘Play it again Sam’), δεν εξασφάλισε όμως και την υστεροφημία του ταλαντούχου Ούγγρου σκηνοθέτη Michael Curtiz.

Όταν ο Mihaly Kertész - προτού εξαμερικανίσει το όνομά του - αποδέχεται το 1926 την πρόσκληση των αδερφών Warner να μεταναστεύσει στο Χόλλυγουντ, έχει ήδη πίσω του μια πλούσια και επιτυχημένη ευρωπαϊκή καριέρα, σκηνοθετώντας στα στούντιο της Βουδαπέστης και της Βιέννης πάνω από 50 φιλμ. Στα λίγα του φιλμ τα οποία διασώζονται μέχρι και σήμερα (δυστυχώς μόνο ένα από την ουγγρική περίοδο) διαφαίνονται ήδη κάποια βασικά στοιχεία του μετέπειτα αμερικάνικου έργου του αλλά και μια αξιοσημείωτη δυσαναλογία ανάμεσα σε ένα απλοικό σενάριο γεμάτο κλισέ (Σόδομα και Γόμορα, 1922 ή Σκλάβα Βασίλισσα, 1924) και μια καλοδουλεμένη και προσεγμένη φόρμα. Και αυτό είναι κάτι το οποίο θα σημαδέψει το έργο του, καταδικάζοντας το παράλληλα σε μια σχετική αφάνεια : σχεδόν ποτέ ο Curtiz δεν θα ενδιαφερθεί τόσο για το περιεχόμενο των ταινιών του, όσο θα παθιαστεί με την φόρμα και την πλαστικότητά τους.

Αν και η άφιξή του στην Αμερική οφειλόταν στη φήμη του ως σκηνοθέτη ιστορικών ταινιών υπερθεάματος, τα πρώτα χρόνια θα περάσει από διάφορα ‘μικρότερα’ είδη μαθαίνοντας τις χολλυγουντιανές μεθόδους παραγωγής και τους ανθρώπους του στούντιο. Το 1928 λίγο πριν την καθιέρωση του ομιλούντος κινηματογράφου, θα του ανατεθεί το Noah’s Ark, πρώτη του σημαντική αμερικανική παραγωγή à la De Mille, με περίτεχνες σκηνές πλήθους και έναν εντυπωσιακά γρήγορο, αλληγορικό πρόλογο. Σταδιακά θα καθιερωθεί ως ένας από τους σημαντικότερους και πιο αξιόπιστους σκηνοθέτες της Warner, υπογράφοντας κάποιες από τις πρώτες έγχρωμες ταινίες τρόμου (Doctor X, 1932, Mystery of the Wax Museum, 1933), μικρά αριστουργήματα σύγχρονου κοινωνικού περιεχομένου (Τhe Strange Love of Molly Louvain, 1932, 20.000 Years In Sing Sing, 1933, Black Fury, 1935) - σπεσιαλιτέ του στούντιο -, κοινωνικά δράματα αλλά και αστυνομικά θρίλερ. Θα συνδέσει άλλωστε το όνομά του όσο κανείς άλλος με το στυλ της Warner Bros. Ο γερμανός συνάδελφός του William Dieterle (για τον οποίο μιλήσαμε εδώ) είχε δηλώσει μάλιστα ότι : « όταν ένας σκηνοθέτης δεν ήταν αρκετά γρήγορος ή δημιουργούσε προβλήματα, τον αντικαταστούσαν, συνήθως με τον Mike. Ο Mike έκανε τα πάντα. Ήταν ικανός να τελειώσει ένα φιλμ στις 11 και να ξεκινήσει ένα άλλο στις 13. Ήταν πολύ ταλαντούχος. Δεν ήξερε πάντοτε τι έκανε, αλλά είχε ένα μοναδικό ένστικτο...». Ένστικτο. Ίσως μια λέξη-κλειδί η οποία μπορεί να οδηγήσει τον μελετητή στην προσέγγιση της λαβυρινθώδους καριέρας του Curtiz, ενός σκηνοθέτη με συνολικά 173 ταινίες στο ενεργητικό του, με μέσο όρο τεσσάρων με πέντε περίπου τον χρόνο.

« Στις ταινίες μου βάζω όση τέχνη πιστεύω ότι το κοινό μπορεί να αντέξει », δήλωνε προκλητικά αυτός ο σκηνοθέτης ο οποίος σημάδεψε όσο λίγοι την τεχνική αλλά και την τέχνη του κινηματογράφου. Δύστροπος και αυταρχικός στα πλατώ, δημιούργησε μια κακή φήμη και συχνά κατηγορήθηκε ως σκλάβος των στούντιο, ως ένας ακόμα ικανός αλλά απρόσωπος τεχνικός, μένοντας έτσι έξω από το πάνθεον των επονομαζόμενων auteurs (δημιουργών) που έφτιαξαν τα Cahiers du Cinema. Στο πρόσωπό του όμως υπάρχει αυτό το μοναδικό χολλυγουντιανό παράδοξο : στα απρόσωπα και συχνά αφελή ή αδιάφορα σενάρια, αντιτίθεται μια προσεγμένη και εύκολα αναγνωρίσιμη φόρμα, μια μοναδική αισθητική. Το παιχνίδι με τις σκιές, η λειτουργία του καθρέφτη και του ειδώλου, τα περίτεχνα και διαφορετικά καδραρίσματα, αλλά και η θεματική της εξορίας, της περιπλάνησης και του « περήφανου επαναστάτη » τόσο στις ιστορικές του περιπέτειες (Captain Blood, The Adventures of Robin Hood, The Sea Hawk) όσο και στα φιλμ νουάρ (Mildred Pierce, 1945) ή τις δραματικές του ταινίες (Four Daughters, 1938), αποτελούν βασικούς άξονες μια ανομοιογενούς, άνισης αλλά και άκρως ενδιαφέρουσας φιλμογραφίας. Μιας καριέρας η οποία αξίζει να μελετηθεί μακριά από τη βαριά σκιά του Casablanca.

Α.Τ.

19/12/10

Les Herbes Folles (Alain Resnais, 2009)


Κάπως έτσι ξεκινάει το βιβλίο L'Incident του Christian Gailly, το οποίο μετέφερε στη μεγάλη οθόνη ο Alain Resnais στην ταινία Αγριόχορτα, ίσως στην ιδανική απόδοση του ύφους του συγγραφέα (για τη μετάφραση, ΜΜ).

Τα πόδια της δεν ήταν τα συνηθισμένα πόδια.
Εξαιτίας των ποδιών της, ήταν αναγκασμένη να πηγαίνει σε μέρη όπου δεν θα πήγαινε αν είχε συνηθισμένα πόδια.
Τα πόδια της, αέρινα, όπως άλλα πόδια είναι θαλασσινά, αν και κανονικότατα, αν και όπως όλα τα πόδια είχαν πέλμα, δάχτυλα, πέντε για την ακρίβεια, φτέρνα και κουντεπιέ, ήταν ιδιαιτέρως μακριά και λεπτά, όχι υπερβολικά μακριά, ίσως δεν ήταν καν μακριά, αλλά η λεπτότητά τους τα έκανε να φαίνονται μακριά, στην πραγματικότητα ήταν ασυνήθιστα λεπτά.
Έτσι δεν μπορούσε να αγοράσει παπούτσια οπουδήποτε, σε οποιοδήποτε μαγαζί, ήταν υποχρεωμένη να πάει στο γνωστό παπουτσάδικο στο Παρίσι, πώς το λένε να δεις, σε αυτόν το δρόμο κοντά στην πλατεία με τη στήλη, εκεί είναι ακόμα, σταθερά, ενώ λοιπόν έβγαινε από εκείνο το μαγαζί, τότε συνέβη το περιστατικό.
Ποιο περιστατικό; Α, τίποτα σοβαρό, τίποτα εξαιρετικά σημαντικό, μπορεί να συμβεί στον καθένα, απόλυτα σύνηθες, αλλά καμιά φορά το σύνηθες, το τετριμμένο, μπορεί να οδηγήσει σε. Σε τι; Αυτό θα το δούμε στη συνέχεια.
Είχε πολύ ωραία μέρα. Ο ουρανός γαλάζιος, καταγάλανος, αν και κανείς δεν τον κοιτούσε, ήταν στ’ αλήθεια γαλάζιος, αλλά δεν τον κοιτούσε κανείς επειδή ήταν αδύνατον να τον κοιτάξεις, τόσο φωτεινός ήταν που πονούσαν τα μάτια, τόσο που θα έλεγες ότι έφεγγε ένας γαλάζιος ήλιος. Με λίγα λόγια, ο καιρός ήταν υπερβολικά καλός. Και όπως συμβαίνει με όλα τα άλλα πράγματα, συμβαίνει και με τον καιρό. Όταν είναι υπερβολικά καλός, δεν υποφέρεται.
Τρεις μέρες τώρα κάνει αφόρητη ζέστη. Για την επόμενη μέρα προβλέπουν καταιγίδες. Έτσι είναι στο Παρίσι, η καλοκαιρία δεν κρατάει ποτέ πολύ, πώς; αλήθεια; συμβαίνει; ίσως, αλλά τις περισσότερες φορές ακολουθούν καταιγίδες, κάποια σχέση έχει με τις αέριες μάζες, η πολλή ζέστη φέρνει πολύ κρύο.
Εκείνη ήξερε καλά για τις αέριες μάζες, αλλά αυτή στιγμή δεν την απασχολούσαν καθόλου. Αυτό το απόγευμα ήταν μια γυναίκα σαν όλες τις άλλες, αν μπορούμε να πούμε κάτι τέτοιο, διότι κατά τη γνώμη μου δεν ήταν και δεν θα είναι ποτέ μια γυναίκα σαν όλες τις άλλες.
Είχε πάει στο Παρίσι για να αγοράσει παπούτσια. Το μαγαζί ήταν φούρνος, ή καμίνι, όπως προτιμάει κανείς, άλλοι λένε φούρνος, άλλοι καμίνι, ανάλογα αν πρόκειται για υγρή ή για ξηρή ζέστη, πάντως ήταν κυριολεκτικά φούρνος.
Πρώτα έπρεπε να κάτσει και να περιμένει μέχρι να ελευθερωθεί μια πωλήτρια. Ήλπιζε να έρθει η συμπάθειά της, μια μικρή μελαχρινή με κοντά μαλλιά και αγορίστικο πρόσωπο, με όμορφα αμυγδαλωτά μάτια, πράσινες ανταύγειες, σαρκώδη χείλη, στην καφετιά απόχρωση του αίματος, σχεδόν βιολετί, που όταν της έπιανε το πόδι τής χάριζε μια απροσδιόριστη ευχαρίστηση.
Έπειτα να επιλέξει, να δοκιμάσει, της πήρε αρκετή ώρα, διάφορα χρώματα, μοντέλα, νούμερα, τα οποία άλλωστε ποτέ δεν συμπίπτουν, η ίδια ιστορία, αν το ήθελαν δεν θα τους ήταν καθόλου δύσκολο, αλλά ακόμα και γι’ αυτό το λίγο πρέπει να κάνουν πίσω, να συμβιβαστούν, να υποκύψουν εν τέλει.
Τελικά σταμάτησε, κατέληξε σε ένα ζευγάρι, πολύ κοντά στο χρώμα που αναζητούσε, και το οποίο, πάνω απ’ όλα, της ταίριαζε γάντι.
Τοποθέτησαν τα παπούτσια στο κουτί, ανάποδα, με το τακούνι του ενός στη μύτη του άλλου, όπως στην κούνια ή σ’ ένα διπλό φέρετρο, το παλιό όνειρο των δίδυμων εραστών, και έτοιμα, μεταξόχαρτο, κάλυμμα και όλο το κουτί μέσα σε μια πράσινη τσάντα, κλεισμένη και από τις δύο πλευρές της λαβής, με μια σειρά από κουμπιά από τα οποία το ένα ήταν ελαττωματικό, κλείνοντας το τελευταίο από αριστερά άνοιγε το πρώτο από δεξιά, σκέτος μπελάς.
Αφήστε το, είπε στην πωλήτρια. Πλήρωσε, χαιρέτισε, βγήκε. Βγαίνοντας από το μαγαζί, συνέβη το περιστατικό.
Στο πεζοδρόμιο είχε αρκετό κόσμο, ένα πλήθος αργόσυρτο, νωχελικό, μια βλοσυρή πομπή. Ο ήλιος έκαιγε, και πονούσε τα μάτια. Δεν φαντάζεται κανείς, αν όντως προσπαθεί να φανταστεί, ίσως πάλι να φαντάζεται, πόσες εστίες αντανάκλασης υπάρχουν σ’ έναν δρόμο. Συνήθως φαίνονται τα πάντα θαμπά, αλλά μόλις τα πυρώσει ο ήλιος, το γκρίζο λιώνει, η βρόμα εξαφανίζεται και από κάτω ξυπνούν, αστράφτουν, καίνε, φλέγονται, τι λέω; απανθρακώνουν το βλέμμα των ανδρών, των γυναικών.
Δεν ήταν μια γυναίκα σαν όλες τις άλλες, το λέω και το ξαναλέω, η ομορφιά της ήταν μοναδική, η κομψότητά της σπάνια, και καθώς το αριστερό της χέρι ήταν απασχολημένο με τα παπούτσια, θέλησε να ανοίξει την τσάντα της για να βρει τα γυαλιά ηλίου.
Τα βρήκε, τα άνοιξε, με την άκρη του δαχτύλου της, του δείχτη, τα στερέωσε στη μύτη της, διπλή προστασία, σώμα και νους, όραση και προσωπικότητα, δύο σε ένα.
Δεν πρόλαβε να ξανακλείσει την τσάντα. Την έσπρωξαν. Της την άρπαξαν. Ποιος την άρπαξε; Ψυχραιμία.
Σκέφτηκε να φωνάξει. Άλλα τα είχε χαμένα, από έκπληξη ή από θυμό, αυτό μάλλον, είχε εξοργιστεί, είχε βγει από τα ρούχα της, είχε τραυματιστεί ψυχικά, ένιωθε ντροπή για τους συνανθρώπους της, που ανήκε στο ίδιο είδος, που γεννήθηκε μία απ’ αυτούς. Αρκέστηκε να μουρμουρίσει κάτι ακατάληπτα λόγια, να διαμαρτυρηθεί υποτονικά, ντροπαλά, αν είναι δυνατόν, τι ήταν αυτό πάλι.
Και τι να φώναζε; Κλέφτης, πιάστε τον, δεν είναι ότι δεν τα σκέφτηκε, τα σκέφτηκε, ο καθένας τα σκέφτεται σε παρόμοιες περιστάσεις, όπως όταν πνιγόμαστε, φωνάζουμε βοήθεια, βοηθήστε με, πνίγομαι, σώστε με, όσο και αν το βρίσκουμε γελοίο, έχουμε κι άλλη επιλογή; όχι, όπως με τα λόγια αγάπης, δεν προλαβαίνουμε καν να συνειδητοποιήσουμε πόσο γελοία είναι, φωνάζουμε βοήθεια, ελάτε, με σκοτώνουν, πιάστε το δολοφόνο, και όμως όχι, ούτε καν, μένουμε εκεί, παγιδευμένοι, άτολμοι, πεθαίνουμε χωρίς να τολμήσουμε να φωνάξουμε, όλοι το ξέρουν, ο μεγαλύτερος τρόμος παραμένει βουβός, μένουμε άφωνοι, με το στόμα ανοιχτό, τέλος πάντων, σημασία έχει ότι εκείνη δεν τόλμησε.
Έμεινε να κοιτάζει την μακριά πλάτη του κλέφτη, μεγάλη και γεροδεμένη, παρά τη ζέστη ήταν ντυμένος στα μαύρα, σίγουρα θα ζεσταινόταν, λένε ότι το μαύρο απορροφά και κρατάει όλη τη ζέστη, τα μαλλιά του ήταν πιασμένα κοτσίδα, η οποία αναπηδούσε καθώς έτρεχε, σπρώχνοντας, με τους ώμους, με τους αγκώνες, ήταν μεγαλόσωμος, τον κοίταξε για κάμποση ώρα μέχρι να απομακρυνθεί.
Και τώρα τι να κάνει; Να ψάξει πού να δηλώσει την κλοπή; Να ρωτήσει; Αδύνατον να ρωτήσει, ήταν ράκος, από το σοκ, από τη ζέστη, την πολυκοσμία.
Ίσως να συναντούσε τυχαία δύο αστυνομικούς, να τους εξηγούσε, να ασχολούνταν μαζί της, να την βοηθούσαν να επιστρέψει, ναι, καλή ιδέα.
Όμως δεν συνάντησε αστυνομικούς, ούτε τους έψαξε, έμεινε ακίνητη, στο πεζοδρόμιο, εμποδίζοντας τους περαστικούς, περιμένοντας, τι περίμενε; ξέρει ποτέ κανείς; να αλλάξει γνώμη ο κλέφτης, να γυρίσει πίσω μετανοιωμένος, σαν τον εραστή που έφυγε, σταμάτησε, επέστρεψε, είπε όχι, κατά βάθος δεν μπορώ, τι δεν μπορείς; να ζήσω χωρίς εκείνη. Όνειρα θερινής νυκτός, καλή μου.
Θα μπορούσε ακόμα να σταματήσει ένα ταξί, ο ταξιτζής δεν θα καταλάβαινε, δεν θα δεχόταν να την πάρει, με ύφος εγώ τα ξέρω καλά αυτά, δεν σε εμπιστεύομαι, οι αστυνομικοί θα τον έπειθαν, αλλά δεν υπήρχε ούτε ταξί ούτε αστυνομία, ήταν ξεκάθαρο, έπρεπε να τα βγάλει πέρα μόνη της.
Ήταν άφραγκη, χρειαζόταν λεφτά, δεν της είχε μείνει τίποτα. Είχε όμως τα παπούτσια και έτσι της ήρθε η ιδέα να τα δώσει πίσω. Μπήκε πάλι στο κατάστημα.
Πίσω στο άρωμα του δέρματος, αντίκρισε τα μάτια της μελαχρινούλας που έπιανε το πόδι κάποιας άλλης, την οποία εγκατέλειψε για να την εξυπηρετήσει. Δώστε μου μια στιγμή, είπε στην πελάτισσά της, μια πενηντάρα με ίχνη αλλοτινής ομορφιάς, και πλησίασε με αργά, παρατεταμένα βήματα.
Υπάρχει κάποιο πρόβλημα; την ρώτησε, πλησιάζοντας και παρατηρώντας καλύτερα τη θλιμμένη όψη της, αλλά το μυαλό της πήγε στο χρώμα, στο μοντέλο, το ξανασκεφτήκατε; αλλάξατε γνώμη;
Διηγήθηκε τα καθέκαστα, εξήγησε, το κατάλαβαν, συμβαίνουν αυτά, και ζήτησε να της αποζημιώσουν τα παπούτσια. Ζήτησε επίσης να της τα κρατήσουν, θα ξαναπεράσω, ευχαρίστησε, χαιρέτισε, βγήκε, επέστρεψε σπίτι, ετοίμασε ένα παγωμένο μπάνιο.
Κρύο, παραήταν κρύο, προσέθεσε λίγο ζεστό νερό, χαλάρωσε μέσα στο χλιαρό νερό, σκέφτηκε, αποφάσισε ότι το αστυνομικό τμήμα δεν ήταν και τόσο επείγον, τόσες κλοπές γίνονται κάθε μέρα, ποτέ δεν βρίσκουν τους ληστές, δεν υπάρχει λόγος να βιαστώ, μόνο για τα έγγραφα του αυτοκινήτου, αν είχα πάει με αυτοκίνητο τουλάχιστον δεν θα χρειαζόταν να επιστρέψω τα παπούτσια, μα τι λες, χαζή, αφού και τα κλειδιά μέσα στην τσάντα ήταν, ευτυχώς του σπιτιού τα είχα στη ζακέτα μου, περίεργο, ποτέ δεν τα βάζω στη ζακέτα, θα έφτανα εδώ, ευτυχώς, να δω τι θα έκανα, εντάξει, θα κοιμόμουν στη Ζοζέφα, και άλλωστε ο θυρωρός έχει κλειδί, το θέμα είναι χρειαζόμουν πραγματικά παπούτσια; όχι, η αλήθεια είναι πως όχι, αν και, παρόλα αυτά, όχι, όχι, δεν είχα ανάγκη παπούτσια, λάθος μου, μου ήρθε μια ξαφνική επιθυμία, έτσι, μια μικρή ευχαρίστηση, πώς άλλοι αγοράζουν έναν δίσκο, έτσι απλά, αλλά όχι, ηρέμησε τώρα, πρέπει να δηλώσεις γρήγορα την κλοπή των εγγράφων, του μπλοκ επιταγών, των καρτών, πράγματι, πρέπει να τηλεφωνήσω στην τράπεζα, σιωπή, διάρκεια, ήχος νερού, νέες σκέψεις.
Θα πάω αύριο, θα τα κάνω όλα αύριο, σκέφτηκε, στριφογυρίζοντας μέσα στο χλιαρό νερό, αφήνοντάς το να γλιστρήσει πάνω της σαν μια κουβέρτα από νερό, όχι, έχει πολλή ζέστη, σαν ένα ελαφρύ σεντόνι από νερό.


2/12/10

The Red Shoes (Michael Powell, Emeric Pressburger, 1948)


Ένα βράδυ πήγα σινεμά με τη Γιαγιά. Ήταν η πρώτη φορά που πήγαινα κι ήμουν ευχαριστημένη. Στις εικόνες που ήτανε στην πόρτα μια Κυρία χόρευε πάνω σ' ένα τάφο.
"Την ταινία τη λένε 'Τα Κόκκινα Παπούτσια'", μου είπε η Γιαγιά.
Μου αγόρασε ένα γλυφιτζούρι και σβήσανε τα φώτα.
Κοιτούσα τις εικόνες που τρέχαν μόνες τους πάνω στον τοίχο. Μια Κυρία είχε φορέσει κάτι κόκκινα παπούτσια και χόρευε συνέχεια, δεν μπορούσε να τα βγάλει, ούτε να σταματήσει το χορό. Όλα ήταν τόσο ωραία, που έσφιγγα με τα χέρια μου το κάθισμά μου για να μην φωνάξω, κι η Κυρία χόρευε μέσα σε κίτρινα χωράφια, πηδούσε φράχτες, χόρευε από πόλη σε πόλη, δεν μπορούσε να βγάλει τα παπούτσια της, έκλαιγε και χόρευε ώσπου να κάνει διάλειμμα το σινεμά.
Τα μάτια καρφωμένα πάνω στον άσπρο τοίχο, δεν κουνούσα διόλου, μην μου ξεφύγει καμιά εικόνα. Τα φώτα σβήσανε κι η Κυρία άρχισε πάλι να χορεύει.
"Έτσι θα είναι" σκέφτηκα "όλα τα σινεμά, θάχουνε την ίδια Κυρία με τα κόκκινα παπούτσια που θα τρέχει από σινεμά σε σινεμά για να χορέψει, γι' αυτό κάνουνε και διάλειμμα, για να προφτάσει."
Η Κυρία χόρευε όλο και πιο γρήγορα, είχε γεράσει, όταν ξαφνικά μπόρεσε να βγάλει τα παπούτσια της. Ξάπλωσε αποκαμωμένη πάνω σ' ένα τάφο, δεν άντεξα κι ετρεξα να την αγκαλιάσω, έπεσα πάνω στον τοίχο, η Κυρία τρόμαξε κι εξαφανίστηκε.
"Κυρία, Κυρία, μην τρομάζετε", φώναξα, "τελειώστε το χορό σας κι ελάτε μετά στο σπίτι να τρέξετε και πάνω στους δικούς μας τοίχους".
Αλλά η ωραία Κυρία είχε φύγει, και πάνω στον τοίχο ήταν μια άλλη εικόνα. Έπεφτε βροχή, μεγάλα δέντρα τραγουδούσαν, και τα κόκκινα παπούτσια λαμπύριζαν μόνα τους κάτω απ' το φεγγάρι.
Ήμουν ακόμα κολλημένη στον τοίχο, όταν η Γιαγιά με άρπαξε απ' τα μαλλιά, ανάψανε τα φώτα, και μια γριούλα άρχισε να πουλάει φυστίκια και πορτοκαλάδες.

Μαργαρίτα Καραπάνου, Η Κασσάνδρα και ο Λύκος
(για την αντιγραφή, ΜΜ)