11/3/12

Άθικτοι (Intouchables - 2011, E. Toledano - O. Nacache)





Για τους Άθικτους ήθελα να γράψω εδώ και καιρό, όταν πρωτοείδα την τανία, ωστόσο ένα σχόλιο που άκουσα ήταν αρκετό για να με αποτρέψει: ‘πρόκειται για το Amelie της χρονιάς’, παρατήρησαν διάφοροι, κριτικοί και μή, σε μια ψιλοαναμενόμενη και εύκολη σύγκριση, η οποία δεν φαίνεται ωστόσο να κολακεύει καμία από τις δυο ταινίες.

Η ταινία των Εric Toledano και Olivier Nacache αποτέλεσε την μεγάλη επιτυχία και έκπληξη της χρονιάς στη Γαλλία, με εξαιρετική πορεία στα εισιτήρια και γενικά διθυραμβικές κριτικές – με λαμπερή εξαίρεση το ‘απαραίτητο’ θάψιμο των Cahiers du cinéma, κριτική η οποία στα μάτια μου τουλάχιστον ‘ανέβασε’ περισσότερο την ταινία...

Feel-good ταινία, που αργά ή γρήγορα (μάλλον το δεύτερο, καθώς ήδη φιγουράρει στη θέση 231 των περιβόητων καλύτερων του IMDB) θα αποκτήσει και κάποια αμερικάνικο remake, το Intouchables προσπαθεί να ‘συμφιλιώσει’ τα πολύπαθα banlieues και τα  ‘γκέτο των λευκών’ του Παρισιού, ισορροπώντας ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα, πατώντας στην επίφαση μιας ‘αληθινής ιστορίας’…

Κάποια κλισέ, μια ουτοπικά αισιόδοξη πλοκή και οι απαραίτητες εναλλαγές κωμικού-τραγικού, σε μια ταινία που προσπαθεί να θίξει τις ταξικές διαφομενων ﷽﷽﷽﷽ καλακτηραι η απααρές των δυο ηρώων, οι οποίες χαρακτηρίζουν άλλωστε και τη σύγχρονη γαλλική κοινωνία, καταλήγοντας ωστόσο σε μια γλυκανάλατη και εύκολη, για κάποιους, λύση.

Ξεπερνώντας όμως αυτά τα προφανή ‘μειονεκτήματά’ του, τα οποία υπερτόνισαν κάποιες κριτικές, ανάμεσά τους και αυτή των Cahiers, το Intouchables παραμένει μια απολαυστική κωμωδία, ίσως από τις καλύτερες που μας έχει δώσει ο γαλλικός κινηματογράφος τα τελευταία χρόνια. Τόσο το δίδυμο των δημιουργών (σκηνοθεσία και σενάριο των Toledano-Nacache), όσο αυτό των πρωταγωνιστών είναι εξαιρετικό, ενώ ο Οmar Sy δίκαια κέρδισε το βραβείο César (πρώτος μαύρος που βραβεύεται από την Γαλλική Ακαδημία, 72 χρόνια μετά το πρώτο αφροαμερικάνικο Oscar). Άλλωστε το να βγάζει έτσι αβίαστα γέλιο μια ταινία με θέμα τη φιλία ενός παραπληγικού, bourgeois εκατομμυριούχου, με έναν πρόσφατα αποφυλακισμένο  ‘αλήτη’ (‘racaille’ κατά τον Σαρκοζί), των banlieues, κρατώντας επιδέξια τις όποιες ισορροπίες, δεν είναι και ό,τι το πιο εύκολο – μου έφερε μάλιστα στο νου το πρόσφατο αμερικάνικο buddy-film 50/50 (του Jonathan Levine, 2011), με πρωταγωνιστή έναν νεαρό καρκινοπαθή.

, ﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽ζεατώντας τις ισορροπίθεον οποαγέλιο
Η ταινία προβάλλεται στη Γαλλία από το Νοέμβριο, θα φιλοξενηθεί σε μερικές μέρες στο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ενώ θα βγει στις ελληνικές αίθουσες στις 29 Μαρτίου… Και είναι ήδη στις αγαπημένες μου για τη φετινή κινηματογραφική σεζόν.
                                          
                                                                                                                            
                                                                                                                            A.T.                                        



29/2/12

Οι αξιοζήλευτες επιδόσεις της γαλλικής κινηματογραφικής βιομηχανίας το 2011


Ο συνήθης ύποπτος, ο τρίτος ''inthesoup'' πλέον Αντώνης Βλάσσης, μας στέλνει από το Montréal μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη  - την οποία δημοσιεύουμε εδώ μεταφρασμένη από τα γαλλικά - για την γαλλική κινηματογραφική βιομηχανία μέσα στο 2011, χρονιά με ρεκόρ τόσο για την παραγωγή ταινιών όσο και για τα εισιτήρια...






Οι αξιοζήλευτες επιδόσεις της γαλλικής κινηματογραφικής βιομηχανίας το 2011



Το 2011 ήταν η χρονιά των ρεκόρ για το γαλλικό σινεμά, πρώτο στην Ευρώπη τόσο σε παραγωγές όσο και σε αριθμό θεατών, με 215,6 εκατομμύρια εισιτήρια, 4,2% περισσότερα από το 2010. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Γαλλικού Κέντρου Κινηματογράφου, η προσέλευση στις αίθουσες αυξήθηκε σημαντικά σε σχέση με το μέσο όρο της τελευταίας δεκαετίας (191,03 εκατομμύρια) και αποτελεί ένα ρεκόρ που δεν είχε απειληθεί εδώ και 45 χρόνια (234,17 εκατομμύρια το 1966). 

Εξάλλου, με 272 εγκεκριμένες ταινίες, η γαλλική κινηματογραφική παραγωγή βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο που έχει φτάσει ποτέ, με μια αύξηση 10 ταινιών σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Η αύξηση αφορά κυρίως δύο κατηγορίες ταινιών, τις διεθνείς συμπαραγωγές που βασίζονται κυρίως σε ξένα κεφάλαια και τις ταινίες που στηρίχτηκαν στη γαλλική πρωτοβουλία και επωφελήθηκαν από την άμεση έγκριση της παραγωγής, δηλαδή την έγκριση που επιτρέπει στις ταινίες χωρίς την προβλεπόμενη ή τη δημόσια χρηματοδότηση να χρηματοδοτηθούν μετά την ολοκλήρωσή τους, έτσι ώστε το σύστημα να ενεργοποιηθεί αυτόματα τη στιγμή της εμπορικής τους εκμετάλλευσης. 

Με λίγα λόγια, το ρεκόρ της παραγωγής ταινιών οφείλεται αφενός στην αύξηση των συμπαραγωγών, με 120 ταινίες από τις 118 το 2010. Οι ταινίες που στηρίχτηκαν κυρίως σε ξένα κεφάλαια φτάνουν σε ιστορικό επίπεδο: με 65 ταινίες από τις 58 το 2010, αναδεικνύουν την ικανότητα του γαλλικού σινεμά να προσελκύει ξένους επενδυτές. 


Άλλωστε, αυξήθηκαν και οι αμιγώς γαλλικές παραγωγές, περνώντας από τις 143 ταινίες το 2010 στις 152 το 2011. Να προσθέσουμε σε αυτό το σημείο ότι οι επενδύσεις που έγιναν σε εγκεκριμένες ταινίες το 2011 υπέστησαν μια μικρή μείωση της τάξεως του 3,5%, στα 1,389 δισεκατομμύρια ευρώ. Επίσης, το 2011, η προσέλευση στις αίθουσες στη Γαλλία αυξήθηκε κατά 21,4% για να φτάσει κοντά στα 90 εκατομμύρια εισιτήρια, δηλαδή το υψηλότερο επίπεδο από το 1984 (94,12 εκατομμύρια). Το μερίδιο των γαλλικών ταινιών στην αγορά είναι επίσης αυξημένο, από 35,7% το 2010 σε 41,6%. Οι αμερικανικές ταινίες με τη σειρά τους, έφτασαν τα 100 εκατομμύρια εισιτήρια το 2011, με 46% ως μερίδιο της αγοράς έναντι 47,6% το 2010. Πέρα από τις γαλλικές και τις αμερικανικές ταινίες, οι υπόλοιπες απέσπασαν το 12,4% των συνολικών εισιτηρίων του 2011 έναντι 16,7% το 2010, ενώ η προσέλευση σε αυτές σημείωσε μείωση της τάξεως του 22,6%, με 26,81 εκατομμύρια εισιτήρια. 

Εξάλλου, σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις της Unifrance, οργανισμού για την προώθηση του γαλλικού σινεμά στο εξωτερικό, τα συνολικά εισιτήρια που έκοψαν οι γαλλικές ταινίες στο εξωτερικό (66 εκατομμύρια), όπως και τα έσοδά τους στο box-office (405 εκατομμύρια ευρώ), αυξήθηκαν σημαντικά σε σχέση με το 2010, από 10% σε 19%. Αυτή η ανοδική πορεία αποσιωπά τα απογοητευτικά αποτελέσματα των ταινιών που γυρίστηκαν στα γαλλικά ή με γαλλική κυρίως χρηματοδότηση. Έτσι, οι γαλλόφωνες ταινίες βρίσκονται σε πτωτική πορεία, έχοντας μόνο το 37% των εισιτηρίων, ενώ οι πέντε πιο πετυχημένες γαλλικές ταινίες του 2011 ήταν αγγλόφωνες: Sans identité (Ο Άγνωστος), Les Trois Mousquetaires (Οι Τρεις Σωματοφύλακες), Colombiana et Carnage (Ο Θεός της Σφαγής). Ανάμεσα στις περιοχές όπου σημειώθηκε αύξηση το 2011, παρατηρήθηκαν καλές επιδόσεις του γαλλικού σινεμά στις αγγλόφωνες χώρες (Ηνωμένες Πολιτείες, Μεγάλη Βρετανία, Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία, στις γαλλόφωνες περιοχές (Βέλγιο, Ελβετία, Καναδάς) και στη Γερμανία. 


Πηγές : 
« 66M d’entrées pour le cinéma français : un bon résultat à relativiser », Unifrance, 12 janvier 2012; « Fréquentation des salles de cinéma estimations de l’année 2011 », CNC, 3 janvier 2012; « Les premiers chiffres clés de la production cinématographique 2011 », CNC, 18 janvier 2012.


Α.Β.

27/2/12

12 απορίες για τα Όσκαρ (επειδή με πήρε ο ύπνος)

1. Γιατί τα γαλλικά Cesar βράβευσαν την πρωταγωνίστρια του The Artist ενώ τα Oscar τον πρωταγωνιστή; Ήταν μια δίκαιη μοιρασιά ή έχει να κάνει με το γεγονός ότι το αντρικό Cesar ήταν καπαρωμένο από τον Omar Sy, τον πρώτο μαύρο που βραβεύεται στη Γαλλία, 72 ολόκληρα χρόνια μετά το πρώτο αφροαμερικανικό Oscar;
2. Δεν θα πρέπει να αρχίσει να δίνεται και Oscar πρώτου ζωικού ρόλου για να μπορεί να βραβευτεί και αυτό το έρμο το σκυλάκι του TheArtist; Εδώ σε ολόκληρη Γαλλία γίνονται καλλιστεία αγελάδας.
3. Γιατί δεν λογοκρίθηκε το "Putain, génial, merci!" του Jean Dujardin όπως συνηθίζεται με τις αγγλικές βρισιές;
4. Αληθεύει ότι το budget του Artist ήταν 15 φορές μικρότερο από του Hugo;
5. Τι τους έπιασε ξαφνικά με το βωβό κινηματογράφο; Τόσο καιρό δεν γίνονταν βωβές ταινίες;
6. Πού αλήθεια χάθηκε το Drive; Δηλαδή η ερμηνεία του George Clooney ήταν καλύτερη από του Ryan Gosling; Άσε που οριακά θα μπορούσε να περάσει και για βωβή ταινία...
7. Απ'όλους τους ρόλους που έχει παίξει ο Gary Oldman, αυτός;;;
8. Καταλάβατε ποιος ο λόγος ύπαρξης της ταινίας The Iron Lady εκτός από το να πάρει το 3ο όσκαρ της η Meryl Streep;
9. Η επιλογή μιας ιρανικής ταινίας για το ξενόγλωσσο Όσκαρ ήταν πολιτική επιλογή ή πραγματικά εκτιμήθηκε αυτή η καταπληκτική αντι-οσκαρική ταινία; Μίλησε καθόλου ο Ασγκάρ Φαραντί για τον φυλακισμένο συμπατριώτη του σκηνοθέτη;
10. Άραγε οι υπόλοιπες υποψήφιες για το ξενόγλωσσο Όσκαρ ήταν καλύτερες από τις ταινίες των Kaurismaki, Ceylan, Almodovar; Αν ναι, ανυπομονώ να τις δω.
11. Ο Kim Jong Il ήταν πραγματικά παρών στην τελετή;
12. Christopher Plummer;;; (τα ειλικρινή μου συγχαρητήρια σε όποιον θυμήθηκε αυτήν την ταινία και αυτόν το ρόλο για τις υποψηφιότητες)
Μ.Μ.


18/2/12

Περί κινηματογραφικών ειδών και της απουσίας τους στον Ελληνικό Κινηματογράφο




Όταν πριν από κάποιο διάστημα ανέλαβα να επιμεληθώ μια σειρά κειμένων  γύρω από τον ελληνικό κινηματογράφο για λογαριασμό του Larousse - Dictionnaire mondial du Cinéma 2011, ‘ξεσκόνισα’ τις όποιες γνώσεις μου και ξεκίνησα να διαβάζω βιβλία και να παρακολουθώ ταινίες προκειμένου να καλύψω τα κενά τα οποία είχα. Ετοιμάζοντας λοιπόν αυτήν την αναδρομή διαπίστωσα κάτι, το οποίο πάντοτε στριφογύριζε ως ιδέα, ως θαμπή εντύπωση μες στο μυαλό μου και με ενοχλούσε, αλλά ποτέ δεν είχε αποκρυσταλλωθεί: ο ελληνικός κινηματογράφος δεν διέθετε ποτέ ποικιλία ειδών (genres). 
Μπορεί να ακούγεται αρκετά αφοριστικό και ίσως υπερβολικά αυστηρό  για έναν κινηματογράφο με μέσο όρο παραγωγής σήμερα περίπου δεκαπέντε ταινίες με είκοσι ταινίες τον χρόνο. Κάποιοι μάλιστα μπορεί να διαφωνήσουν έντονα, κάνοντας λόγο για την πλούσια πορεία του ελληνικού σινεμά από τις ταινίες ‘φουστανέλας’ και την χρυσή εποχή των παραγωγών του Φίνου, μέχρι τα « films d’auteur » και τα ‘σκληρά’ σύγχρονα κοινωνικά δράματα του Γιάννη Οικονομίδη ή του Γιώργου Λάνθιμου. Σε άλλους πάλι μπορεί να φανεί απολύτως φυσιολογικό, θεωρώντας το παράλληλα ως μια σταγόνα στον ωκεανό των προβλημάτων τα οποία αντιμετωπίζει η έβδομη τέχνη στην Ελλάδα. Θα επιχειρήσω λοιπόν να αναπτύξω στο κείμενο αυτό ορισμένες σκέψεις μου γύρω από το ‘ελάττωμα’ αυτό του ελληνικού κινηματογράφου.

Καταρχάς τί εννούμε με τον όρο « κινηματογραφικά είδη » και ποιά είναι αυτά σε γενικές γραμμές ;


(Διαβάστε τη συνέχεια...)


10/1/12

Le Havre (Aki Kaurismaki, 2011)

Ο Μαρσέλ Μαρξ, αφού έζησε την μποέμικη ζωή στο Παρίσι ("La vie de bohème", την πρώτη ταινία που γύρισε ο Καουρισμάκι στη Γαλλία), βρίσκει καταφύγιο στο Λιμάνι της Χάβρης, όπου εξασκεί το επάγγελμα του λούστρου, "το πιο κοντινό στους ανθρώπους και το πιο πιστό στην επί του όρους ομιλία"(!). Η συμπάθεια του Καουρισμάκι για την εργατική τάξη και το περιθώριο είναι δεδομένη (όπως άλλωστε οι αναφορές του στον Μαρξ και στη Βίβλο), αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να ξεκινήσει την ταινία με μια επίδειξη κυνισμού και μαύρου χιούμορ, με τον ήρωά του να χαίρεται επειδή ο πελάτης του πρόλαβε να τον πληρώσει πριν τον χτυπήσει αυτοκίνητο. Αυτή τη φορά όμως ο Καουρισμάκι στρέφεται σε ένα θέμα της επικαιρότητας που, όπως λέει ο ίδιος, πάντα τον απασχολούσε και θεωρούσε πως ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος δίσταζε να το θέσει, την παράνομη μετανάστευση. Αφού γύρισε όλες τις ακτές της Γαλλίας, έπιασε λιμάνι στη Χάβρη, που πιθανόν, σαν μια πόλη ξεχασμένη σε μια άλλη εποχή, ταίριαζε στην ατμόσφαιρα της ταινίας. 
Διότι αν και αναφέρεται στην επικαιρότητα, ο Καουρισμάκι κατασκευάζει το περιβάλλον της ταινίας λες και οι ήρωές του ζούσαν στη δεκαετία του 50. Τόσο η διακόσμηση, τα αυτοκίνητα, τα χρώματα, όσο και τα πολλαπλά στρώματα σινεφιλικών αναφορών, με τα ονόματα (Μαρσέλ, όπως Μαρσέλ Καρνέ ή Μαρσέλ Πανιόλ, αλλά και Αρλετί, όπως η πρωταγωνίστρια των "Παιδιών του Παραδείσου" του Μαρσέλ Καρνέ), τους ηθοποιούς (Jean-Pierre Léaud, Pierre Etaix, ο μαυροφορεμένος επιθεωρητής Jean-Pierre Darroussin), τη σταθερή αναφορά στον Tati, αλλά πάνω απ' όλα με την απεικόνιση μιας Γαλλίας του παρελθόντος, μιας εργατικής κοινότητας που δεν υπάρχει πια, μιας επαρχιακής φτωχογειτονιάς με τους χαρακτηριστικούς τύπους της (τη φουρνάρισσα, τον Άραβα μπακάλη, τον ψαρά και την ιδιοκτήτρια του μπαρ), που παραπέμπουν άλλωστε στις κοινότητες και τους τύπους των ταινιών του Μαρσέλ Πανιόλ.
Αφού λοιπόν γνωρίσαμε τους διάφορους τύπους της γειτονιάς και αφού εμφανίστηκε ο μικρός Αφρικανός Ιντρίσα κλεισμένος σε ένα κοντέινερ με προορισμό το Λονδίνο, τίθεται το διακύβευμα της ταινίας: ακούμε στο νοσοκομείο το διάλογο μεταξύ του γιατρού και της βαριά άρρωστης Αρλετί: "Δηλαδή δεν έχω ελπίδες, γιατρέ;" "Καμιά φορά γίνονται θαύματα." "Όχι στη γειτονιά μου." Αυτό είναι το ερώτημα: μπορεί να γίνει το θαύμα και η γειτονιά να ξαναβρεί τις αξίες της ανθρωπιάς και της αλληλεγγύης μιας άλλης εποχής και να συνασπιστεί για να σώσει τον Ιντρίσα από τα νύχια των ανθρωποβόρων μήντια, τον υπερβάλλοντα ζήλο της αστυνομίας, τον επίδοξο καταδότη Jean-Pierre Léaud; Τελικά, ο Καουρισμάκι καταφέρνει να δώσει ένα θέμα με το οποίο τελικά δεν έχουν ασχοληθεί και λίγοι δημιουργοί της εποχής μας (πολύ πρόσφατα τα παραδείγματα του "Welcome" του Philippe Lioret, που διαδραματίζεται άλλωστε στο γειτονικό της Χάβρης Calais, και του "Eden à l'Ouest" του Γαβρά, που λαμβάνει χώρα σε έναν απροσδιόριστο χρόνο και τόπο) με τον δικό του μοναδικό αισιόδοξο και χιουμοριστικό τρόπο, για να τονίσει μέσα από τη νοσταλγία, το ρομαντισμό, το όνειρο και το παραμύθι πώς δεν είναι και πώς θα μπορούσε να είναι η πραγματικότητα. 
Μ.Μ.
 

13/12/11

Ένας χωρισμός (Asghar Farhadi, 2011)

 
Στην Αντιγόνη του Σοφοκλή, η ανεπίλυτη διαμάχη μεταξύ Κρέοντα και Αντιγόνης προκύπτει από τη σύγκρουση του εθιμικού-θεϊκού δικαίου με τον ανθρώπινο νόμο της πόλης, όπου στηρίζεται και όλη η τραγωδία. Στο σημερινό Ιράν, όπως το απεικονίζει ο Ασγκάρ Φαραντί στη βραβευμένη ταινία του "Ένας χωρισμός", δεν συγκρούονται οι δύο νόμοι, αλλά ο θεϊκός νόμος και η ανθρώπινη δικαιοσύνη υψώνουν διαδοχικούς τοίχους στους οποίους προσκρούουν οι ανάγκες και οι επιθυμίες των ανθρώπων, με αποτέλεσμα να πλήττονται οι ανθρώπινες σχέσεις. Όπως και στην Αντιγόνη άλλωστε, μόνο που το πολυεπίπεδο ιρανικό δράμα εστιάζει ακριβώς σε αυτές τις παράπλευρες απώλειες της σύγκρουσης. 
Όλα ξεκινάνε με έναν χωρισμό, ενώπιον του δικαστηρίου, μεταξύ του Νάντερ και της Σιμίν. Ακολουθεί η"παράνομη" πρόσληψη μιας γυναίκας για να προσέχει τον πατέρα του Νάντερ που πάσχει από Αλτσχάιμερ. Εκείνη κάνει το λάθος να τον αφήσει για μια στιγμή, με αποτέλεσμα ο Νάντερ να την απολύσει και να την χτυπήσει. Αυτά τα δύο αδικήματα τους φέρνουν ξανά στο δικαστήριο, με μηνύσεις εκατέρωθεν και απειλές για εκδίκηση, για τον ξυλοδαρμό και την επακόλουθη αποβολή της γυναίκας. Οι προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος, όχι μόνο δεν φέρνουν πιο κοντά το χωρισμένο ζεύγος, όπως θα ήθελε η κόρη τους, αλλά τους απομακρύνουν όλο και περισσότερο, ενώ η σύγκρουση λαμβάνει κοινωνικά και ταξικά χαρακτηριστικά και η μόνη διέξοδος θα οδηγήσει και πάλι στο δικαστήριο.
Η κάμερα κινείται συνέχεια, οι διάλογοι ασταμάτητοι, τόσο που ο σκηνοθέτης δίνει την εντύπωση ότι δεν θέλει να αφήσει το θεατή του στιγμή σε ησυχία, αλλά να τον κάνει διαρκώς να σκέφτεται, να αμφιταλαντεύεται και να αλλάζει οπτική γωνία. Όπως και στην Αντιγόνη, όλοι οι ήρωες σφάλλουν και όλοι έχουν το δίκιο τους. Και οι συγκρούσεις δεν λαμβάνουν χώρα μόνο μεταξύ των πρωταγωνιστών, αλλά και στον εσωτερικό κόσμο του καθενός: ανάμεσα στο προσωπικό πείσμα και στην οικογενειακή γαλήνη, ανάμεσα στην ανάγκη φυγής και στη φλόγα ενός έρωτα που ακόμα σιγοκαίει, ανάμεσα στην εκδίκηση και την ηθική, στην τιμή και στην αλήθεια, στο φόβο του θεού και στην ανάγκη για επιβίωση, στο χρήσιμο ψέμα και στην επιβλαβή αλήθεια. Πολλαπλές συγκρούσεις στις οποίες όλοι έχουν δίκιο και όλοι αδικούνται και  ο νόμος, θεϊκός και ανθρώπινος, αντί να βοηθήσει τους αντίδικους να συμβιώσουν, τους εξωθεί στα άκρα. Και η σύγκρουση επεκτείνεται σε ολόκληρη την ιρανική κοινωνία, ανάμεσα σε δύο κοινωνικές τάξεις, ανάμεσα στην παράδοση και στον εκσυγχρονισμό. Οι μόνοι που δεν φταίνε, που παρακολουθούν τον κόσμο τους να καταρρέει αδυνατώντας να αντιδράσουν, είναι τα δύο παιδιά της ταινίας. Τα βλέμματα των δύο παιδιών είναι το μόνο αξιόπιστο βαρόμετρο, το μόνο έρεισμα δικαιοσύνης και ηθικής και, όπως φαίνεται και στο υπέροχο τέλος, αυτά θα κληθούν να αποφασίσουν για το μέλλον και να ενώσουν ξανά μια χωρισμένη χώρα.            
M.M.



22/11/11

The Black Power Mixtape 1967-1975 (Goran Olsson, 2011) & The Help (Tate Taylor, 2011)

Δύο ταινίες που κυκλοφόρησαν πρόσφατα στην Ελλάδα και παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Πανοράματος Κινηματογράφου αναφέρονται στον αγώνα για τα πολιτικά δικαιώματα των Μαύρων στην Αμερικής της δεκαετίας του '60, από τελείως διαφορετική σκοπιά η καθεμία. Το Black Power Mixtape του Goran Olsson ανασύρει μια σειρά ανέκδοτων ντοκυμαντέρ της σουηδικής τηλεόρασης, που είχαν γυριστεί στην Αμερική από το 1967 έως το 1975, και τα συνδέει παρατακτικά ώστε να παρουσιάζουν την ιστορία των μαύρων κινημάτων της εποχής. Δεν επεμβαίνει στο μοντάζ, εξού και ο νεολογισμός mixtape, αλλά τα προβάλλει ως είχαν με μόνη παρέμβαση τη μουσική και κυρίως το σχολιασμό του περιεχομένου από συγκαιρινούς μας σχολιαστές, που είτε συμμετείχαν (Angela Davies) ή έχουν κάποια συναισθηματική σύνδεση με τα γεγονότα (Erykah Badu). To υλικό είναι πραγματικά πλούσιο αφού προσθέτει μια νέα οπτική στα τεκμήρια που έχουν διασωθεί από εκείνη την περίοδο. Ο σχολιασμός σε συνδυασμό με το λόγο που υπάρχει ήδη στις ταινίες βαραίνει κάπως την παρακολούθηση, προκαλώντας μια σχετική φλυαρία, όπως άλλωστε και κάποια ρεπορτάζ που δεν έχουν και ιδιαίτερη σχέση με το κίνημα. Αφενός, η άποψη για την Αμερική τόσο διαφορετικών ανθρώπων που κατέφθαναν τότε από την Ευρώπη για να βρεθούν στον πυρήνα των γεγονότων και να τα καταγράψουν πάντα έχει ενδιαφέρον, ιδίως αν σκεφτούμε πόσοι μεγάλοι Ευρωπαίοι σκηνοθέτες έκαναν κάτι αντίστοιχο: Αntonioni, Wenders, Godard. Αφετέρου, υπάρχει μια διπλή εξιδανίκευση και μια διπλή αφέλεια, των Ευρωπαίων της εποχής, ενθουσιασμένων με το επαναστατικό πνεύμα, και των σημερινών Αμερικανών, που αναπολούν το επαναστατικό παρελθόν. Παρόλα αυτά, το αποτέλεσμα καθόλου δεν ενοχλεί, ίσα ίσα είναι μάλλον ελκυστικό. 




Όσο για το The Help (Οι Υπηρέτριες) του Tate Taylor, δεν χωράει σύγκριση, αφού άλλωστε πρόκειται για πολύ διαφορετικές ταινίες, αλλά ο κριτικός της Guardian την κάνει με συνοπτικές διαδικασίες και χιουμοριστική διάθεση: "αν το Black Power Mixtape αποπνέει μπαρούτι, δακρυγόνο και επανάσταση, το The Help ευωδιάζει γιασεμί, μανόλια και συμφιλίωση". Και αν οι υπόλοιπες λέξεις που χρησιμοποιεί φανερώνουν μάλλον εμπάθεια, το πνεύμα συμφιλίωσης είναι σίγουρα ο βασικός στόχος της ταινίας και, απ' ό,τι δείχνουν τα αποτελέσματα στα ταμεία, τα καταφέρνει μια χαρά. Είναι άλλωστε πάγια τακτική του χολιγουντιανού ιστορικού μοντέλου: αφού αποφεύγει τα καυτά ιστορικά θέματα για αρκετά χρόνια, όταν πλέον δεν είναι αρκετά επικίνδυνα, επενδύει σε μια ταινία όπου απαλύνονται επιμελώς οι συγκρούσεις, προβάλλεται η κοινή επιθυμία και ο κοινός αγώνας για τη χειραφέτηση, ενώ αποσιωπούνται οι θυσίες, τα μέσα και οι πρωταγωνιστές του αγώνα και αποκτούν κωμικές διαστάσεις. Όλα αυτά βέβαια δεν αναιρούν ότι έχουμε να κάνουμε με ένα επιτυχημένο αμερικανικό μελόδραμα, με αρκετές δόσεις χιούμορ και μεγάλη προσοχή στα ντεκόρ και στα κοστούμια, που αποτυπώνουν το κλίμα και τα χρώματα της εποχής. Αλλά η ιστορία είναι λίγο πολύ αναμενόμενη και τη σώζουν κάποιες από τις πρωταγωνίστριες. Και σίγουρα το χαμόγελο παγώνει λίγο όταν αναλογίζεται κανείς πώς θα εκτυλίσσονταν τα πράγματα αν όντως μια νεαρή λευκή από τον αμερικανικό νότο αποφάσιζε εκείνη την εποχή να καταγράψει τα παράπονα των υπηρετριών από τα αφεντικά τους. Ο τίτλος The Help, με τη διπλή σημασία του, σε αφήνει τελικά με το πικρό συμπέρασμα: σίγουρα οι Μαύροι της Αμερικής ούτε πήραν (σε μεγάλο βαθμό τουλάχιστον) ούτε τελικά χρειάστηκαν τη βοήθεια των λευκών για να διεκδικήσουν τα συνταγματικά δικαιώματά τους. 


Και επειδή δεν αποκλείεται να γίνει λόγος και για όσκαρ, ας θυμηθούμε και μια ιστορία από το παρελθόν. To 1997 το ντοκυμαντέρ When We Were Kings του Leon Gast για τη μεγάλη πυγμαχική σύγκρουση του Muhammad Ali με τον πρωταθλητή George Foreman στο Ζαΐρ. Η ταινία του William Klein, Muhammad Ali, The Greatest, που γυρίστηκε την εποχή που ακόμα η υπόθεση του Άλι ήταν ακόμα καυτή, είχε αγνοηθεί και περιφρονηθεί, πόσο μάλλον επειδή συνέδεε την πορεία του Άλι με τον αγώνα για τα πολιτικά δικαιώματα. Γι' αυτό, ως ένα μικρό αφιέρωμα θα κλείσω με ένα απόσπασμα από μια άλλη ταινία του William Klein για τον θεωρητικό ηγέτη των Μαύρων Πανθήρων. Και φυσικά όλη η δημοσίευση είναι αφιερωμένη στον συνοδοιπόρο και Δόκτωρα πλέον Αλέξανδρο Τσοποτό. What's up, Doc?



M.M.