20/10/2009

Un prophète (Jacques Audiard, 2009)


Είναι δυνατόν μια ταινία που διαδραματίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στη φυλακή να αποτελέσει ταινία μύησης και ενηλικίωσης; Είναι δυνατόν μέσα από τα στενά πλαίσια του είδους να διηγηθεί κανείς μια ιστορία απόκτησης ταυτότητας, μια ιστορία επιβίωσης, επιτυχίας και προόδου; Είναι δυνατόν ακολουθώντας του κανόνες του είδους να υπερβεί τα κλισέ του; Ο Jacques Audiard, έχοντας ήδη στο ενεργητικό του δύο διαδοχικές επιτυχίες του γαλλικού σινεμά, το Sur mes lèvres και το De battre mon coeur s'est arrêté, έρχεται αντιμέτωπος με ένα μεγαλεπίβολο σχέδιο, το οποίο πήρε όπως λέει 6 χρόνια για να ολοκληρωθεί. Και καταφέρνει να δημιουργήσει άλλη μια επιτυχία, που επιβραβεύτηκε άλλωστε με το βραβείο της επιτροπής του Φεστιβάλ των Κανών.
Ένας νεαρός άνδρας αραβικής καταγωγής, χωρίς οικογένεια, χωρίς υπόβαθρο, χωρίς κουλτούρα, μπαίνει στη φυλακή. Στα έξι χρόνια που θα διαρκέσει ο εγκλεισμός του θα ανεβεί ένα ένα τα σκαλιά της ιεραρχίας της φυλακής και θα αποκτήσει όλα όσα είχε και δεν είχε ονειρευτεί. Το πρώτο βήμα είναι να βρει μια "οικογένεια" που να τον προστατεύει, και αυτή είναι η ομάδα των κορσικανών, η οποία έχει τον έλεγχο της φυλακής και η οποία του ζητάει ένα στυγνό έγκλημα για να τον δεχτεί στους κόλπους της. Βήμα δεύτερο, να μάθει γράμματα: τα καταφέρνει περίφημα, αφού όχι μόνο μαθαίνει να διαβάζει γαλλικά, αλλά σιγά σιγά μαθαίνει και κορσικάνικα. Η τελευταία του κρυφή ικανότητα του δίνει μάλιστα εξέχουσα θέση στη συμμορία και τον κάνει το δεξί χέρι ("τα μάτια και τα αυτά") του αρχηγού του. Βήμα τρίτο, να στήσει τη δική του επιχείρηση στον έξω κόσμο, πουλώντας ναρκωτικά. Βήμα τέταρτο, να διαπραγματευτεί με τους αντιπάλους του, να στρέψει τους ανωτέρους του τον έναν ενάντια στον άλλον, να αμφισβητήσει και να ανατρέψει τον "κηδεμόνα" και προστάτη τουώστε να γίνει τελικά το απόλυτο αφεντικό. Τέλος, να βγει από τη φυλακή, έχοντας μάλιστα αποκτήσει και τη δική του οικογένεια.
Ωστόσο, η ιστορία του Jacques Audiard δεν έχει να κάνει μόνο με συμμορίες και παρανομία, όπως θα έκανε ίσως μια mainstream ταινία του είδους. Εστιάζει και στον εσωτερικό κόσμο του ήρωα, με τα όνειρα και τα οράματά του. Βλέποντας την ταινία και λίγο μετά, πίστευα ότι ο δημιουργός της ήθελε να δώσει ένα μεταφυσικό, θρησκευτικό υπόβαθρο στην ταινία του. Όμως η ιστορία του "προφήτη" μάλλον δεν έχει να κάνει με αυτό. Είναι "προφήτης" μεταφορικά, όπως λέμε για κάποιον ότι είναι "γκουρού", εκείνου που αναπτύσσει σε τέτοιο βαθμό τις ικανότητές του, που μαθαίνει να βλέπει τον κόσμο που τον περιβάλλει, μαθαίνει να διαβάζει τα σημάδια, να αποκωδικοποιεί, κερδίζει τον σεβασμό, αποκτά υπόσταση, από ανύπαρκτος και μηδαμινός γίνεται σημαντικός, ο καλύτερος στο περιβάλλον του.
Στην επιτυχία της ταινίας συμβάλλει καθοριστικά και ο πρωτοεμφανιζόμενος πρωταγωνιστής της, Tahar Rahim. Μπορεί να μην έχει το βάρος του Romain Duris ή του Vincent Cassel των προηγούμενων ταινίων του Audiard, είναι όμως ένα άγνωστο πρόσωπο που μας εκπλήσσει και μας επιτρέπει να ταυτιστούμε. Έχει φροντίσει εξάλλου να έχει έναν ηθοποιό με βάρος στον δεύτερο ρόλο, τον πολύ καλό Niels Arstrup, που ακροβατεί εξαιρετικά ανάμεσα στο ρόλο του αμείλικτου αφέντη, του στοργικού πατέρα και τελικά του συντετριμμένου. Πολύ καλή δουλειά έχει γίνει και στην αναπαράσταση του χώρου της φυλακής, με τις συμμορίες, τη διαφθορά και τα τελετουργικά. Τελικά, αν θέλαμε να συγκρίνουμε την ταινία, δεν θα επιλέγαμε σε καμία περίπτωση μια ταινία του είδους, αλλά θα το παρομοιάζαμε με το
Scarface, ένα Scarface όμως ανεστραμμένο, αισιόδοξο, συμπαθητικό.
M.M.

28/09/2009

Νύχτες Πρεμιέρας 2009 (2)

The time that Remains (Elia Suleiman, 2009)


Κι εκεί που είχα αρχίσει να απογοητεύομαι, ήρθε η ταινία του Elia Suleiman, Ο χρόνος που απομένει. Γνωστός μας από το παλαιότερο Divine Intervention, με το οποίο μας είχε πρωτοεκπλήξει, έρχεται τώρα με ένα ακόμα πιο φιλόδοξο έργο, παρουσιάζοντας μέσα από την ιδιότυπη ματιά του τη σύγχρονη ιστορία της Παλαιστίνης, από τον πόλεμο του 1948 μέχρι σήμερα. Το στιλ του δεν έχει αλλάξει, αν και δεν καταφεύγει πια στις τόσο ακραία σουρεαλιστικές σκηνές του Divine Intervention. Διατηρεί όμως το ιδιαίτερο χιούμορ του, που παραπέμπει ασφαλώς στις βωβές κωμωδίες του Keaton ή στις σχεδόν βωβές ταινίες του Tati. Και πέρα από τη φιγούρα του ίδιου του σκηνοθέτη, που βοηθάει σε αυτό το αποτέλεσμα, υπάρχει και ο νεαρός πρωταγωνιστής του, o Saleh Bakri, από τους ωραιότερους (απ’ όλες τις έννοιες) ηθοποιούς που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια και τον οποίο είχαμε δει σε μια από τις ευχάριστες εκπλήξεις της περσινής χρονιάς από τη Μέση Ανατολή, την Επίσκεψη της Μπάντας. Πέρα από το βωβό αφαιρετικό χιούμορ, η συγκεκριμένη ταινία του Suleiman χαρακτηρίζεται επίσης από μια ιδιαίτερη σεναριακή δομή, που βασίζεται ιδιαίτερα στην επανάληψη. Σε κάθε σημαίνουσα ιστορική στιγμή για την Παλαιστίνη παρακολουθούμε περίπου τις ίδιες οικογενειακές σκηνές, ελαφρώς τροποποιημένες. Και αυτή η τροποποίηση δηλώνει την ιστορική αλλαγή που έχει προκύψει. Στο τελευταίο μέρος της ταινίας, τον πρωταγωνιστικό ρόλο αναλαμβάνει ο ίδιος ο σκηνοθέτης, ο οποίος παραμένει σε όλη την ταινία σιωπηλός και αδρανής παρατηρητής των γεγονότων που λαμβάνουν χώρα γύρω του. Δεν μας αφήνει αμφιβολία ότι πρόκειται για μια αυτογραφική ταινία, για τον τρόπο που ο ίδιος έζησε τα γεγονότα, αφού άλλωστε ο πρωταγωνιστής του φέρει το όνομά του. Ωστόσο, προς το τέλος της ταινίας πέφτει και ο ρυθμός, νομίζω κάπου χάνει το ενδιαφέρον που είχε κατορθώσει να δημιουργήσει. Πάντως δεν παύει να αποτελεί μια από τις πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις δημιουργού από τη Μέση Ανατολή, και ίσως δεν θα ήταν άτοπο να ονομάσουμε τον ιδιότυπο κινηματογράφο του ως «κινηματογράφο του παραλόγου».



Sin Nombre (Cary Fukunaga, 2009)


Από τη Μέση Ανατολή, πέρασα στην Κεντρική Αμερική για να δω το βραβευμένο στο Sundance Sin nombre (βραβείο σκηνοθεσίας και φωτογραφίας). Η ιστορία αυτή συνδυάζει φτώχια, συμμορίες, μετανάστευση, και όλα αυτά on the road, διασχίζοντας την ήπειρο προς το βορρά. Δύο φίλοι που μπλέκουν σε μια συμμορία που σπέρνει τον τρόμο, μια οικογένεια που ξεκινάει από την Ονδούρα αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον στις ΗΠΑ. Οι δρόμοι τους μπλέκονται πάνω στην οροφή ενός τραίνου που διασχίζει το Μεξικό, όπου οι κακοποιοί έρχονται να ληστέψουν τους μετανάστες. Ο ένας από τους δύο φίλους θα σκοτώσει τον αρχηγό της συμμορίας, σώζοντας μια κοπέλα από βιασμό, και εκείνη θα τον ερωτευθεί. Αδιέξοδες ζωές, αδιέξοδοι έρωτες, άνθρωποι χωρίς όνομα, χωρίς μέλλον, που μπορούν να αποκτήσουν υπόσταση μόνο αν προσχωρήσουν σε μια συμμορία ή αν περάσουν λαθραία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτοί που ξεφεύγουν από το αδιέξοδο είναι οι εξαιρέσεις, οι τυχεροί. Οι υπόλοιποι συνεχίζουν την περιπέτεια τους, προσπαθώντας ξανά και ξανά, κάνοντας σπίτι τους τις γραμμές του τρένου ή χάνοντας εκεί τη ζωή τους κυνηγημένοι από την αστυνομία. Και όσοι μένουν πίσω, επιλέγοντας την παρανομία, αναγκάζονται να απαρνηθούν τις φιλίες, τους έρωτες, για να γίνουν δεκτοί από την οργάνωση, να αποκτήσουν όνομα. Αξιόλογη ταινία, μείγμα μυθοπλασίας και ντοκυμαντέρ, αφού αναμειγνύει την κεντρική περιπέτεια με πραγματικές ιστορίες Οδύσσειας που λαμβάνουν χώρα στον δρόμο από τον τρίτο για τον πρώτο κόσμο.



Accident (Pou-Soi Cheang, 2009)


Η καλύτερη ίσως ταινία που είδα αυτές τις μέρες ήταν μια ταινία από το Χονγκ Κονγκ, το Ατύχημα του Pou-Soi Cheang, σε παραγωγή του Johnny To, που συμμετείχε στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ της Βενετίας. Ένα στιλιζαρισμένο υπαρξιακό θρίλερ που παραπέμπει σε αμερικάνικες ταινίες των seventies, τύπου Alan Pakula. Η όλη δομή, η ατμόσφαιρα και η σκηνοθετική πρόταση της ταινίας ανταποκρίνεται πλήρως στο θέμα της ταινίας που έχει να κάνει με την έννοια του τυχαίου. Πρωταγωνιστής είναι ένας άνδρας που διευθύνει μια τετραμελή οργάνωση δολοφόνων, οι οποίοι όμως στήνουν τις δολοφονίες τους με τρόπο ώστε να μοιάζουν με ατυχήματα. Κάθε φορά λοιπόν υπάρχει το αντίστοιχο στήσιμο της κάμερας που παρακολουθεί τις κινήσεις των τεσσάρων δραστών και τις περίπλοκες παγίδες που στήνουν. Η εμπλοκή θα προκύψει όταν, κατά τη διάρκεια ενός στησίματος, θα προκύψει ένα απρόβλεπτο ατύχημα, που θα στοιχίσει τη ζωή του ενός και όπου ο ήρωας θα γλιτώσει παρατρίχα. Μετά από αυτό το συμβάν, ο ήρωας θα αρχίσει σιγά σιγά να παρανοεί αδυνατώντας να πιστέψει ότι επρόκειτο απλά για ένα τυχαίο συμβάν. Σε αυτό συμβάλλει και το παρελθόν του, αφού γνωρίζουμε ότι η γυναίκα του είχε σκοτωθεί επίσης σε τροχαίο ατύχημα. Ο ήρωας βρίσκεται λοιπόν παγιδευμένος στην παγίδα που έστησε ο ίδιος, σε ένα κόσμο που όλα μοιάζουν με ατυχήματα, αλλά και όλα μοιάζουν με σκηνοθεσίες, σε τέτοιο βαθμό που είναι αδύνατον να ξεχωρίσεις αν πρόκειται για συνομωσία της τύχης ή για μια άλλη σκοτεινή συνομωσία. Η υποψία που αφήνεται να αιωρείται ότι ένα μεγάλος ασφαλιστικός κολοσσός κινεί τα νήματα των ατυχημάτων εντείνει την πιθανότητα της συνομωσίας. Και από αυτή την άποψη άλλωστε μας έρχονται στο μυαλό οι ταινίες του ’70, με την ατμόσφαιρα της διεθνούς συνομωσίας.



All Tomorrow's Parties (2009)


Παρακολούθησα επίσης δύο μουσικές ταινίες, μία για το φημισμένο φεστιβάλ All Tomorrow’s Parties και άλλη μία αφιερωμένη στη σκηνή του νορβηγικού black metal. Η πρώτη, συλλογική δουλειά, ήταν πραγματικά πλήρης, αποτελούμενη από υλικό που έχει τραβηχτεί στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων που διοργανώνεται το φεστιβάλ, από επαγγελματίες όσο και από ερασιτέχνες. Πολλή μουσική, πολλή και ετερόκλιτη καλή μουσική, πολλοί καλλιτέχνες οι οποίοι μας εξηγούν το πνεύμα του φεστιβάλ, το στίγμα που θέλει να δώσει. Ότι δηλαδή οι καλλιτέχνες μπορούν να οργανώσουν ένα άρτιο φεστιβάλ χωρίς τη βοήθεια δισκογραφικών εταιρειών και χορηγών, έξω από τα πλαίσια του star system και της βιομηχανίας, με ατελείωτη μουσική. Η σύνθεση του υλικού είναι μάλλον εμπνευσμένη για μουσικό ντοκυμαντέρ, αφού καταφέρνει να μας μεταφέρει το κλίμα του φεστιβάλ, αφού εκτός από τις συναυλίες και τις συνεντεύξεις μας μεταφέρει στα πάρτυ, στα καλλιτεχνικά events, στους εξωτερικούς και τους εσωτερικούς χώρους του φεστιβάλ.



Until the light takes us (Aaron Aites & Audrey Ewell, 2009)


Το Until the light takes us του Aaron Aites και της Audrey Ewell απευθύνεται μάλλον σε ένα πιο εξειδικευμένο κοινό. Φαίνεται εξάλλου και από τις εμφανίσεις του κόσμου, πριν μπούμε στην αίθουσα. Πολλοί άντρες, πολύ τρίχα, πολύ μαυρίλα, και γενικά κόσμος που δεν βλέπεις σε άλλες προβολές. Επίσης, ξέρουν τα πάντα για το θέμα της ταινίας, αναγνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα και χειροκροτούν. Σε σχέση με το προηγούμενο ντοκυμαντέρ, αυτό μοιάζει μάλλον φτωχό από άποψη μέσων, αλλά κάτι τέτοιο ταιριάζει άλλωστε και στο είδος της μουσικής. Μαθαίνουμε λίγο πολύ (εμείς που δεν γνωρίζουμε) την ιστορία της σκηνής, με συνεντεύξεις από τους πρωτοπόρους του είδους, πχ. τους Darkthrone και τους (τεράστιους) Burzum. Αλλά περισσότερο από τη μουσική ιστορία της σκηνής, μαθαίνουμε τα παρεπόμενα, τις ακραίες παρεκκλίσεις της: τους εμπρησμούς εκκλησιών και τις δολοφονίες, που συγκλόνισαν για μια περίοδο την κοινωνία της Νορβηγίας. Το κοινό παρακολουθεί ενεργά και επιδοκιμάζει μερικές από τις πράξεις. Όπως προσπαθούν να μας εξηγήσουν άλλωστε οι δράστες, πίσω από τις πράξεις αυτές δεν υπήρχαν σκοτεινά ή σατανιστικά κίνητρα, αλλά ένα κίνημα, μεταξύ άλλων αντιχριστιανικό, που μεγεθύνθηκε και αλλοιώθηκε από τα ίδια τα ΜΜΕ. Σίγουρα για κάποιον που θέλει να εξηγήσει το φαινόμενο του black metal είναι ένα ντοκυμαντέρ που αξίζει να δει. Και οι δύο πάντως παραπάνω μουσικές ταινίες, πέρα από τη μουσική και το ενδιαφέρον γύρω από αυτή, προσφέρουν και μια διερεύνηση της κοινωνίας που γέννησε τα μουσικά αυτά κινήματα, της αγγλικής και της νορβηγικής κουλτούρας.


Μ.Μ.

23/09/2009

Νύχτες Πρεμιέρας 2009

An Education (Lone Scherfig, 2009)


Οι Νύχτες Πρεμιέρας ξεκίνησαν φέτος μάλλον χλιαρά με τη συμπαθητική διασκεδαστική ταινία της Lone Scherfig An Education. Εξάλλου, όπως φάνηκε από τις καθιερωμένες ομιλίες της πρεμιέρας, στο φετινό φεστβάλ έχει δοθεί έμφαση στην ψυχαγωγία. Εύχομαι να εννοούν την ψυχαγωγία με την πρωταρχική της έννοια, αλλά πολύ αμφιβάλλω. Εκ πρώτης όψεως, η πληθώρα των ελαφρών κωμωδιών και των σπλάτερ μάλλον δεν δείχνει προς αυτήν την κατεύθυνση. Ούτε βέβαια και οι δηλώσεις, όπου οι διοργανωτές καταθέτουν την πρόθεσή τους να μας βοηθήσουν να ξεχάσουμε την κρίση. Στον αντίποδα βέβαια προβάλλεται η πρόθεσή τους να στηρίξουν το ελληνικό σινεμά, αλλά αυτό αποτελεί ως έναν βαθμό και δώρο του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
Η επιλογή για το άνοιγμα του φεστιβάλ επιβεβαιώνει μάλλον αυτές τις υπόνοιες: η προτίμηση στρέφεται προς τις feel good ταινίες (όρος που έχει κατακλύσει άλλωστε και τις παρουσιάσεις του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ). Θα μου πείτε, είναι αυτό αρνητικό; Σίγουρα πάντως είναι εύστοχο, αφού ο κόσμος προτιμά αυτές τις ταινίες. Ωστόσο, δεν ξέρω αν σκοπός του φεστιβάλ θα έπρεπε να είναι η εμπορικότητα των ταινιών ή το να διατηρεί έναν χαρακτήρα. Τελοσπάντων, όλα αυτά είναι σκέψεις που ίσως διαψευστούν στη συνέχεια.
Η Δανέζα σκηνοθέτιδα, που έγινε γνωστή στο ευρύτερο κοινό με το Ιταλικά για Αρχάριους, μας έρχεται τώρα με μια αγγλική παραγωγή, μια επιτυχία στο Sundance, που ενδεχομένως να κάνει και μια καλή πορεία στις αίθουσες. Πίσω στα sixties, μια νεαρή λονδρέζα ενηλικιώνεται και, μέσα από τη γνωριμία της με έναν μεγαλύτερό της άνδρα, έρχεται αντιμέτωπη με τα διλήμματα της ζωής. Όπου δίλημμα για μια νεαρή της εποχής σημαίνει: να παντρευτεί τον πλούσιο άνδρα και να αποκτήσει τη ζωή που ονειρεύεται ή να συνεχίσει τις λαμπρές σπουδές της και να πετύχει μια σπουδαία καριέρα (ως δασκάλα, βέβαια) με τις δικές της δυνάμεις. Το αποτέλεσμα είναι όσο απλοϊκό και ελαφρό ακούγεται, μόνο που δεν παύει να είναι καλοφτιαγμένο. Φρεσκάδα υπάρχει, και στη σκηνοθεσία και στους ηθοποιούς, τόσο στην πρωταγωνίστρια όσο και στους άλλους ρόλους. Αλλά υπάρχουν και πολλά εύπεπτα κλισέ, που οφείλονται μάλλον στη μπεστ σέλερ λογική του σεναρίου του Nick Hornby.



High Life (Gary Yates, 2009)


Η κατηφόρα στο σινεμά της διασκέδασης συνεχίστηκε με την (κατά λάθος) επιλογή της ταινίας High life του Gary Yates. Στο πρώτο πεντάλεπτο, συνειδητοποιώντας πόσο ηλίθια ταινία επρόκειτο να δω σκέφτηκα σοβαρά να φύγω. Και το σκεφτόμουν για αρκετή ώρα. Μέχρι που αποφάσισα που η ηλιθιότητά της είναι τέτοια που αξίζει να κάτσω μέχρι το τέλος. Τέσσερα πρεζάκια που αποφασίζουν να ληστέψουν μια τράπεζα. Υποσχέσεις για ηλίθιο χιούμορ, αλλά σίγουρα τίποτα καινούριο. Ούτε για το είδος των ταινιών με ληστείες, ούτε για το είδος των ταινιών με πρέζα. Το γεγονός ότι διαδραματίζεται στα eighties ελάχιστη σημασία έχει, πέρα από τη μουσική δηλαδή. Πλησιάζοντας προς την κορύφωση, αρχίζει να βγάζει κάποιο γέλιο, πάντα στα πλαίσια της ηλιθιότητας βέβαια, αλλά δεν μπορούσαμε να περιμένουμε κάτι καλύτερο. Παρ' όλα αυτά οι ηθοποιοί δεν είναι κακοί, ούτε η ταινία είναι κακογυρισμένη, ίσως θα προτιμούσα κάπως πιο σφιχτό, δεμένο ρυθμό, και φυσικά κάτι καινούριο να μας πει.


Θα συνεχίσουμε οσονούπω παρουσιάζοντας άλλες ταινίες του φεστιβάλ.
Μ.Μ.

16/08/2009

Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Locarno

Παρότι έχουμε καιρό να τα πούμε - και υποσχόμαστε να επανορθώσουμε από το Σεπτέμβρη και έπειτα, όταν θα έχουμε τελειώσει με τις τρέχουσες υποχρεώσεις -, η συγκεκριμένη είδηση μόλις έφτασε στο ταχυδρομείο μας και αξίζει αναφοράς.
Η φετινή ελληνική κινηματογραφική παραγωγή επιβραβεύεται στα διεθνή φεστιβάλ. Έτσι μετά από τη βράβευση του Γιώργου Λάνθιμου για τον Κυνόδοντα στις Κάννες, στο πρόσφατο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Locarno της Ελβετίας, ο Αντώνης Καφετζόπουλος κέρδισε το βραβείο για την ερμηνεία του στην ταινία του Φίλιππου Τσίτου Ακαδημία Πλάτωνος (εναλλακτικός τίτλος Δεν θα γίνεις έλληνας ποτέ), αντιρατσιστική ταινία, γύρω από τη σύγχρονη πολυπολιτισμική Αθήνα. Ακόμη η ταινία πήρε και το τρίτο βραβείο της επιτροπής Νέων. Για περισσότερες πληροφορίες για τα βραβεία και το φεστιβάλ εδώ.
Για την ιστορία, ως καλύτερη ταινία του διεθνούς διαγωνιστικού ξεχώρισε το She, a Chinese της Xiaolu Guo.

Από όσο γνωρίζουμε η ελληνογερμανικής παραγωγής ταινία, θα προβληθεί στις αίθουσες τον ερχόμενο χειμώνα.

Αυτά προς το παρόν, και θα επανέλθουμε δριμύτεροι συντόμως...

A.T.

15/07/2009

Είναι κάτι νύχτες με φεγγάρι


Για τον καθένα μας η αφορμή που αναγγέλλει τον ερχομό του καλοκαιριού είναι διαφορετική. Γι' άλλον είναι το πρώτο μπάνιο, γι' άλλον το πρώτο καρπούζι, γι' άλλον το πρώτο ηλιοβασίλεμα στο Σούνιο. Για κάποιους από μας, λίγο περίεργους ομολογουμένως, είναι το πρώτο θερινό σινεμά, όπου ως γνωστόν φεύγουν τα καλύτερα μας χρόνια και τα νιάτα μας περνούν (θυμάται κανείς άραγε εκείνη τη συναυλία;). Έτσι κι εγώ μια νύχτα του Ιουνίου, πάνω που είχαν αρχίσει να πιάνουν οι ζέστες, κατηφόρισα προς το Σινέ Όασις στο Παγκράτι. Όνομα και πράγμα για τη γειτονιά του, δύο-τρία δέντρα ανάμεσα στις πολυκατοικίες τις πυρωμένες από τον ήλιο, λίγος άδειος χώρος ανάμεσα στα αυτοκίνητα και το μπετόν, φάτσες συμπαθητικές, και μια ταινία που δυστυχώς μόνο εκεί μπορεί κανείς να βρει. Ευτυχώς ο θεσμός των επανεκδόσεων μάς έχει δώσει έναν κάποιο λόγο να πηγαίνουμε ακόμα στα θερινά τα σινεμά, κατά τα άλλα κατακλυσμένα από χολιγουντιανές μπαρούφες και χαζογαλλικές κωμωδιούλες (αλήθεια, λέει είμαστε η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα σε εισαγωγές γαλλικών ταινιών;).

Gruppo di Famiglia in un Interno (Luchino Visconti, 1974)



Lack of feeling is nothing, lack of touch very grave.
- W.H. Auden

Η ταινία που είδα εκείνο το βράδυ ήταν ένα από τα λιγότερο γνωστά σ' εμάς αριστουργήματα του δημιουργού της, τη Γοητεία της Αμαρτίας του Luchino Visconti. Ίσως κάπως αυθαίρετα να μπορούσαμε να πούμε ότι το έργο αυτό του Visconti κλείνει μια τριλογία που είχε αρχίσει με τον Γατόπαρδο και συνεχίστηκε με τον Θάνατο στη Βενετία. Και στις τρεις ταινίες πρωταγωνιστής είναι ένας ηλικιωμένος, αριστοκράτης, διανοούμενος ή καλλιτέχνης, ή ένας συνδυασμός των παραπάνω χαρακτηριστικών, που γνωρίζει έναν όψιμο έρωτα που μπορεί να του ξαναδώσει ζωή, αλλά είναι πολύ αργά πια για να τον ζήσει. Ίσως βέβαια να μην είναι απλώς μια τριλογία, αλλά ένα θέμα που στοιχειώνει όλο το έργο του Ιταλού σκηνοθέτη: ο Deleuze παρομοιάζει το πολύ αργά πια του Visconti, με το βασανιστικά επαναλαμβανόμενο Nevermore του Edgar Allan Poe.
Στη Γοητεία της Αμαρτίας (στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει αυθαιρετήσει μόνο ο Έλλην μεταφραστής, αλλά και ο Άγγλος και ο Γάλλος) ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Burt Lancaster είναι ένας μοναχικός, στριφνός και γερασμένος καθηγητής που ζει μόνος του σε ένα αχανές ρωμαϊκό palazzo. Εκεί θα δεχτεί τη βάρβαρη εισβολή μιας ξεπεσμένης μαρκησίας που του ζητά επίμονα να της νοικιάσει το επάνω διαμέρισμα. Μετά από πίεση θα δεχτεί, για να ανακαλύψει ότι η μαρκησία δεν ήθελε το σπίτι για την αλλόκοτη οικογένειά της, αλλά για τον νεαρό ζιγκολό εραστή της. Σύντομα ο κόσμος του καθηγητή θα διαταραχτεί από τη γνωριμία με τον νεαρό, και στην άτονη ζωή του θα εισβάλει ο θόρυβος, το χρώμα, το πάθος. Όπως στο Θεώρημα του Pasolini ο Terence Stamp, εδώ ο Helmut Berger γίνεται ο θεός ή διάβολος που έλκει σαν μαγνήτης γύρω του όλους τους υπόλοιπους χαρακτήρες.
Τελικά το μόνιμο ερώτημα του Visconti είναι κατά πόσο μπορεί να συμφιλιωθεί η πνευματική ζωή με τον αισθησιασμό, η αριστοκρατική με τη χυδαία φύση. Όμως η απάντηση παραπέμπει σε άλλα ερωτήματα, ολοένα πιο πολύπλοκα, που καταλήγουν στο ερώτημα αν μπορεί τελικά να συμφιλιωθεί το ζωντανό με το πεθαμένο, το εξαντλημένο. Έρχεται αντιμέτωπη η ζωή του καλλιτέχνη ή του ανθρώπου της τέχνης με την τέχνη της ζωής, η κόλαση της μοναξιάς με την κόλαση των άλλων, το ζην στο παρελθόν, υπό το βάρος των έργων τέχνης και της ιστορικής κληρονομιάς που πλημμυρίζει το κλειστό διαμέρισμα του καθηγητή, και στο ζην στο παρόν, στο ανέμελο, βάρβαρο, ισοπεδωτικό περιβάλλον των εισβολέων του. Όπως και στον Γατόπαρδο, μια νέα τάξη αστών έρχεται να ισοπεδώσει τα πάντα, να μετατρέψει τα πάντα σε αγαθά προς πώληση, την τέχνη, το πάθος, τα ιδανικά. Ο άνθρωπος της τέχνης, ο δημιουργός ή ο διανοούμενος, ο Visconti, βρίσκεται τελικά πάντα καταδικασμένος στη μοναξιά.

Μ.Μ.

09/07/2009

Los Angeles Greek Film Festival 2009

Καθως η ζέστη μας έχει χτυπήσει κατακέφαλα, δημοσιεύουμε μια σύντομη παρουσίαση του 3ου Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου, από τον φίλο μας Μάριο και ανταποκριτή μας στο Λος Άντζελες.


Πραγματοποιήθηκε στο Λος Άντζελες (Egyptian Theater) το 3ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου (25-28 Ιουνίου) κατά τη διάρκεια του οποίου προβλήθηκαν 22 ταινίες, εκ των οποίων 15 είχαν την πρώτη προβολή τους στις ΗΠΑ. Η προσπάθεια αυτή υποστηρίχθηκε από το Υπουργείο Τουρισμού, τη Γεν. Γραμματεία Ενημέρωσης και το Γραφείο Τύπου της Ελλάδος στο Λος Άντζελες.
Το Φεστιβάλ ξεκίνησε με την προβολή της ταινίας Μικρό Έγκλημα του κ. Γεωργίου και τη δεξίωση στην οποία οι διοργανώτριες κες Ι. Γιαννοπούλου και Ε. Δάνου είχαν την ευκαιρία να ευχαριστήσουν τους χορηγούς και να παρουσιάσουν τους νέους δημιουργούς. Στα εγκαίνια εμφανίστηκε και η γνωστή ελληνίδα ηθοποιός Μιμή Ντενίση (πάντα και παντού), σε ρόλο αναδόχου του Φεστιβάλ, o ηθοποιός Αλέξης Γεωργούλης και η νεαρή τραγουδίστρια Καλομοίρα.
Κατά τη διάρκεια του Φεστιβάλ πραγματοποιήθηκε συζήτηση για το μέλλον και τις προοπτικές του Ελληνικού Κινηματογράφου εκτός συνορών. Στο πάνελ συμμετείχαν οι: Nia Vardalos, Sanford Panitch, Phedon Papamichael, Markos Holevas και ο Stamatis Athanassoulas, ενώ συντονιστής ήταν ο κ.Terry Dougas.
Στην απονομή των βραβείων, κατά την τελευταία ημέρα, παρέστησαν μεταξύ άλλων, ο πρόεδρος της εταιρείας FOX Jim Giannopoulos, o Straton Leopold, η ελληνοαμερικανίδα ηθοποιός Nia Vardalos, της οποίας το πρώτο σκηνοθετικό εγχείρημα Ι hate Valentine's Day προβλήθηκε σε παγκόσμια πρεμιέρα στα πλαίσια του Φεστιβάλ καθώς και η αμερικανίδα ηθοποιός, γνωστή στο ευρύ κοινό από την τηλεοπτική σειρά «Τaxi», Marilu Henner. Ειδικό τιμητικό βραβείο απονεμήθηκε στην ελληνικής καταγωγής σκηνοθέτιδα Penelope Spheeris της οποίας προβλήθηκαν σε ειδική βραδιά οι ταινίες Suburbia και No use walking when you can stroll.
Περισσότερες πληροφορίες για το Φεστιβάλ μπορούν να αντληθούν από την ιστοσελίδα www.lagreekfilmfestival.org

Οι ταινίες που προβλήθηκαν είναι οι εξής:

ΑΘΑΝΑΣΙΑ - ΚΑΛΑ ΚΡΥΜΜΕΝΑ ΜΥΣΤΙΚΑ
Greece/USA, 2008, 95 min, 35mm, US Premiere
Dir: Panos Karkanevatos

ELLI MAKRA-42277 WUPPERTAL
Germany, 2007, 80 min, DVD, US Premiere
Dir: Athanasios Karanikolas

GOODNIGHT IRENE
Portugal, 2008, 98 min, Digibeta, LA Premiere
Dir: Paolo Marinou-Blanco

GUINNESS
Greece, 2009, 94 min, 35mm, US Premiere
Dir: Alexis Kardaras

I HATE VALENTINE'S DAY
USA, 2009, World Premiere
Dir: Nia Vardalos

RUN IT
USA, 2008, 110 min, Digibeta, LA Premiere
Dir: Evangelos Giovanis and George Giovanis

ΜΙΚΡΟ ΕΓΚΛΗΜΑ
Greece/Cyprus/Germany, 2008, 85 min, 35mm, LA Premiere
Dir: Christos Georgiou

VALSE SENTIMENTALE
Greece, 2007, 107 min, 35mm, LA Premiere
Dir: Constantina Voulgaris

τα ντοκυμαντέρ

ΛΟΥΟΜΕΝΟΙ
Greece, 2008, 47 min, Digibeta, US Premiere
Dir: Eva Stefani

CHAMELEON BEACH
(Kamaeleonernes Strand)
Denmark, 2008, 52 min, Beta SP, US Premiere
Dir: Adam Schmedes

NO SUBTITLES NECESSARY: LASZLO & VILMOS
USA, 2008, 97 min, 35mm
Dir: James Chressanthis

ON THE EDGE
(Kami Hito E-On the Edge)
Japan, 2009, 22 min, US Premiere
Dir: Basile Doganis

T FOR TROUBLE AND THE SELF ADMIRATION SOCIETY
Greece, 2009, 108 min, Digibeta, US Premiere
Dir: Dimitris Athiridis

THEMIS
Greece, 2009, 85 min, Digibeta, US Premiere
Dir: Marco Gastine

ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ Ο ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ
ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΚΑΒΑΦΗ

Greece, 2007, 90 min, Digibeta, LA Premiere
Dir: Stelios Charalambopoulos

και τα μικρού μήκους

I AM GAY
(Jag Är Bög)
Sweden, 2008, 15 min, 35mm, LA Premiere
Dir: Nicolas Kolovos

MARIZA (Digital Animation)
Greece/Australia, 2008, 5 min, Beta SP, US Premiere
Dir: Constantine Krystallis

ONE NIGHT TOGETHER
Greece, 2009, 13 min, 35mm, LA Premiere
Dir: Eleftheria Astrinaki

ΟΔΟΜΑΧΙΑ
Greece, 2008, 14 min, Digibeta, US Premiere
Dir: Christos Kanakis

SYNTAGMA
Greece, 2008, 8 min, 35mm, US Premiere
Dir: Christina Ioakeimidi

THE GRANDFATHER
(Der Grossvater)
Germany, 2009, 20 min, Digibeta, World Premiere
Dir: Nikias Chryssos

WE CALL HER DAISY
UK, 2008, 23 min, Digibeta, US Premiere
Dir: Stefan Georgiou

25/06/2009

The 25th hour (Spike Lee, 2002)


Ξαναπέτυχα χθες στην τηλεόραση την 25η ώρα του Spike Lee και επιβεβαίωσα την αρχική άποψή μου, ότι είναι δηλαδή από τις πιο ενδιαφέρουσες αμερικανικές ταινίες που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια. Είναι ένας καθρέφτης της νεουορκέζικης κοινωνίας στις αρχές της 3ης χιλιετίας, στη σκιά της 11ης Σεπτέμβρη, των οικονομικών σκανδάλων της κυβέρνησης Μπους, γεμάτος μελαγχολία, νοσταλγία, οργή, αλλά και πατριωτισμό, ελπίδα. Καταγράφει τις τελευταίες 24 ώρες ελεύθερης ζωής του Μόντι Μπρόγκαν, ο οποίος συνελήφθη για εμπόριο ναρκωτικών και έχει μία μέρα για να αποχαιρετίσει τους δύο καλύτερους φίλους του, τη γυναίκα του, τον πατέρα του, το σκύλο του, αλλά και να μάθει ποιος τον πρόδωσε. Όταν βγήκε η ταινία το σημείο όπου στάθηκαν οι περισσότερες παρουσιάσεις της ήταν το γεγονός ότι ο πρωταγωνιστής της ήταν λευκός. Βέβαια, δεν ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε κάτι τέτοιο. Ήδη στο Καλοκαίρι του Σαμ, ο Spike Lee είχε εστιάσει σε μια ιταλική κοινότητα της Νέας Υόρκης. Η ματιά του μπορεί να μην έχει την ίδια οξύτητα που είχε στις πρώτες ταινίες του σχετικά με τα φυλετικά ζητήματα, αλλά στο μεταξύ και η ίδια η Αμερική έχει αλλάξει πολύ από την εποχή του Do the Right Thing.
Ωστόσο, δεν μπορεί να πει κανείς ότι τα φυλετικά/εθνοτικά ζητήματα έχουν λέιψει ποτέ από τις ταινίες του: και στο Καλοκαίρι του Σαμ αλλά και στην 25η ώρα έχουν κεντρική θέση, σε σημείο που μπορεί να πει κανείς ότι η 25η ώρα εντάσσεται σε μια σειρά ταινιών που ξεκινούν από τον Scorsese και τον Cimino για να φτάσουν ως τον James Gray. Η Αμερική ως χωνευτήρι λαών, είναι το ερώτημα και η προβληματική. Υπάρχουν 2-3 σκηνές στην ταινία που φέρουν τη μοναδική σφραγίδα του σκηνοθέτη της, και σηκώνουν όλο το βάρος της. Είναι η σκηνή του Eduard Norton στον καθρέφτη, που παραπέμπει τόσο στους μονολόγους του Ταξιτζή του Scorsese, όσο και στους μονολόγους των πρωταγωνιστών του Do the Right Thing, όπου οι ήρωες εκφράζουν ρατσιστικά στερεότυπα. Εδώ ο Norton βρίσκεται σε μια τουαλέτα και καθώς βρίσκεται μπροστά στη χαρακτηριστική επιγραφή Fuck you αρχίζει να βρίζει όλες τις φυλές, όλες τις επαγγελματικές ή κοινωνικές ομάδες της Νέας Υόρκης, για να καταλήξει στους φίλους του, τη γυναίκα του, την οικογένειά του, και τελικά να κοιτάξει τον ίδιο του τον εαυτό και να αρχίσει να τον οικτίρει για την αποτυχία του. Σε αυτή τη σκηνή θα λέγαμε ότι εκφράζεται περισσότερο το μήνυμα των παλαιότερων έργων του Spike Lee, της Αμερικής ως salad bowl, όπου δεν υπάρχει δυνατότητα συγχώνευσης ανάμεσα στις διάφορες ομάδες.

Όμως στην τελευταία ονειρική σκηνή, την 25η ώρα(;), η ματιά του αλλάζει. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα μήνυμα ενότητας, έστω και αν αυτό παρουσιάζεται μόνο ως δυνητικό, μέσα από την απαισιόδοξη φιγούρα του πατέρα και μέσα από το όνειρο του Μόντι. Κατά την 25η ώρα του, ο Μόντι ανακαλύπτει ότι υπάρχει εναλλακτική απέναντι στη σαπίλα, τη διαφθορά, την εύκολη επιτυχία. Υπάρχει ένα εναλλακτικό αμερικάνικο όνειρο και το βλέπει σαν ένα τράβελινγκ σε χαμογελαστά πρόσωπα διάφορων εθνοτήτων, την Αμερική ως melting pot, την Small-town America. Το όνειρο ταυτίζεται άλλωστε με την παλαιότατη αμερικάνικη προτροπή: "Go west, young man" και θα γίνεις ένας νέος άνθρωπος.

Ωστόσο, το όνειρο παραμένει στο επίπεδο του δυνητικού. Είναι σαφές ότι η Αμερική περνάει μια βαθύτατη κρίση, η οποία υποδεικνύεται άλλωστε από τα πλάνα του Spike Lee στο ground zero. Σε μια εποχή που τα τραύματα ήταν ακόμα νωπά, όπου η αμερικανική κινηματογραφική βιομηχανία έχει απαγορεύσει ουσιαστικά κάθε αναφορά στο τραυματικό συμβάν της 11ης Σεπτεμβρίου, ο Spike Lee τολμάει να αναφερθεί στα γεγονότα και να τα συνδέσει με την κρίση που περνούν οι χαρακτήρες του. Χαρακτηριστική εξάλλου της παρακμής και της κρίσης είναι και η σκιά που πλανιέται πάνω από το μπαρ του πατέρα, που σέρβιρε ποτά σε πυροσβέστες. Έμμεσα, ο Spike Lee στηλιτεύει και τους πρόσφατους σκληρούς νόμους κατά των ναρκωτικών και κάνει ένα παραλληλισμό ανάμεσα στον πρωταγωνιστή που ετοιμάζεται να εκτίσει την ποινή του και τους κερδοσκόπους της Wall Street και τους υπεύθυνους για το σκάνδαλο της Enron που κυκλοφορούν ελεύθεροι.
"Go west young man, and grow up with the country" ήταν το ρητό του Horace Greely. Το νεοπατριωτικό μήνυμα του Spike Lee θα μπορούσε να είναι "go back west young man, and regrow with the country".
M.M.

06/06/2009

Ευρωεκλογές και ευρωσύνορα
ή μερικές κινηματογραφικές σκέψεις πριν πάμε στην κάλπη

Ευρωεκλογές άυριο και, αν έχουμε κάποιο λόγο να ψηφίσουμε, είναι το ζήτημα της μετανάστευσης. Αν δηλαδή θέλουμε μια ανοιχτή Ευρώπη, που θα παρέχει αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης σε όσους εκμεταλλεύεται για να παράγει τον πλούτο της, ή αν θέλουμε μια ξενόφοβη Ευρώπη-φρούριο. Ήδη μερικές από τις κυβερνήσεις τις Ευρώπης έχουν δείξει το δρόμο ως προς τη μεταναστευτική πολιτική που πρόκειται να ακολουθήσει η Ευρώπη, με τη Γαλλία του Σαρκοζί και την Ιταλία του Μπερλουσκόνι να πρωτοστατούν. Δεν είναι τυχαίο ότι, ολοένα περισσότερο, ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος στρέφεται στο θέμα της μετανάστευσης. Φέτος στη Γαλλία, δύο από τις ταινίες που ακούστηκαν περισσότερο ήταν το Eden à l'Ouest του Κώστα Γαβρά και το Welcome του Philippe Lioret, με τη δεύτερη να συγκεντρώνει τα φώτα πάνω της, ιδαίτερα μετά την πολεμική που συνόδευσε την κυκλοφορία της στις γαλλικές αίθουσες.

Welcome (Philippe Lioret, 2009)


Λίγες μέρες πριν βγει η ταινία, ο Philippe Lioret (που έγινε γνωστός στη Γαλλία κυρίως με την προηγούμενη ταινία του, Je vais bien ne t'en fais pas) κάνει με δηλώσεις του τον παραλληλισμό ανάμεσα στη μεταχείριση των μεταναστών στη Γαλλία του σήμερα με τη μεταχείριση των Εβραίων κατά το Β' Παγκόσμιο. Αυτές οι δηλώσεις προκαλούν την αντίδραση του Υπουργού Μετανάστευσης που δηλώνει ότι, αν και θεωρεί πολύ καλή την ταινία, ο δημιουργός της ξεπέρασε τα όρια με τις δηλώσεις του. Η ταινία όμως του Lioret στηρίζει απόλυτα το επιχείρημα του δημιουργού της, πρώτα απ' όλα με την αναφορά της στο νόμο που βρίσκεται ακόμα σε ισχύ στη Γαλλία από τον Β' Παγκόσμιο, και απειλεί με 5ετή φυλάκιση όποιον πολίτη βοηθήσει παράνομο μετανάστη. Ο νόμος αυτός επανέρχεται όλο και περισσότερο στο προσκήνιο από την πολιτική της κυβέρνησης, που καλλιεργεί ένα κλίμα απομόνωσης των μεταναστών και όσων τους βοηθούν, ενθαρρύνοντας μάλιστα την κατάδοση από τους "φιλήσυχους" πολίτες. Το επιχείρημα είναι απλό και το εκφράζει ξεκάθαρα ο αστυνομικός στην ταινία: αν τους βοηθάμε, τότε θα έρθουν κι άλλοι.
Ο κατεξοχήν τόπος που συμβαίνουν όλα αυτά είναι το λιμάνι του Calais στο κανάλι της Μάγχης, όπου συγκεντρώνονται χιλιάδες παράνομοι μετανάστες αναζητώντας τρόπο να εισέρθουν στη Βρετανία. Ένας από αυτούς είναι και ο νεαρός Κούρδος Μπιλάλ που έχει έρθει από την πατρίδα του ταξιδεύοντας με τα πόδια ή μέσα σε νταλίκες, με κύριο στόχο να περάσει απέναντι και να βρει την κοπέλα με την οποία είναι ερωτευμένος. Φτάνοντας όμως στο Calais, ανακαλύπτει ότι η συνέχεια της διαδρομής δεν είναι τόσο εύκολη: για να διασχίσει κανείς τη Μάγχη, πρέπει πρώτον να έχει χρήματα για να πληρώσει τους δουλεμπόρους και δεύτερον να μπορεί να παραμείνει για κάποια λεπτά χωρίς αναπνοή, προκειμένου να μην εντοπιστεί από τους λιμενοφύλακες. Ο Μπιλάλ όμως δεν τα καταφέρνει και αποφασίζει να αναζητήσει μια άλλη διέξοδο, διασχίζοντας το κανάλι κολυμπώντας. Όμως κολύμπι δεν ξέρει και έτσι επισκέπτεται το κολυμβητήριο της περιοχής και αρχίζει τα μαθήματα κολύμβησης. Ο δάσκαλός του είναι ένας απογοητευμένος από τη ζωή μεσήλικας που μόλις έχει χωρίσει από την αγαπημένη του, η οποία συμμετέχει στην ομάδα που βοηθάει τους μετανάστες. Θέλοντας να την κερδίσει πίσω, αποφασίζει να παριστάνει ότι ενδιαφέρεται για τον νεαρό μετανάστη και τον βοηθά. Όχι μόνο του κάνει μάθημα, αλλά σιγά σιγά αρχίζει να τον φιλοξενεί σπίτι του, να γίνεται φίλος του και συμβουλός του, αδιαφορώντας για τις συνέπειες που έχει αυτό στην κοινωνική του ζωή. Ίσως αυτό που συγκινεί τον Γάλλο να είναι το πάθος του νεαρού Κούρδου να διεκδικήσει τον έρωτά του, διασχίζοντας μια ήπειρο και διακινδυνεύοντας την ίδια του τη ζωή. Η συνύπαρξη με τον Μπιλάλ αναδεικνύει το τέλμα της ζωής του Σιμόν και με τη θυσία του τού δείχνει το δρόμο για να το ξεπεράσει.
Η ταινία μπορεί να έχει αρκετά δραματικά κλισέ και μη ρεαλιστικά στοιχεία στο σενάριο, αλλά βρίσκει τον τρόπο να ξεφύγει από το στερεότυπο της ταινίας για μετανάστες. Επικεντρώνει το ενδιαφέρον περισσότερο στη ζωή του Γάλλου πρωταγωνιστή, παρά στη συμβολική ιστορία του Κούρδου μετανάστη, καταγγέλλει την ξενοφοβία, τη μεταχείριση των μεταναστών, την αστυνομοκρατία και το κλίμα δωσιλογισμού. Στην πραγματικότητα, οι κυβερνήσεις της Ευρώπης δεν φοβούνται ότι η αλληλεγγύη θα φέρει και άλλους πρόσφυγες, φοβούνται την αλληλεγγύη την ίδια, επειδή θέλουν αυτοί οι άνθρωποι να μην έχουν στον ήλιο μοίρα, να τους εκμεταλλευόμαστε όσο τους χρειαζόμαστε και μετά να τους στέλνουμε πίσω, όσους επιζήσουν. Από αυτή τη σκοπιά, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των μεταναστών έχουν ορισμένα κοινά με παλαιότερα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Λίγο καιρό αφού είδα την ταινία, διάβασα ότι η κυβέρνηση Μπερλουσκόνι, υπό την πίεση των σκανδάλων, θέσπισε νόμο με τον οποίο κινδυνεύουν με φυλάκιση όσοι βοηθούν λαθρομετανάστες. Ελπίζω να βγει κάποια στιγμή η ταινία και στην Ελλάδα, γιατί ο φετεινές ταινίες που έπαιξαν στο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου ήταν μάλλον μέτριες.

Jas sum od Titov Veles (Teona Mitevska, 2007)



Ένας άλλο ζήτημα για το οποίο, καθώς φαίνεται, θα ψηφίσουν οι Έλληνες και σε αυτές τις εκλογές είναι το μακεδονικό ζήτημα. Η κυβερνητική (και όχι μόνο) εξωτερική πολιτική το έχει ανάγει σε πρωταρχικό ζήτημα της ελληνικής διπλωματίας. Ενδιαφέρον έχει όμως να δούμε τα πράγματα και από την άλλη πλευρά. Την προηγούμενη βδομάδα βγήκε και στην Ελλάδα η πγδμακεδονική ταινία Γεννήθηκα στο Τίτο Βέλες της Τεόνα Μιτέφσκα. Πρωτοπαρουσιάστηκε στο Βερολίνο πριν 2 χρόνια, αλλά εγώ είχα την ευκαιρία να τη δω στο Παρίσι, σε μια προβολή που έγινε παρουσία της δημιουργού, καθώς και μιας συμπατριώτισσάς της ιστορικού που μας "διαφώτισε" στο τέλος της ταινίας.
Αν εξαιρέσουμε τον βαρύ συμβολισμό της, την βαριά της ατμόσφαιρα και τον βαρύ της ρυθμό, γενικώς η ταινία μου άφησε καλές εντυπώσεις. Η ιστορία έχει να κάνει με τρεις αδερφές σε μια μικρή πόλη της γειτονικής μας χώρας, την τοξικομανή Σλάβιτσα, που δουλεύει σε εργοστάσιο και ψάχνει έναν σύζυγο για να την αποκαταστήσει, την Σαπφώ, που αλλάζει κάθε τόσο σύντροφο με ελπίδα να βγάλει μια βίζα για την Ελλάδα, και τέλος την ονειροπαρμένη Αφροντίτα, που έχει σταματήσει να μιλάει μετά το θάνατο του πατέρα και τη φυγή της μάνας. Στο υπόβαθρο της ταινίας, βρίσκεται μια ιστορία του παρελθόντος που έχει άμεση σχέση με την ελληνική ιστορία. Είναι η ιστορία των σλαβομακεδόνων που πολέμησαν στο πλευρό των Ελλήνων και διώχτηκαν μετά τον εμφύλιο, με προορισμό τις διάφορες χώρες του ανατολικού μπλοκ, όπου μάλιστα πολλές οικογένειες χωρίστηκαν και έχασαν τα παιδιά τους. Η ιστορία αυτών των χαμένων παιδιών απηχείται από τα όνειρα της πρωταγωνίστριας, αλλά και την επιθυμία της να αποκτήσει παιδί. Είναι μια ιστορία που λίγο πολύ στην Ελλάδα αγνοούμε και δεν θέλουμε να πολυακούμε. Αλλά όπως δήλωσε και η σκηνοθέτης μετά την προβολή είναι λίγο πολύ μια ιστορία που αγνοούν και οι ίδιοι, αφού εκείνη την ανακάλυψε ψάχνοντας τα οικογενειακά της ανείπωτα μυστικά.
Δυστυχώς, εκείνο το βράδυ, τις καλές εντυπώσεις για την ταινία και για τη δημιουργό της τις χάλασε η ιστορικός που κλήθηκε να μιλήσει. Αφού εξήγησε όσο πιο σύντομα γινόταν την ιστορία της Π(έρα)Γ(ύρω)Δ(ίπλα)Μακεδονίας, ξεκαθαρίζοντας κάπως τα πράγματα για τους Γάλλους θεατές, ξεκίνησε ένα εθνικιστικό λογύδριο στο οποίο έφτασε να υποστηρίξει ότι η χώρα της μεταχειρίζεται καλύτερα τις μειονότητες απ' ό,τι οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Κυβερνητική εκπρόσωπος, με λίγα λόγια, έκανε ακόμα και τους συμπατριώτες της να δυσανασχετήσουν. Και όχι τίποτα άλλο, αλλά η ταινία δεν είχε τίποτα το εθνικιστικό, ίσα ίσα, όπως φρόντισε να δηλώσει η σκηνοθέτης, δεν ήθελε να κάνει μια πολιτική ταινία αλλά μία ταινία για τρεις γυναίκες. Τρεις γυναίκες που υποφέρουν κάτω από το βάρος του παρελθόντος, είτε αυτό έχει να κάνει με τα μυστικά της οικογένειας, είτε με την κρυφή ιστορία του τόπου, του κομουνιστικού παρελθόντος που συμβολίζεται από το εργοστάσιο, του οικογενειακού παρελθόντος που συμβολίζεται από τη ντουλάπα του τέλους, που νομίζω λέει πολλά για όλη την ιστορία των Βαλκανίων. Όσο η επίσημη ιστορία και πολιτική μας αποπροσανατολίζουν για την ιστορία των δύο λαών, χρειάζονται τέτοιες ταινίες (όπως άλλωστε και η τουρκική ταινία Ο πόνος του Φθινοπώρου, τολμηρή για το θέμα της) για να μας θυμίζουν κομμάτια της πραγματικής ιστορίας μας.
Μ.Μ.

16/04/2009

Let the right one in (Tomas Alfredson, 2008)

«Let the right one in
Let the old dreams die
Let the wrong ones go
They cannot do what you want them to do
And when at last it does
I'd say you were within your rights to bite
The right one and say, what kept you so long ?»
(«Let the right one slip in», Morissey)


Λίγες ώρες πριν πάω να δω την ταινία, διάβαζα στην εφημερίδα για το περιστατικό του νέου μαθητή του ΟΑΕΔ, που πυροβόλησε τρία άτομα πριν αυτοκτονήσει. Μια ειδικός έγραφε ότι πίσω από την πράξη του νεαρού κρυβόταν μια ιστορία "bullying", εκφοβισμού από κάποιους νταήδες (για την ακρίβεια μιλάει για το νέο φαινόμενο του "cyberbullying", το οποίο δεν θα μας απασχολήσει επί του προκειμένου). Στην Ελλάδα δεν είχαμε ακόμα ζήσει πολλά τέτοια περιστατικά, αλλά τον τελευταίο καιρό όλο και αυξάνονται (βλ. και την ιστορία του Άλεξ, για την οποία ποτέ δεν μάθαμε τι πραγματικά συνέβη). Στη Βόρεια Ευρώπη όμως και στις Ηνωμένες Πολιτείες τα φαινόμενα αυτά ανθούν εδώ και καιρό. Και φυσικά έχουν αποτελέσει θέμα πολλών ταινιών.
Έχοντας φρέσκιες λοιπόν στο μυαλό μου αυτές τις σκέψεις, είδα και το
Άσε το κακό να μπει από αυτή τη σκοπιά. Ασφαλώς αυτό δεν είναι το βασικό θέμα της ταινίας. Είναι πρωτίστως μια πρωτότυπη ταινία τρόμου και φαντασίας, με φόντο το γκρίζο και παγερό σουηδικό τοπίο. Είναι μια ασυνήθιστη, ρομαντική ιστορία παιδικής αγάπης. Ξεφεύγει από τα στενά πλαίσια των αμερικάνικων εμπορικών εφηβικών ταινιών τρόμου, για να ενταχθεί σε μια πλούσια παράδοση γοτθικών ταινιών τρόμου από τον Νοσφεράτου του Murnau ως τον Δράκουλα του Coppola και το Interview with the Vampire του Neil Jordan. Άραγε έχουμε να κάνουμε με μια διαφοροποίηση ανάμεσα στις αμερικάνικες και τις ευρωπαϊκές ταινίες τρόμου (το ερώτημα τίθεται προς το Α.Τ., γνώστη του είδους); Όπου ενώ στις πρώτες το "κακό" παρουσιάζεται ως απειλή, στις δεύτερες παρουσιάζεται ως κάτι αναπόφευκτο, ως η άλλη πλευρά, ως το διαφορετικό, ως το απωθημένο; (Μήπως άλλωστε αυτό δεν επισημαίνει και ο τίτλος, που δεν λέει "Άσε το κακό να μπει" άλλα "Άσε το σωστό, το δίκαιο να μπει";) Δεν νομίζω ότι είναι τυχαίο το γεγονός ότι στην ταινία του Tomas Alfredson το "κακό" συνδέεται με το διαφορετικό, είτε αυτό έχει να κάνει με την αδυναμία προσαρμογής του Όσκαρ στο σχολείο, είτε με την σεξουαλική διαφορετικότητα. Ενώ όμως στις περισσότερες "ρομαντικές" ταινίες τρόμου το ερωτικό στοιχείο εκφράζεται συνήθως μέσα από παράξενες ετερόφυλες ενώσεις, εδώ τείνει προς το ερμαφρόδιτο και το ασεξουαλικό. Η ένωση των δύο παιδιών έχει να κάνει περισσότερο με το ζεστό και το κρύο, με το λευκό και το κόκκινο, με τη δύναμη και την αδυναμία, παρά με το αρσενικό και το θηλυκό. Μήπως αντί για goth να πρέπει να μιλήσουμε για μια emo ταινία;
Για να επανέλθω όμως στις αρχικές σκέψεις, νομίζω ότι ένα από τα ενδιαφέροντα στοιχεία της ταινίας, που την διαφοροποιεί από πολλά άλλα δείγματα του είδους, είναι ότι συνδυάζει τη ρεαλιστική απόδοση του περιβάλλοντος και των γεγονότων με τα παραδοσιακά στοιχεία των ταινιών τρόμου. Ενώ λοιπόν ο περίγυρος του αγοριού παρουσιάζεται σχετικά ρεαλιστικά, δηλαδή η οικογένεια, το σχολείο, η γειτονιά, αντίθετα η σχέση του με την Έλι ανήκει πλήρως στην επικράτεια της φαντασίας. Τόσο που μπορεί κανείς να δει κανείς όλη την ιστορία σαν μια σύγκρουση πραγματικού και φαντασιακού και την ύπαρξη της Έλι σαν μια φαντασίωση. Ο Όσκαρ ψάχνει μια απόδραση από την ψυχρότητα και την αδιαφορία των γονιών του, από τον εκφοβισμό και τη βία που υφίσταται στο σχολείο, από τη μοναξιά του. Και αυτή την απόδραση την ενσαρκώνει η Έλι, που του προσφέρει ζεστασιά, επικοινωνία, κατανόηση. Και βέβαια την εκδίκηση που ζητούσε, τη βία που δεν είχε τη δύναμη να ασκήσει. Το "κακό" υπήρχε πάντα ως φαντασίωση στο μυαλό του Όσκαρ, όταν μάζευε τα αποκόμματα από τις εφημερίδες ή έπαιζε με το μαχαίρι του. Όμως με την Έλι η φαντασίωση θα πάρει σάρκα και οστά. Άλλωστε και σε μια ιστορία αντίστοιχης εφηβικής φαντασίωσης, το Elephant, η ερωτική πράξη δεν είναι αυτή που προηγείται της εκπλήρωσής της;



Και για όσους ενδιαφέρονται για ένα άλλο δείγμα γραφής του σκηνοθέτη, μπορούν να δουν και ένα ταινιάκι του στο πλαίσιο της αντιαλκοολικής εκστρατείας (την οποία το blog υποστηρίζει ένθερμα).
M.M.

04/04/2009

Ο Αιώνας της Τζαζ: Έκθεση στο Μουσείο Quai Branly


Ξεκίνησε εδώ και λίγες μέρες στο Μουσείο Quai Branly του Παρισίου (μια καλή ευκαιρία να επισκεφτεί κανείς το αμφιλεγόμενο αρχιτεκτονικό δημιούργημα του Jean Nouvel) μια έκθεση αφιερωμένη στον Αιώνα της Τζαζ, όπου διερευνάται η σχέση του σημαντικότερου μουσικού κινήματος του 20ου αιώνα με τις εικαστικές τέχνες. Ο επιμελητής της έκθεσης Daniel Soutif, κριτικός τέχνης και φιλόσοφος, μέσα από μια ιστορική (στοιχειωδώς) αναδρομή στις εποχές της τζαζ, από τις αρχές του 20ου μέχρι σήμερα, παρουσιάζει τη σχέση της με τις υπόλοιπες τέχνες, εκθέτοντας πάνω από 2000 αντικείμενα, ζωγραφικούς πίνακες, εικονογραφήσεις βιβλίων, αφίσες, εξώφυλλα περιοδικών αλλά και δίσκων βινυλίου, κόμικ, αποσπάσματα ταινιών. Ανάμεσα στους καλλιτέχνες που επηρεάστηκαν από τη τζαζ παρελαύνουν διάσημοι ζωγράφοι (από τον Picasso στον Matisse και από τον Dubuffet στον Basquiat) και φωτογράφοι (Roy De Carava, Giuseppe Pino), αλλά δεν είναι λίγοι και αυτοί που ενεπλάκησαν πιο άμεσα στην ιστορία της τζαζ, εικονογραφώντας εξώφυλλα δίσκων που έγραψαν ιστορία (Andy Warhol, Alechinsky, Bernard Buffet, Pollock). Βεβαίως δεν λείπουν και οι καλλιτέχνες που διακρίθηκαν κυρίως για τις εικονογραφήσεις τους σε εξώφυλλα δίσκων, όπως ο David Stone Martin. Από το χώρο του κινηματογράφου, η ιστορία της τζαζ ξεκινάει από τον Méliès, περνάει από το μιούζικαλ, το φιλμ νουάρ, τα κινούμενα σχέδια, τον πειραματικό κινηματογράφο, για να φτάσει σε μεγάλους σκηνοθέτες όπως ο Antonioni, o Pasolini, o Malle.
Η ιδιαίτερη επιτυχία της έκθεσης, πράγμα που οφείλεται τόσο στον επιμελητή της όσο και στον χαρακτήρα του ίδιου του μουσείου, μουσείου του ανθρώπου και των πολιτισμών, είναι ότι δεν παρουσιάζει την τζαζ σαν ένα μονόπλευρο και ομοιογενές πολιτισμικό και αισθητικό φαινόμενο, αλλά σαν μια τέχνη των προσμίξεων και του διαλόγου των πολιτισμών, που αντλεί συνέχεια νέα στοιχεία μέσα από την εξέλιξη της ιστορίας. Ίσως σε κάποιο άλλο μουσείο να μαθαίναμε περισσότερα για την "ιστορία" της τζαζ, αλλού περισσότερα για την "κοινωνιολογία" της, αλλού περισσότερα για την "αισθητική" της, εδώ πάντως σίγουρα εκτίθεται η τζαζ ως διαπολιτισμικό φαινόμενο. Να τονίσουμε ότι η έκθεση είναι μια συμπαραγωγή του Quai Branly, του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης του Ροβερέτο (MART) και του Κέντρου Σύγχρονου Πολιτισμού της Βαρκελώνης (CCCB).
Παραθέτω ορισμένα δείγματα από την έκθεση, που θα κρατήσει μέχρι τις 28 Ιουνίου:


Δύο εξώφυλλα του David Stone Martin



O Son House φωτογραφημένος από τον Giuseppe Pino


Ένα εξώφυλλο του Pierre Alechinsky για το δίσκο Dejarme Solo! του Michel Portal


Δύο εξώφυλλα του Bernard Buffet για την Ella Fitzerald



Δύο φωτογραφίες του Roy DeCarava




Ένα από τα σπουδαιότερα δείγματα του πειραματικού κινηματογράφου (γιατί δεν έχουμε κάποιο καλύτερο τρόπο για να τον ονομάσουμε), το Begone Dull Care του Norman McLaren, ταινία του 1949, σε μουσική του Oscar Peterson Trio. Χορογραφία χρωμάτων, σχημάτων, γραμμών.


Μ.Μ.

27/03/2009

Η μεγάλη επιτυχία του γαλλικού κινηματογράφου


Το 2008, οι γαλλικές ταινίες προσήλκυσαν στις γαλλικές αίθουσες περισσότερους θεατές από τις αντίστοιχες αμερικάνικες, ενώ και η συνολική προσέλευση αυξήθηκε κατά 6,2%, φτάνοντας τα 188,8 εκατομμύρια εισιτήρια. Αυτός ο αριθμός ξεπερνά τον μέσο όρο των δέκα τελευταίων χρόνων (179,12 εκατομμύρια ανά χρόνο κατά μέσο όρο). Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις του γαλλικού Υπουργείου Πολιτισμού και του Εθνικού Κέντρου Κινηματογράφου (CNC), οι γαλλικές παραγωγές - είτε είναι 100% γαλλικές, είτε εν μέρει - αντιπροσωπεύουν το 45,7 του συνόλου των εισιτηρίων, φτάνοντας τα 86,2 εκατομμύρια εισιτήρια. Το 2008, για δέυτερη φορά μετά από 22 χρόνια (1986), οι γαλλικές ταινίες ξεπερνούν σε εισιτήρια τις αμερικάνικες. Αντίθετα με το 2006, όταν η διαφορά ανάμεσα στη μερίδα των γαλλικών και των αμερικάνικων ταινίων ήταν ισχνή (0,4%), το 2008 ξεπερνά το 1%. Το μερίδιο των γαλλικών ταινίων στην αγορά εκτιμάται σε 45,7% έναντι 36,5% το 2007 και 44,6% το 2006 ενώ το μερίδιο των αμερικάνικων από το 49% του 2007 πέφτει στο 44,5% το 2008. Ασφαλώς, το βαρύ πυροβολικό του γαλλικού σινεμά ήταν η ταινία Bienvenue chez les Ch'tis του Dany Boon, ξεπερνώντας τα 20 εκατομμύρια εισιτήρια. Ακολουθεί από κοντά το Asterix aux Jeux Olympiques, που μάζεψε 6,8 εκατομμύρια εισιτήρια, αφήνοντας πίσω τον τελευταίο Indiana Jones (4,2 εκατομμύρια εισιτήρια) και άλλες υπερπαραγωγές, όπως τον πρόσφατο James Bond, Quantum of Solace (3,7 εκατομμύρια), ή το Kung Fu Panda. Αλλά, όπως επισημαίνει το CNC, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ταινίες όπως ο Mesrine, το Entre les Murs, ή films d'auteur, όπως η (νικήτρια των φετεινών βραβείων César) Séraphine, κατάφεραν να κερδίσουν το κοινό. Συνολικά, πάνω από 5 γαλλικές ταινίες περασαν τα δύο εκατομμύρια εισιτήρια, ενώ 18 πέρασαν το εκατομμύριο. Περήφανη για τα κατορθώματά της, η Υπουργός Πολιτισμού και επικοινωνίας Christine Albanel δηλώνει ότι η Γαλλία είναι η χώρα με την υψηλότερη μερίδα εθνικού κινηματογράφου στην Ευρώπη και ότι είναι "η τρίτη κινηματογραφική δύναμη μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ινδία". Εξάλλου, το γαλλικό σινεμά απέσπασε πάνω από 78 εκατομμύρια εισιτήρια σε ξένες αίθουσες. Αυτό το αποτέλεσμα αποτελεί ρεκόρ, υψηλότερο του προηγούμενου ρεκόρ του 2005, χρονιά κυκλοφορίας του La Marche de l'Empereur. Πρέπει να τονίσουμε, ωστόσο, ότι οι μεγαλύτερες γαλλικές επιτυχίες στο εξωτερικό είναι γυρισμένες στα αγγλικά, αν και στη Γαλλία είχαν μετριότατα αποτελέσματα, μάλλον απογοητευτικά: το Babylon AD φτάνει στο εξωτερικό τα 10.131.148 εισιτήρια (στη Γαλλία μόλις 909.438), το Taken τα 8.848.890 εισιτήρια εκτός Γαλλίας (στη Γαλλία μόλις 1.018.518), το Transporteur 3 τα 7.311.310 στο εξωτερικό (1,5 εκατομμύριο στη γαλλική αγορά). Αντίθετα, οι εμπορικές αιχμές του γαλλικού σινεμά, γυρισμένες στα γαλλικά, δεν είχαν σπουδαία αποτελέσματα στο εξωτερικό, όπως για παράδειγμα το Bienvenue chez les Ch'tis, το Le Renard et l'enfant, το Ne le dis à personne ή το Mesrine, l'instinct de mort.
Στον αντίποδα, οι λοιπές ξένες ταινίες (όχι γαλλικές, όχι αμερικάνικες) απέσπασαν το 9,9% του συνόλου των εισιτηρίων του 2008, ποσοστό απογοητευτικό, το χαμηλότερο των τελευταίων οκτώ χρόνων (9,2% το 2000). Να σημειώσουμε ότι το μερίδιο της αγοράς των ξένων ταινιών το 2007 εκτιμάται στο 14,4%, το 2006 στο 11,2% και το 2005 σε 17,6%.

Πηγή: Centre National de la Cinématographie - France, Unifrance.fr, "Le cinéma français a rempli les salles", Les Echos, 8 Ιανουαρίου 2009.


Ρεκόρ χολυγουντιανών εξαγωγών

Οι ταινίες των μεγάλων χολυγουντιανών στούντιο έκαναν το 2008 ρεκόρ κερδών από εξαγωγές, παρότι το βορειοαμερικανικό box-office παρέμεινε στάσιμο σε σχέση με το κερδοφόρο 2007. Εκτός Βόρειας Αμερικής, οι χολυγουντιανές παραγωγές απέφερεαν 9,9 δισεκατομμύρια δολάρια το 2008, έναντι 9,4 το 2007. Όλα τα μεγάλα στούντιο του Χόλλυγουντ (Universal, Warner, Sony, Fox, Paramount et Disney) ξεπέρασαν το όριο του ενός δισεκατομμυρίου δολάρια στις ξένες αγορές. Η ταινία με τις επικερδέστερες εξαγωγές ήταν το τέταρτο Indiana Jones (469,5 εκατομμύρια δολάρια), ακολουθούμενο απο το Batman, the Dark Knight (465 εκατομμύρια). Στην βορειοαμερικάνικη αγορά, το box-office του 2008 παρέμεινε περίπου στάσιμο : 9,59 δισεκατομμύρια δολάρια, λίγο λιγότερα από το ρεκόρ του 2007, με 9,66 δισεκατομμύρια. Αν λάβουμε υπ' όψιν την αύξηση της τιμής των εισιτηρίων, οι αριθμοί στην πραγματικότητα φανερώνουν μείωση των θεατών: 1,35 δισεκατομμύρια εισιτίρια το 2008 έναντι 1,4 το 2007. Το ρεκόρ θεατών στις βορειοαμερικάνικες σκοτεινές αίθουσες κρατάει από το 2002, με 1,57 δισεκατομμύρια εισιτήρια. Στις Ηνωμένες Πολιτείες και στον Καναδά, το The Dark Knight απέσπασε 530 εκατομμύρια δολάρια εισπράξεων, ακολουθούμενο από το Iron Man (318,3 εκατομμύρια) και το Indiana Jones 4 (317 εκατομμύρια).

Source : « Hollywood fait exploser son record d’exportation en 2008 », Le Film Français, 05 Ιανουαρίου 2009.

Το παρόν κείμενο (μεταφρασμένο από τα γαλλικά) είναι μια προσφορά του εκλεκτού συναδέλφου Αντώνη Βλάσση, ειδικού σε θέματα γαλλικής κουλτούρας-να-φύγουμε και επίτιμου συντάκτη της Διεθνούς Οργάνωσης Γαλλοφωνίας και φυσικά διαχρονικού DJ των επιτυχιών, γιατί έτσι μας αρέσει.