13/12/09

One Minute to Save the World

Παρουσιάζουμε την ταινία World War III, δημιουργία δύο φοιτητών του ΑΠΘ, Στέλιου Αλεξανδράκη και Μενέλαου Παμπουκίδη, η οποία συμμετείχε και βραβεύτηκε στο διαγωνισμό One Minute to Save the World (αν και δεν πήρε το πρώτο βραβείο, όπως γράφτηκε στον ελληνικό τύπο). Πάντως παρουσιάστηκε στην Κοπεγχάγη, στα πλαίσια της συνόδου κορυφής του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή. Θέμα της ένα βαλιτσάκι με ένα μπουκάλι νερό, για το οποίο σκοτώνονται εκτελεστές διαφόρων εθνικοτήτων.



Όσο για το πρώτο βραβείο, μπορείτε να το βρείτε εδώ. Θέμα και πάλι η έλλειψη νερού.

M.M.

4/12/09

L'Homme qui dort (Georges Perec & Bernard Queysanne, 1974)


Όταν τίθεται το θέμα "Λογοτέχνες πίσω από την κάμερα" συνήθως αυτή που έρχεται στο μυαλό είναι η Marguerite Duras, πρωτοπόρος άλλωστε ενός ολόκληρου κινηματογραφικού ρεύματος. Σπάνια αναφέρεται το μοναδικό κινηματογραφικό έργο του Georges Perec, L' homme qui dort, το οποίο διασκεύασε από το ομώνυμό του βιβλίο και σκηνοθέτησε μαζί με τον Bernard Queysanne. Αυτό η μοναδική και εξαιρετική κινηματογραφική απόπειρα του συγγραφέα έμεινε λίγο πολύ στην αφάνεια, παρότι το 1974 είχε κερδίσει το βραβείο Vigo. Ανακαλύφθηκε και πάλι πρόσφατα με την αποκατάσταση και την επανέκδοσή του σε dvd στη Γαλλία. Το ποιητικό και σκοτεινό υπαρξιακό χρονογράφημα του Perec αποδίδεται πολύ επιτυχημένα στην οθόνη, με έναν βουβό πρωταγωνιστή (Jacques Speisser) και μια πανταχού παρούσα αφηγήτρια (Ludmila Mikael). Η κάμερα ακολουθεί το βήμα και το βλέμμα του πρωταγωνιστή, στην άσκοπη περιπλάνησή του στο Παρίσι, στον εγκλεισμό του στο μικρό του δωμάτιο, στην παραίτησή του από τη ζωή. Η φωνή της αφήγησης άλλοτε καθοδηγεί και άλλοτε καταγράφει τις αυτοματικές κινήσεις του. Από την υπνωτική κίνηση της κάμερας οδηγούμαστε αργά και βασανιστικά στην εφιαλτική συνάντηση με τον τρόμο του κενού.

Ένα απόσπασμα από την ταινία (που υπάρχει ολόκληρη στο youtube):



και ένα απόσπασμα από το βιβλίο (σε ευγενική προσφορά και μετάφραση του υπογράφοντος):

Νύχτωσε. Πού και που, περνάει ένα αυτοκίνητο μαρσάροντας. Σταγόνες σιγοτρέχουν από τη βρύση του διαδρόμου. Ο γείτονας σου είναι ήσυχος, ίσως λείπει, ίσως να πέθανε κιόλας. Είσαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι, ντυμένος, με τα χέρια σταυρωμένα πίσω από τον αυχένα, τα γόνατα ψηλά. Κλείνεις τα μάτια, τα ξανανοίγεις. Σχήματα ιών, μικροβίων εμφανίζονται μέσα στα μάτια σου ή πάνω στον κερατοειδή σου, πέφτουν αργά από πάνω προς τα κάτω, εξαφανίζονται, επιστρέφουν ξαφνικά στο κέντρο, ελάχιστα αλλαγμένα, δίσκοι ή φυσαλίδες, κλαδάκια, στριμμένες ίνες που μαζί σχηματίζουν κάτι σαν ζώο, σχεδόν μυθικό. Μια χάνεις τα ίχνη τους, μια τα ξαναβρίσκεις. Τρίβεις τα μάτια σου και οι ίνες εκρήγνυνται, πολλαπλασιάζονται.
Ο χρόνος περνάει, μισοκοιμάσαι. Ακουμπάς το βιβλίο δίπλα σου, ανοιχτό πάνω στο κρεβάτι. Όλα είναι θολά, όλα βουίζουν. Η ανάσα σου παραδόξως κανονική. Ένα μικρό μαύρο έντομο, που μοιάζει εξωπραγματικό, ανοίγει ένα απρόσμενο χάσμα στο λαβύρινθο χαραγματιών πάνω στο ταβάνι.
Περιφέρεσαι στους δρόμους, νύχτα μέρα. Γυρνάς στα σινεμά της γειτονιάς, απ’ όπου αναδύεται επίμονα η μυρωδιά της χλωρίνης, τρως σάντουιτς στους πάγκους των καφενείων, πατάτες τηγανητές στο χέρι, διασχίζεις τα λούνα παρκ, παίζεις φλιπεράκι, πηγαίνεις στα μουσεία, στις αγορές, στους σταθμούς, στις δημόσιες βιβλιοθήκες, κοιτάς τις βιτρίνες των παλαιοπωλείων της οδού Ζακόμπ, τα υαλοπωλεία της οδού ντε Παραντί, τα επιπλάδικα της οδού Φωμπούρ Σαιντ Αντουάν.
Όσο περνούν οι ώρες, οι μέρες, οι βδομάδες, οι εποχές, αποσύρεσαι, απομακρύνεσαι από τα πάντα. Ανακαλύπτεις καμιά φορά, εκστασιασμένος σχεδόν, ότι είσαι ελεύθερος, ότι δεν σε βαραίνει τίποτα, τίποτα δεν σε ευχαριστεί ούτε σε δυσαρεστεί. Βρίσκεις, σε αυτή τη ζωή χωρίς φθορά, όπου τίποτα δεν σε συνεπαίρνει πέρα από αυτές τις μετέωρες στιγμές που σου δίνουν τα χαρτιά ή κάποιοι θόρυβοι, κάποια θεάματα που προσφέρεις στον εαυτό σου, μια ευτυχία σχεδόν τέλεια, μαγευτική, ενίοτε γεμάτη νέες συγκινήσεις. Ζεις σε πλήρη ανάπαυση, προφυλαγμένος κάθε στιγμή, προστατευμένος. Ζεις σε μια ευτυχή παρένθεση, σε ένα κενό γεμάτο υποσχέσεις, από το οποίο όμως εσύ δεν περιμένεις τίποτα. Είσαι αόρατος, διαυγής, διάφανος. Δεν υπάρχεις πια: οι ώρες, οι μέρες διαδέχονται η μία την άλλη, οι εποχές αλλάζουν, ο χρόνος τρέχει, εσύ επιβιώνεις, δίχως χαρά ούτε θλίψη, δίχως μέλλον ούτε παρελθόν, έτσι απλά, φυσικά, σαν μια σταγόνα που σιγοτρέχει από τη βρύση του διαδρόμου, σαν έξι βρεγμένες κάλτσες σε μια ροζ πλαστική λεκάνη, σαν μύγα ή σαν στρείδι, σαν αγελάδα, σαν σαλιγκάρι, σαν παιδί ή σαν γέρος, σαν αρουραίος.
Μ.Μ.

26/11/09

Κινηματογραφικό βραβείο LUX του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου


Η καθιερωμένη ενημέρωση του ανταποκριτή από τις Βρυξέλλες, Γιώργου Κ.:

Για τρίτη χρονιά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απονέμει το κινηματογραφικό βραβείο LUX για τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο. Σκοπός του βραβείου είναι η υποστήριξη του ευρωπαϊκού σινεμά και η διευκόλυνση της κυκλοφορίας των ευρωπαϊκών ταινιών στην Ευρώπη, κυρίως μέσω της κάλυψης του κόστους video-to-film transfer και υποτιτλισμού της νικήτριας ταινίας στις 23 επίσημες γλώσσες της ΕΕ. Οι τρεις ταινίες που διαγωνίζονται φέτος είναι οι εξής:
«Eastern Plays» (Βουλγαρία, Σουηδία),
«Sturm» (Γερμανία, Δανία, Ολλανδία), και
«Welcome» (Γαλλία).
Σε πρώτη φάση επιλέχθηκαν δέκα ταινίες από κριτική επιτροπή 17 ατόμων, μέλος της οποίας ήταν από ελληνικής πλευράς ο Μισέλ Δημόπουλος. Οι δέκα αυτές ταινίες ήταν οι εξής:
• 35 RHUMS (Σκηνοθεσία: Claire Denis. Χώρα: Γαλλία, Γερμανία)
• ANDER (Σκηνοθεσία: Roberto Castón. Χώρα: Ισπανία )

• EASTERN PLAYS (Σκηνοθεσία: Kamen Kalev. Χώρα: Βουλγαρία, Σουηδία)

• FÜR EIN AUGENBLICK FREIHEIT (Σκηνοθεσία: Arash T. Riahi. Χώρα: Αυστρία, Γαλλία)

• KATALIN VARGA (Σκηνοθεσία: Peter Strickland. Χώρα: Ρουμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ουγγαρία)

• LOST PERSONS AREA (Σκηνοθεσία: Caroline Strubbe. Χώρα: Βέλγιο, Ουγγαρία, Ολλανδία, Γερμανία, Γαλλία )

• NORTH (Σκηνοθεσία: Rune Denstad Langlo. Χώρα: Νορβηγία

• PANDORA'S BOX (Σκηνοθεσία: Yesim Ustaoglu. Χώρα: Τουρκία, Γαλλία, Γερμανία, Βέλγιο)

• STURM (Σκηνοθεσία: Hans-Christian Schmid. Χώρα: Γερμανία, Δανία, Ολλανδία)

• WELCOME (Σκηνοθεσία: Philippe Lioret. Χώρα: Γαλλία)

Κατά τη διάρκεια του τελευταίου Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας αποκαλύφθηκαν στις 11 Σεπτεμβρίου οι τρεις φιναλίστ ταινίες, οι οποίες και διαγωνίζονται για το βραβείο, ύψους 87.000 ευρώ. Κριτική επιτροπή είναι οι ίδιοι οι 736 ευρωβουλευτές, και μάλιστα έχουν τόσα δικαιώματα ψήφου όσες και οι ταινίες που είδαν. Έτσι, για τρεις σχεδόν εβδομάδες στήθηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κινηματογραφική αίθουσα χωρητικότητας 90 ατόμων και προσβάσιμης από ΑμεΑ. Μάλιστα, φέτος εκτός από τις εναλλασσόμενες καθημερινές προβολές και των τριών ταινιών, διοργανώθηκαν και ένα σωρό ακόμη εκδηλώσεις που το έκαναν να μοιάζει λίγο περισσότερο με "κανονικό" φεστιβάλ κινηματογράφου. Έτσι, το καφέ του 3ου ορόφου του κτιρίου Altiero Spinelli ντύθηκε στα χρώματα του φεστιβάλ ως LUX καφέ, ενώ στις 9 και 10 Νοεμβρίου διοργανώθηκαν συζητήσεις και συνεντεύξεις τύπου με τους συντελεστές των τριών ταινιών. Μάλιστα, στις 10 Νοεμβρίου έλαβε χώρα η παγκόσμια παρουσίαση ειδικής έκδοσης DVD της προπέρσινης νικήτριας ταινίας "Άκρη του Παραδείσου", παρουσία του σκηνοθέτη Fatih Akin και της πρωταγωνίστριας Hanna Schygulla. Πρόκειται για το πρώτο DVD με υποτίτλους σε 30 γλώσσες: στις 23 επίσημες της Ένωσης, ο υποτιτλισμός στις οποίες χρηματοδοτήθηκε από το βραβείο LUX, αλλά και σε επτά ακόμη γλώσσες, το κόστος των οποίων καλύφθηκε από το Ινστιτούτο Γκαίτε. Ας σημειωθεί επίσης ότι η αίθουσα ήταν κατάμεστη στις περισσότερες προβολές, και μάλιστα συχνά υπήρχαν θεατές στα σκαλοπάτια αλλά και όρθιοι, κάτι που έκανε τις προβολές να θυμίζουν ακόμη περισσότερο κανονικό φεστιβάλ...
Ο νικητής του βραβείου LUX για το 2009 θα ανακοινωθεί στις 25 Νοεμβρίου στο Στρασβούργο κατά τη διάρκεια της Ολομέλειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Το βραβείο θα απονείμει ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Jerzy Buzek. Λίγα λόγια για τις τρεις ταινίες οι οποίες συναγωνίζονται φέτος:

Welcome (Philippe Lioret)


Καθότι ο Μιχάλης έχει ήδη καλύψει την ταινία δεν θα αναφερθώ ιδιαιτέρως. Μια βαθειά πολιτική αλλά και ανθρώπινη ταινία που δεν ξεπέφτει σε εύκολους μελοδραματισμούς ή σε απλουστεύσεις του στυλ "καλοί-κακοί", ενώ συνδέει την πρωτεύουσα ιστορία του ιρακινού μετανάστη με τη δευτερεύουσα του αποχωρισμού του ζευγαριού Simon-Marion χωρίς αυτό να καταλήγει εις βάρος καμιάς από τις δύο. Διπλό love story με πολιτικές προεκτάσεις δηλαδή. Πολύ καλές ερμηνείες ιδίως από τους δύο βασικούς άνδρες πρωταγωνιστές, ενώ ο σκηνοθέτης κρατά επιδέξια τις ισορροπίες προς το τέλος και την τραγική κατάληξη της ταινίας, η οποία αλλιώς προσφερόταν για μελό αντιμετώπιση του στυλ μουσική-πιανάκι-και-έγχορδα-στο-background-και-όλοι-μαζί-κλαίμε-"Ρε Θανάση, γιατί με πήγες στην ταινία αυτή, με ψυχοπλάκωσε". Στη σκηνή του δαχτυλιδιού έχουμε δε και original τραγική ειρωνεία, σωστά θεατρολόγε;
Philippe Lioret
«When a love story bumps into geography, human law and the absurd world order. The Amsterdam Treaty aimed at establishing an “area of freedom, security and justice” for Europeans. The selection of Welcome by the LUX Prize is an encouraging sign. We see this as a sign of support for the values which the film defends – commitment, solidarity and open-mindedness –against all attempts to go backwards.»

Eastern Plays (Kamen Kalev)

Νεοναζί, δυσλειτουργικές οικογένειες, ναρκωτικά, βία, καταδίκη, ελπίδα. Μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία από την Βουλγαρία, που καταπιάνεται με κάποια πολύ επίκαιρα θέματα, όπως η άνοδος των ομάδων νεοναζί στην Ευρώπη, η αποξένωση του εφήβου από την οικογένειά του, η ανάγκη ένταξης σε μια ομάδα, η απεξάρτηση από τα ναρκωτικά και το αλκοόλ, όσο και άλλα πιο διαχρονικά, όπως οι σχέσεις δύο αδερφών και η αναζήτηση νοήματος και στόχου στη ζωή, όλα αυτά με φόντο τις σοσιαλιστικές εργατικές κατοικίες της Σόφιας. Πρόκειται για την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη Kamen Kalev, η οποία σίγουρα μας προδιαθέτει για κάτι ακόμη καλύτερο στο μέλλον.
Η ταινία αφηγείται την ιστορία δύο αδελφών στη σύγχρονη Σόφια. Ο ένας ο νεότερος, ο 17χρονος Georgi, αποκομμένος από τον πατέρα του και τη θετή μητέρα του, μπλέκει με μια ομάδα ακροδεξιών χούλιγκαν. Ο άλλος ο πιο μεγάλος, o Itso (Hristo), απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών και πρώην χρήστης ναρκωτικών σε απεξάρτηση, προσπαθεί να ορθοποδήσει δουλεύοντας σε μια βιοτεχνία επίπλων, όμως το ρίχνει στο ποτό ενώ δεν βρίσκει κανένα νόημα και στη σχέση του με μια νέα ηθοποιό. Η σχέση όμως των δύο αυτών αδερφών γίνεται αντιληπτή αρκετά αργά, σχεδόν στο μέσο της ταινίας, καθώς ο σκηνοθέτης παρουσιάζει στην αρχή τελείως παράλληλα και ασύνδετα την ιστορία των δύο προσώπων χωρίς να υποδηλώνει τη συγγένειά τους. Κομβικό σημείο τόσο για τον θεατή όσο και για τους πρωταγωνιστές ένα βίαιο περιστατικό, στο οποίο εμπλέκεται και μια τουρκική οικογένεια. Καταλύτης για τη σχέση των δύο αδερφών η όμορφη Τουρκάλα Isil, μια πηγή θετικής ενέργειας. Μια σκηνή που χτίζεται σιγά-σιγά και αποδεικνύει τις αρετές του Kalev τόσο στη σκηνοθεσία όσο και στο σενάριο.
Η ταινία διαπνέεται από έναν ρεαλισμό που κάποιες στιγμές (ειδικά οι γωνίες λήψης της κάμερας) θυμίζουν τους αδελφούς Νταρντέν (για να θυμηθούμε και τους περσινούς νικητές του Βραβείου), αλλά ο ρεαλισμός αυτός ποτέ δεν γίνεται μίζερος. Μάλιστα συνδυάζεται με πιο ρομαντικά στοιχεία (όπως η σχέση του Χρίστο με την όμορφη τουρκάλα Isil), αλλά και πιο ονειρικά-σουρεαλιστικά, όπως η σκηνή του Χρίστο με τον παππού, ο οποίος, όταν ξυπνά ο Χρίστο, έχει αντικατασταθεί από ένα μωρό. Βασικό θέμα της ταινίας, όπως εκφράζεται στην εκ βαθέων εξομολόγηση του Χρίστο στον ψυχολόγο οιονεί παπά, η αναζήτηση νοήματος, κατεύθυνσης και στόχου στη ζωή. Μεγάλο τμήμα του καστ είναι ερασιτέχνες, συμπεριλαμβανομένου του πρωταγωνιστή Hristo Hristov, ο οποίος ουσιαστικά υποδύεται τον εαυτό του και δυστυχώς πέθανε από υπερβολική δόση προς το τέλος των γυρισμάτων της ταινίας. Είναι το διαμέρισμά του το οποίο απεικονίζεται στην ταινία, όπως και τα δικά του χαρακτικά και άλλα έργα τέχνης. Μάλιστα, ο σκηνοθέτης παραδέχεται ότι ο Hristo αποτέλεσε βασική πηγή έμπνευσης για την ταινία. Μεγάλωσαν μαζί στην ίδια πόλη και όταν μετά από χρόνια ξαναβρέθηκαν, άρχισε να του εξομολογείται την απελπισία του και την αδυναμία του να αντιμετωπίσει αυτή την καταστροφική δύναμη που είχε μέσα του, όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά αναφέρει.
Πρόκειται για μια ταινία που δείχνει την απελπισία χωρίς να είναι καταθλιπτική. Μάλιστα, στο τέλος μπορεί να πει κανείς ότι έχει μέχρι και happy end, αν και αυτό μάλλον διακόπτεται πρόωρα από το μήνυμα στα credits αφιέρωσης στον πρωταγωνιστή.
Kamen KALEV
«Neonazi movements are not more present in Bulgaria than in other European countries. Intolerance is not exclusive to a single country, nor does it belong only to right-wing political forces. All politicians have the same responsibility -to help people outgrow their prejudices and learn to live together.»
We are not taught tolerance. Quite to the contrary, people expend enormous amounts of energy to differentiate themselves from others and build boundaries. The main mechanisms of existence are focused on the material aspect of things. We are not taught to look inside ourselves.
What interested me was to show today’s reality – the world is getting smaller and people meet and really reveal themselves - regardless of history and origins. I am not fascinated by one particular country. What does fascinate me is when borders disappear and when different cultures meet. This always brings joy, opening up and enriching the human conscience.

Sturm (Hans Christian Schmid)


Μία ακόμη ενδιαφέρουσα ταινία (συμπαραγωγή Γερμανίας, Δανίας και Ολλανδίας) και κυρίως μια ταινία που καιρός ήταν να γίνει. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την Πρώην Γιουγκοσλαβία που εδρεύει στην Χάγη απασχολεί πυκνά συχνά την επικαιρότητα, αλλά μέχρι τώρα μόνο περιθωριακά είχε αποτελέσει το αντικείμενο μιας ταινίας. Η ταινία βεβαίως δεν είναι ντοκιμαντέρ και δεν γίνεται ποτέ βαρετή, αλλά αποδίδει με έναν αληθοφανή και ρεαλιστικό τρόπο τις λεπτές ισορροπίες και συμβάσεις που διατρέχουν το έργο ενός οποιουδήποτε Δικαστηρίου αλλά και ειδικότερα του συγκεκριμένου: τη διαφορά που έχει το "δίκιο" από το "δίκαιο", τα προβλήματα απόδειξης και τήρησης των δικονομικών κανόνων, την ισορροπία ανάμεσα στην δικαίωση των θυμάτων και τον σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας των κατηγορουμένων, την αντίθεση μεταξύ προσωπικής ακεραιότητας και θεσμικής αποτελεσματικότητας, μεταξύ απόδοσης δικαιοσύνης και πολιτικής δράσης. Κάποιες στιγμές (ιδίως στους διαλόγους μεταξύ εισαγγελίας και δικηγόρων) η ταινία θυμίζει κάτι από τα μυθιστορήματα του John Grisham και τις κινηματογραφικές τους μεταφορές, κυρίως όσον αφορά τον ρεαλισμό όμως και χωρίς τίποτε αμερικανιές. Πολύ καλές ερμηνείες από τους πρωταγωνιστές, με πρώτη και καλύτερη την Kerry Fox, την οποία θυμόμαστε και από το Intimacy του Patrice Chereau. Και η οποία btw είχε παίξει και στο Welcome to Sarajevo του Michael Winterbottom το 1997...Εξαιρετικός και ο Stephen Dillane στο ρόλο του αντεισαγγελέα του Δικαστηρίου.
Εκτός όμως από τη λειτουργία του Δικαστηρίου, η ταινία καταπιάνεται με κάποια ίσως σημαντικότερα θέματα, όπως τη σημερινή εκρηκτική πολιτική κατάσταση στη Βοσνία, τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην ενταξιακή πορεία των πρώην γιουγκοσλαβικών χωρών, και κυρίως τη ζωή των ίδιων των θυμάτων, που πολλές φορές ενώπιον του Δικαστηρίου καλούνται να αναβιώσουν μνήμες πάνω από 15 ετών, μνήμες που προσπαθούν να ξεχάσουν για να συνεχίσουν τη ζωή τους. Οι ενδιαφέρουσες αντιθέσεις και ισορροπίες της ταινίας συνοψίζονται στον εξής διάλογο μεταξύ της εισαγγελέως Hannah Maynard (Kerry Fox) και του αντεισαγγελέα Keith Haywood (Stephen Dillane), με αφορμή τη μαρτυρία μιας Βόσνιας γυναίκας, βασικού μάρτυρα κατηγορίας στη δίκη εναντίον ενός σερβοβόσνιου πρώην στρατιωτικού διοικητή με πολιτικές φιλοδοξίες:
- She needs to tell her story! - This is a Court, not fucking psychotherapy! Ή κάπως έτσι τέλος πάντων... Hans-Christian SCHMID
«One of the main reasons for me for making and also watching films in cinema is that they can tell an audience how diverse our lives in different countries and circumstances can be. I am very interested in seeing how individuals get along in diverging societies, when they are confronted with all kinds of social and economic changes. I like to be part of their -sometimes poetic and sometimes very real- lives and fates, and how they are told by filmmakers all over the world. Films need to travel and the LUX Prize can help a great deal to make these films be seen and understood all over Europe. What more could one ask for?»

Για την ιστορία, το βραβείο κέρδισε το Welcome του Philippe Lioret.
Γ.Κ.

24/11/09

50ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

Δυστυχώς, ο ανταποκριτής σας στη Θεσσαλονίκη ασθένησε από έναν τρισκατάρατο ιό και έτσι πρόλαβε να δει ελάχιστες ταινίες. Παρ' όλα αυτά, θα σας γράψει δύο λόγια γι' αυτά τα αξιόλογα που είδε.

Samson and Delilah (Warwick Thornton, 2009)



Το φετινό τμήμα Focus του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ήταν αφιερωμένο στην post-romance αισθητική, δηλαδή μια τάση αναδιαπραγμάτευσης των "ρομαντικών" ταινιών, όπου ρομαντικές ταινίες είναι κατά τους διοργανωτές εκείνες που παρουσιάζουν την αιώνια ιστορία "αγόρι-αγαπάει-κορίτσι, κορίτσι-αγαπάει -αγόρι". Μια τέτοια περίπτωση ήταν και η ομολογουμένως πολύ πρωτότυπη "μετα-ρομαντική" ταινία Samson and Delilah Warwick Thornton από την Αυστραλία, η οποία άλλωστε βραβεύτηκε και με τη Χρυσή Κάμερα στις Κάννες. Στις αρετές της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του σκηνοθέτη είναι η εξαιρετική φωτογραφία της, το ευαίσθητο, βωβό σχεδόν, σενάριο και οι ενδιαφέρουσες παρουσίες των πρωταγωνιστών. Και είναι ευαίσθητο το σενάριο, όχι λόγω της ιδιόμορφης ερωτικής ιστορίας, αλλά επειδή μέσα από αυτήν θίγεται το ζήτημα του αποκλεισμού και της περιθωριοποίησης των Αβορίγινων και προβάλλεται μια Αυστραλία που οι ίδιοι οι Αυστραλοί προτιμούν να αγνοούν. Το θέμα της οικειοποίησης και της εκμετάλλευσης της τέχνης των ιθαγενών, όπως και το θέμα του εθισμού σε ουσίες που έφερε ο δυτικός πολιτισμός είναι θέματα που επαναλαμβάνονται σε όλες τις ιστορίες αποικιοκρατίας.




A Short Film about the Indio Nacional (2005) & Independencia (2009) - Δύο ταινίες του Raya Martin




Το φετινό φεστιβάλ μας έδωσε επίσης τη δυνατότητα να εντρυφήσουμε στον φιλιππινέζικο κινηματογράφο. Πρόλαβα ωστόσο να εντρυφήσω μόνο σε έναν από τους δημιουργούς, τον Raya Martin, βλέποντας τις 2 από τις 3 ταινίες του που παρουσιάστηκαν στο Φεστιβάλ. Το A Short Film about the Indio Nacional και το Independencia είναι τα δύο πρώτα μέρη μιας ιστορικής τριλογίας, που πραγματεύεται τρεις διαφορετικές εποχές της αποικιοκρατίας στις Φιλιππίνες. Το φιλόδοξο σχέδιο του νεαρού σκηνοθέτη είναι κάθε εποχή να παρουσιαστεί και με αντίστοιχο τρόπο κινηματογράφησης, να τις εντάξει σε μια διαφορετική εποχή του κινηματογράφου. Η πρώτη, η οποία αναφέρεται στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου, ανήκει στον βωβό κινηματογράφο. Η δεύτερη, που αναφέρεται στην αμερικανική κατοχή, ανήκει στον κινηματογράφο των studio της δεκαετίας του 30. Και φυσικά κάθε μία υιοθετεί τους αντίστοιχους κινηματογραφικούς κώδικες της εποχής, κάτι που γίνεται αναμφίβολα με εξαιρετικά πετυχημένο τρόπο. Ωστόσο, πρέπει να πω ότι δεν ευχαριστήθηκα την πρώτη ταινία όσο ευχαριστήθηκα τη δεύτερη. Ίσως το πρώτο δεκαπεντάλεπτο της ταινίας, που δείχνει επίμονα ένα ζευγάρι να κοιμάται, να με πέταξε έξω, όπως μάλλον έδιωξε και πολλούς θεατές από την αίθουσα. Είναι σίγουρο ότι οι ταινίες αυτές του Φιλιππινέζου σκηνοθέτη είναι μάλλον απαιτητικές από τον μέσο θεατή και απευθύνονται σε ένα πιο σινεφίλ κοινό, όπως παραδέχτηκε ο ίδιος και η παραγωγός του. Και το κοινό του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης δεν ανταποκρίθηκε με τον καλύτερο τρόπο. Και αν το καταλαβαίνω σε ένα βαθμό για την πρώτη βωβή και αρκετά κουραστική ταινία, το δεύτερο μέρος της τριλογίας ήταν κατά τη γνώμη μου ένα μικρό αριστούργημα, παρουσιάζοντας την εισβολή των Αμερικανών στρατιωτών σε ένα δάσος όπου ζει απομακρυσμένη μια οικογένεια αυτόχθονων σαν μια μεταφυσική εμπειρία, χρησιμοποιώντας με πολύ έξυπνο τρόπο τα τεχνητά ντεκόρ, την επιβλητική μουσική, φτάνοντας σε μια σύνθεση που μπορεί να λογιστεί ως αφιέρωμα στα Παιδικά χρόνια του Ιβάν του Ταρκόφσκι. Πάντως, θα ήταν σίγουρα πιο ενδιαφέρον αν παρακολουθούσε κανείς τις ταινίες αυτές γνωρίζοντας λίγο πολύ το φιλόδοξο σχέδιο του σκηνοθέτη, όσο και την ιστορία του φιλιππινέζικου κινηματογράφου. Όπως μας εξήγησε ο σκηνοθέτης, ολόκληρο το κινηματογραφικό αρχείο των Φιλιππινών μέχρι τη δεκαετία του '40 κάποια στιγμή καταστράφηκε και διασώθηκαν ελάχιστες ταινίες αρχείου (μία από τις οποίες βλέπουμε και στο Independencia). Εξ ου και ο φόρος τιμής του νεαρού δημιουργού σε αυτό το χαμένο κινηματογραφικό κόσμο, ο οποίος θα μπορούσε να μοιάζει με τις ταινίες του.



Ex-Yugoslavian Experimental


Το ενδιαφέρον του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για το βαλκανικό σινεμά είναι δεδομένο. Και όταν μάλιστα μας γνωρίζει σπάνιες πειραματικές ταινίες του παρελθόντος, δικαιώνει τον ερευνητικό χαρακτήρα ορισμένων τμημάτων. Το πραγματικό highlight αυτής της σειράς προβολών πειραματικών μικρού μήκους ταινιών από τη Γιουγκοσλαβία της δεκαετίας του 70 ήταν το Healthy People Ready for Fun του Karpo Godina, ο οποίος παρέστη και στο φεστιβάλ. Είναι ένα αφιέρωμα στην επαρχία της Βοϊβοντίνα, που αποτελείται από πορτραίτα όλων των εθνοτήτων που ζουν στην περιοχή, οι οποίες κάθε φορά παρουσιάζονται από το τραγούδι (καταπληκτική παρεμπιπτόντως η μουσική) "Αγαπάμε τους Ρώσους, οι Ρώσοι μας αγαπάνε", "Αγαπάμε τους τσιγγάνους, οι τσιγγάνοι μας αγαπάνε", σε πολύ όμορφα στατικά πλάνα που μοιάζουν με φωτογραφίες. Ο σκηνοθέτης φαίνεται να θέλει να εκθέσει την προπαγανδιστική θέση της γιουγκοσλαβικής κυβέρνησης, σύμφωνα με την οποία η Γιουγκοσλαβία αποτελείται από ένα έθνος, ενωμένο και αδιαίρετο. Και το τέλος ουσιαστικά της ταινίας, προέβλεπε την αναπόφευκτη πτώση του ανατολικού μπλοκ.

Μία άλλη συλλογική δημιουργία σπάνιας αξίας, η υλοποίηση της οποίας επίσης χρεώνεται στον Karpo Godina, είναι το I Miss Sonja Henie. Ο τρόπος που έγινε αυτή η ταινία, αλλά και τα ονόματα που συμμετείχαν φαίνεται σήμερα αρκετά απίστευτος. Όπως περιγράφει ο Godina, ως οικοδεσπότης του Φεστιβάλ του Βελιγραδίου του 1972, ζήτησε από τους καλεσμένους του (μεταξύ των οποίων ο Makavejev, ο Forman με τον ηθοποιό του Buck Henry, o Paul Morissey και ο Frederick Wiseman) να συμεισφέρουν σε μια συλλογική ταινία, όπου θα γύριζαν ο καθένας μια μικρή ταινία 3 λεπτών, με όποιους ηθοποιούς ήθελαν και μοναδικό περιορισμό να ακούγεται η ατάκα-τίτλος της ταινίας και γυρισμένη σε συγκεκριμένο σκηνικό. Ο Karpo Godina στη συνέχεια θα μόνταρε αυτό το υλικό, το οποίο όμως προβλήθηκε ολοκληρωμένο μόλις τα τελευταία χρόνια και κάνει πλέον τον γύρο των φεστιβάλ, μαζί με το making off του. Μπορεί το περιεχόμενο της ταινίας από μόνο του να μην έχει τόσο ενδιαφέρον, αλλά για τις συνθήκες δημιουργίας, γι' αυτόν τον αέρα ελευθερίας που έπνεε στη Γιουγκοσλαβία εκείνης της εποχής, έχει ανεκτίμητη ιστορική αξία. Μπορείτε να το δείτε εδώ, δε 2 μέρη.


Medalia de onoare (Peter Calin Netzer, 2009)


Άφησα για το τέλος την πιο ενδιαφέρουσα ίσως ταινία που είδα και ήταν τελικά και αυτή που απέσπασε τον αργυρό Αλέξανδρο, βραβείο σεναρίου και βραβείο ανδρικής ερμηνείας (δικαιώνεται για άλλη μια φορά ο θαυμασμός του μπλογκ μας για τον νέο ρουμανικό κινηματογράφο). Το Μετάλλιο Τιμής λοιπόν είναι η ιστορία ενός ηλικιωμένου Ρουμάνου που λαμβάνει ένα τιμητικό μετάλλιο για τον ηρωισμό του στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο πρωταγωνιστής, αν και απορεί στην αρχή γιατί τιμήθηκε, στη συνέχεια αρχίζει να νιώθει περήφανός για το μετάλλιό του, να διηγείται τα ανδραγαθήματά του, βελτιώνει τη σχέση του με τη γυναίκα του και τον γιο του που ζει στο εξωτερικό και πηγαίνει στον ίδιο τον πρόεδρο της Ρουμανίας για να ζητήσει (ως ήρωας πολέμου) την επίλυση του προβλήματος θέρμανσης της πολυκατοικίας του. Μια μέρα όμως μαθαίνει ότι τελικά το μετάλλιο δεν ήταν παρά ένα λάθος και η περηφάνια του καταρρέει, λίγες μέρες πριν την επιστροφή του γιου του στην πατρίδα. Αυτή την απλή ιστορία πραγματεύεται με πολύ έξυπνο και διεισδυτικό τρόπο ο Calin Peter Netzer, στη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του. Αφενός με τα μεγάλης διάρκειας πλάνα του, με αποκορύφωμα το τελικό μονοπλάνο, το οποίο αποτελεί σπάνιο σκηνοθετικό επίτευγμα, που θα έπρεπε να διδάσκεται σε σχολές. Αφετέρου με την αυθεντικότητα με την οποία αντιμετωπίζει το θέμα του, με τις επιλογές των ηθοποιών και με τους αληθινούς χαρακτήρες του (ο ηθοποιός που παίζει τον πρόεδρο δεν είναι άλλος από τον πρώην πρόεδρο της Ρουμανίας!). Το Μετάλλιο Τιμής έρχεται να προστεθεί στη σειρά των ρουμανικών ταινιών κοινωνικής σάτιρας, που δεν σταματούν να μας εκπλήσσουν.
Μ.Μ.

15/11/09

50o Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

Τελετή Έναρξης


Τελετή έναρξης, όλος ο καλός άσχετος κόσμος προσέρχεται, ενωμένοι σαν μια γροθιά, ενάντια στην κρίση που μαστίζει τον ελληνικό κινηματογράφο. Μας υποδέχεται ένα κείμενο της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών Θεσσαλονίκης που καταδικάζει τους Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη, διότι με λίγα λόγια θέλουν να μεταφέρουν το Φεστιβάλ Κινηματογράφου στην Αθήνα. Το κράτος των Αθηνών ξαναχτύπησε δηλαδή. Ομιλίες γιορτής για τα 50α γενέθλια του Φεστιβάλ καταλήγουν σε ομιλίες πένθους. Ο νέος υπουργός, ως σουπερστάρ της βραδιάς, βγαίνει και αναγγέλλει ότι πολύ θα χαρεί να υπογράψει το νέο νομοσχέδιο. Ως συνήθως, με τα αν και τα εφόσον. Μετά από όλες αυτές τις εισαγωγές, θυμόμαστε κάποια στιγμή και το Φατίχ Ακίν, που είναι ο επίσημος καλεσμένος της βραδιάς.
Soul Kitchen, λέγεται η νέα ταινία του, και όπως μας τονίζει ο Αδάμ Μπουσδούκος στην εισαγωγή του, άλλοι την θέλουν ελληνική, άλλη γερμανική, άλλη τούρκικη ταινία, όμως πρόκειται πάνω απ' όλα για μια ταινία βγαλμένη από την ψυχή. Η παρέα λοιπόν του Φατίχ Ακίν ξανασμίγει για να δημιουργήσουν μια ευχάριστη παρεΐστικη κωμωδία βγαλμένη από τα παλιά. Ουδεμία σχέση με τις τελευταίες δραματικές ταινίες του, αρκετή καρικατούρα αλλά και πολύ χιούμορ. Η ελληνική καταγωγή των δύο ηρώων φυσικά προσφέρει έξτρα απόλαυση για τους Έλληνες θεατές. Είναι μια ταινία κομμένη και ραμμένη για να πετύχει στις ελληνικές αίθουσες, ενώ λόγω θέματος και ατμόσφαιρας θυμίζει κάπως την ταινία του Solino, του 2002.
Ο Ζήνος Καζαντζάκης, ένας αποτυχημένος Έλληνας ιδιοκτήτης εστιατορίου που προσπαθεί να αλλάξει το προφίλ της επιχείρησής του και να φύγει για την Κίνα να βρει την αγαπημένη του. Στο δρόμο του θα βρει τον - εξαιρετικό όπως πάντα - ιδιόρρυθμο σεφ που υποδύεται ο Birol Unel και μαζί με τον αδερφό του Ηλία που βγαίνει από τη φυλακή θα πετύχουν ένα μικρό θαύμα, που όμως κινδυνεύει να διαλυθεί από μέρα σε μέρα, διωκόμενο από την Εφορία, το Υπουργείο Υγιεινής, τα οικοπεδικά συμφέροντα (με απόλυτο εκφραστή τους τον cult ήρωα Udo Kier). Όλα αυτά ως συνήθως με πολύ καλή μουσική, σε μεγάλο μέρος της ελληνική (έπρεπε να ακουστούν κάποτε οι Olympians σε ξένη παραγωγή) και πολλή καλή διάθεση. Φυσικά ο Φατίχ Ακίν θα αποθεωθεί, όπως θα αποθεωθεί και στη συνέχεια στο dj set που θα προσφέρει στο κοινό της Θεσσαλονίκης. Ενώ ξεκινάει με τούρκικη μουσική και γενικά οριένταλ κλίμα, θα καταλήξει να παίζει Metallica και Rage Against the Machine. Είναι δυνατόν να μην τον συμπαθήσουμε; Το πάρτυ άνοιξαν οι Locomondo που συμμετέχουν φυσικά και αυτοί στο soundtrack του Soul Kitchen.
Μ.Μ.

10/11/09

Οκτώβρης στον σινεμά

Antichrist (Lars Von Trier, 2009)


Πρώτα απ’ όλα, η εμπειρία του Αντίχριστου στις ελληνικές αίθουσες. Μέσα από ένα αρχετυπικό ατύχημα, μοναδικά σκηνοθετημένο, όπου ερωτική πράξη και οργασμός προκαλούν το θάνατο, ο Λαρς Φον Τρίερ εκθέτει μπροστά στα ανυποψίαστα μάτια μας τα στάδια της σχέσης του ανδρόγυνου που μετατρέπεται σε κόλαση. Από τη μία, δεν μπορεί να μείνει κανείς αδιάφορος μπροστά στην τέχνη του Δανού σκηνοθέτη, που για μία ακόμη φορά μας κρατάει αιχμάλωτους στο σύμπαν του. Σκηνές που γυρισμένες από οποιονδήποτε άλλον θα φαίνονταν γελοίες, στον Φον Τρίερ όχι μόνο στέκουν, αλλά μας καθηλώνουν, χωρίς να αφήνουν το βλέμμα και το συναίσθημα αν αναπαυτεί. Κάποιοι λένε «μας χειραγωγεί», εγώ είμαι της άποψης ότι το καλό σινεμά δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά. Από την άλλη, δέσμιος των εμμονών του, δεν νομίζω ότι καταφέρνει να εκφράσει ξεκάθαρα αυτό που θέλει να πει. Λίγο οι θρησκευτικές του αναφορές, λίγο ο φόβος για το γυναικείο φύλο και τον γυναικείο ερωτισμό, μας κάνουν να χάσουμε τον προσανατολισμό της ταινίας του. Ο ίδιος δηλώνει θαυμασμό για το γυναικείο φύλο και απορρίπτει μεμιάς τις επίμονες – και κουραστικές όντως – μομφές για σεξισμό. Αντίθετα, μιλάει διαρκώς για την ηλιθιότητα του ανδρικού φύλου. Πώς φαίνονται όμως αυτά μέσα από την ταινία του; Η μόνη λογική ερμηνεία για μένα είναι να θεωρήσουμε ότι παρακολουθούμε την πορεία της αφήγησης μέσα από την οπτική του ανδρός, ο οποίος βυθίζεται ολοένα περισσότερο στους ανυπόστατους φόβους του. Από τη στιγμή που μπαίνει μέσα του ο σπόρος της αμφιβολίας για τη σύζυγό του ζει έναν εφιάλτη που μεγεθύνεται και παραμορφώνει την πραγματικότητα. Άραγε είναι και το τέλος της ταινίας απλώς μια φαντασίωση; Πρόκειται απλώς για τη διαιώνιση της γυνοκτονίας ή θέλει να πει κάτι παραπάνω με το απρόσωπο πλήθος των βασανισμένων γυναικών, που μοιάζουν απελευθερωμένες από την πράξη του; Το σίγουρο είναι ότι η απάντηση δεν δίνεται ξεκάθαρα μέσα από την ταινία και αυτό δεν είναι απαραίτητα αρνητικό. Όμως, αναμφίβολα διατηρεί το μύθο της αμφιλεγόμενης προσωπικότητας του Δανού δημιουργού. Αυτό πάντως που θα πρέπει να του αναγνωρίσουμε είναι ότι καταφέρνει με μεγάλη επιτυχία να εκφράσει τους μύχιους και αρχέγονους φόβους των ηρώων του και να μας κάνει να τους βιώσουμε επίσης, σωματικά και ψυχικά.


Disrict 9 (Neill Blomkamp, 2009)


Το District 9 είναι μια ασυνήθιστη ταινία επιστημονικής φαντασίας, τόσο για τις πολιτικές προεκτάσεις της, αφού παραλληλίζει την εισβολή των εξωγήινων και τη μεταχείριση τους με την κατάσταση των οικονομικών μεταναστών (δεν είναι άλλωστε τυχαία η τοποθέτηση της πλοκής στη Νότιο Αφρική), όσο και για τη φόρμα της, αφού υιοθετεί τη μορφή ενός ντοκυμαντέρ, με συνεντεύξεις, ρεπορτάζ κλπ, προσπαθώντας να μας δώσει την αίσθηση ότι η κάμερα είναι εκεί για να καταγράψει πραγματικά γεγονότα. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η επιλογή άγνωστων ηθοποιών, ιδιαίτερα του γκροτέσκου πρωταγωνιστή. Από αυτή την άποψη η ταινία του Neill Blomkamp κερδίζει το ενδιαφέρον μας, χάρη άλλωστε και στο πολύ γρήγορο μοντάζ της. Ωστόσο, μετά από κάποια στιγμή και πλησιάζοντας προς την κορύφωση, τα ευρήματα τελειώνουν και περνάμε σε μια κλασική ταινία δράσης, με πολλά εφέ και τίποτα πρωτότυπο.


Mary and Max (Adam Elliot, 2008)



Πολύ όμορφο και δουλεμένο αισθητικά, ευαίσθητη και συγκινητική ιστορία, το Mary and Max (το οποίο παρουσιάστηκε και στις Νύχτες Πρεμιέρας) είναι από εκείνες τις λίγες ταινίες animation που κάθε χρόνο δίκαια προσελκύουν μικρούς και μεγάλους στις αίθουσες, και δύσκολα μπορείς να πεις κακό λόγο γι’ αυτές. Πριν λίγα χρόνια ήταν το Triplette de Belleville, πιο πρόσφατα το Persepolis (αν και σαφώς αυτή είναι διαφορετική περίπτωση λόγω καταγωγής και περιεχομένου), φέτος νομίζω είναι το Mary and Max. Η δουλειά που έχουν κάνει με την πλαστελίνη είναι απίστευτη, με σπάνια λεπτομέρεια και τελειότητα. Αλλά και η ιστορία είναι ευφάνταστη, αφού αφηγείται τη φιλία δια αλληλογραφίας (pen pals, πόσο παλιό ακούγεται αυτό) μεταξύ ενός μοναχικού κοριτσιού από την Αυστραλία και ενός εξίσου μοναχικού Εβραίου από τη Νέα Υόρκη. Μέσα από τα γράμματά τους, παρουσιάζεται με πολύ έξυπνο τρόπο τόσο η διαφορά όσο και οι ομοιότητες μεταξύ δύο τόσο μακρινών και ασύμβατων κόσμων, που καταφέρνουν τελικά να βρουν κοινά σημεία και να χτίσουν μια παράξενη αλλά μοναδική φιλία.


My Winnipeg (Guy Maddin, 2007)


Απρόσμενα ευχάριστη έκπληξη το My Winnipeg του Καναδού Guy Maddin. Αν και προσπαθούσα να το πετύχω στο γύρο που έκανε στα φεστιβάλ, τα κατάφερα τελικά στην έξοδό του στις γαλλικές αίθουσες και το αποτέλεσμα αποζημίωσε την αναμονή μου. Πόσο όμορφο και πρωτότυπο μπορεί να είναι ένα ντοκυμαντέρ για μια πόλη; Ιδίως όταν αυτή η πόλη είναι μια μικρή, κρύα, ήσυχη πόλη του Καναδά, πόσο ενδιαφέρον μπορεί να έχει; Χάρη στον Καναδό σκηνοθέτη αναθεωρούμε τα δεδομένα μας για αυτό το κινηματογραφικό υπο-είδος. Ο Maddin ανταποκρίνεται ουσιαστικά σε μια παραγγελία, ένα φιλμ που να έχει σχέση αφενός με τη γενέτειρά του πόλη και αφετέρου με τα τραίνα. Επιστρέφει λοιπόν στην πόλη του και την περιδιαβαίνει μέσα από ένα τραίνο, ενώ η φωνή του μας ξεναγεί στο παρελθόν της πόλης, στο παρελθόν του σκηνοθέτη, στην παγωμένη πόλη των φαντασμάτων. Βάζει την ίδια τη μητέρα του να παίξει το ρόλο της δίπλα σε ηθοποιούς, ανατρέχει με νοσταλγία στις αναμνήσεις του από την πόλη, σε όλα αυτά που τον διαμόρφωσαν σαν προσωπικότητα και τώρα πια δεν υπάρχουν, κατεστραμμένα από κοντόφθαλμους διοικούντες και από τις μπουλντόζες της ανάπτυξης. Άλλοτε με αφέλεια αμερικανοθρεμμένου παιδιού και άλλοτε με οξυδέρκεια καλλιεργημένου καλλιτέχνη, συνθέτει εφιαλτικές χορογραφίες σπάνιας ομορφιάς, μπλέκοντας αριστοτεχνικά εικόνες αρχείου με δικά του πλάνα. Και όλα αυτά συνοδευόμενα από τη δική του φωνή off, που διαβάζει τη μνήμη της πόλης σαν να πρόκειται για μια εσωτερική παρτιτούρα, που συνδυάζει νοσταλγία, αγάπη αλλά και μίσος και απέχθεια.




Whatever Works (Woody Allen, 2009) & Micmacs à tire-larigot (Jean-Pierre Jeunet, 2009)


Καινούρια ταινία και για τον Jean-Pierre Jeunet, καινούρια ταινία και για τον Woody Allen, αλλά δεν είχα μεγάλες προσδοκίες για κανένα από τα δύο. Και μάλλον έπεσα μέσα, καθώς ο πρώτος στο Micmacs à tire-larigot προσπαθεί να ξαναβρεί το χαμένο σκοτεινό σύμπαν των πρώτων ταινιών του με τον Caro, αλλά καταλήγει σε μια μάλλον ελαφριά κωμωδία, με αναφορές ωστόσο τόσο στο σινεμά του Buster Keaton όσο και στο σινεμά του Carné. O δεύτερος, με το Whatever works παραμένει όπως πάντα ευχάριστος, αλλά αδυνατεί να βρει την φρεσκάδα και την εξυπνάδα των παλαιότερων κωμωδιών του. Εξακολουθώ όμως να ελπίζω έστω σε μια επανάληψη του θαύματος του Matchpoint και από σεβασμό για το παρελθόν του δημιουργού να μην χάνω ταινία του.


Das Weiße Band - Eine deutsche Kindergeschichte (Michael Haneke, 2009)


Σκόπιμα άφησα για το τέλος τη Λευκή Κορδέλα, αφού νομίζω ότι λίγο πολύ όλοι συμφωνούν πως πρόκειται για το αριστούργημα της χρονιάς. Χάρη στον Haneke ανακαλύπτουμε έναν κινηματογράφο που είχαμε ξεχάσει ότι υπάρχει, τον κινηματογράφο του Bergman ή του Dreyer. Όπου όλα είναι εσκεμμένα κι υπολογισμένα, τα κάδρα, οι συνδέσεις, οι φωτισμοί, πίσω απ’ όλα κρύβεται μια σημασία που μας καλεί να την ανακαλύψουμε. Ο Haneke για πρώτη φορά δεν εστιάζει στις συνέπειες του ναζισμού στη σύγχρονη Ευρώπη, αλλά μας γυρνάει πίσω σε ένα γερμανικό προτεσταντικό χωριό λίγο πριν από τον Α’ Παγκόσμιο, προκειμένου να μελετήσει τις αιτίες του. Η ιστορία πλέκεται γύρω από τις κυρίαρχες φιγούρες μιας ανάλογης κοινωνίας, τον βαρόνο, τον πάστορα, τον γιατρό και τον δάσκαλο, δηλαδή τους πνευματικούς της ηγέτες. Το χωριό αναστατώνεται από μια σειρά ανεξιχνίαστων γεγονότων βίας – έναν τραυματισμό, έναν θάνατο, μια φωτιά, την κακοποίηση δύο παιδιών – που αποκαλύπτουν την έμφυτη συγκαλυμμένη βία που κρυβόταν πίσω απ’ όλες τις κοινωνικές σχέσεις, μεταξύ άνδρα και γυναίκας, μεταξύ ανώτερων και κατώτερων τάξεων, μεταξύ πατέρα και παιδιών και πάνω απ’ όλα στην εκπαίδευση. Τα παιδιά άλλωστε είναι οι πραγματικοί πρωταγωνιστές που αύριο θα θεμελιώσουν τον ναζισμό χάρη στην αυστηρή εκπαίδευση με την οποία γαλουχήθηκαν. Η αυστηρή αυτή και καταπιεστική εκπαίδευση τα μετατρέπει σε αυτόκλητους κριτές που δικάζουν και τιμωρούν στο όνομα μιας ανώτερης ηθικής. Ο Haneke δηλώνει ότι δεν ήθελε να περιοριστεί μόνο στο παράδειγμα του ναζισμού, αλλά να αναδείξει πως γεννιέται κάθε ολοκληρωτική ιδεολογία. Και η σκηνοθεσία του δείχνει θαυμάσια αυτό το γίγνεσθαι, πώς ένα καθημερινό και ασήμαντο συμβάν γιγαντώνεται σε καθολική, οικουμενική, ιστορική πραγματικότητα. Η λευκή κορδέλα που φοράει ο πάστορας στα παιδιά του για να εξαγνιστούν σύντομα θα καλύψει ολόκληρη την Ευρώπη.




Επιπλέον, επειδή ο σινεμάς δεν παίζεται μόνο στις αίθουσες, για όσους βρίσκεστε η θα βρεθείτε στο Παρίσι αυτό το φθινόπωρο, υπάρχουν δύο σημαντικές κινηματογραφικές εκθέσεις. Η μία στη Cinémathèque με ένα αφιέρωμα στον μαγικό φανό (Lanternes magiques) με μια σπάνια και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα έρευνα στον πρόγονο του κινηματογράφου. Η άλλη στο μουσείο Jeu de Paume με ένα αφιέρωμα στον Fellini και μια ρετροσπεκτίβα των ταινιών του, επίσης στη Cinémathèque.
M.M.

20/10/09

Un prophète (Jacques Audiard, 2009)


Είναι δυνατόν μια ταινία που διαδραματίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στη φυλακή να αποτελέσει ταινία μύησης και ενηλικίωσης; Είναι δυνατόν μέσα από τα στενά πλαίσια του είδους να διηγηθεί κανείς μια ιστορία απόκτησης ταυτότητας, μια ιστορία επιβίωσης, επιτυχίας και προόδου; Είναι δυνατόν ακολουθώντας του κανόνες του είδους να υπερβεί τα κλισέ του; Ο Jacques Audiard, έχοντας ήδη στο ενεργητικό του δύο διαδοχικές επιτυχίες του γαλλικού σινεμά, το Sur mes lèvres και το De battre mon coeur s'est arrêté, έρχεται αντιμέτωπος με ένα μεγαλεπίβολο σχέδιο, το οποίο πήρε όπως λέει 6 χρόνια για να ολοκληρωθεί. Και καταφέρνει να δημιουργήσει άλλη μια επιτυχία, που επιβραβεύτηκε άλλωστε με το βραβείο της επιτροπής του Φεστιβάλ των Κανών.
Ένας νεαρός άνδρας αραβικής καταγωγής, χωρίς οικογένεια, χωρίς υπόβαθρο, χωρίς κουλτούρα, μπαίνει στη φυλακή. Στα έξι χρόνια που θα διαρκέσει ο εγκλεισμός του θα ανεβεί ένα ένα τα σκαλιά της ιεραρχίας της φυλακής και θα αποκτήσει όλα όσα είχε και δεν είχε ονειρευτεί. Το πρώτο βήμα είναι να βρει μια "οικογένεια" που να τον προστατεύει, και αυτή είναι η ομάδα των κορσικανών, η οποία έχει τον έλεγχο της φυλακής και η οποία του ζητάει ένα στυγνό έγκλημα για να τον δεχτεί στους κόλπους της. Βήμα δεύτερο, να μάθει γράμματα: τα καταφέρνει περίφημα, αφού όχι μόνο μαθαίνει να διαβάζει γαλλικά, αλλά σιγά σιγά μαθαίνει και κορσικάνικα. Η τελευταία του κρυφή ικανότητα του δίνει μάλιστα εξέχουσα θέση στη συμμορία και τον κάνει το δεξί χέρι ("τα μάτια και τα αυτά") του αρχηγού του. Βήμα τρίτο, να στήσει τη δική του επιχείρηση στον έξω κόσμο, πουλώντας ναρκωτικά. Βήμα τέταρτο, να διαπραγματευτεί με τους αντιπάλους του, να στρέψει τους ανωτέρους του τον έναν ενάντια στον άλλον, να αμφισβητήσει και να ανατρέψει τον "κηδεμόνα" και προστάτη τουώστε να γίνει τελικά το απόλυτο αφεντικό. Τέλος, να βγει από τη φυλακή, έχοντας μάλιστα αποκτήσει και τη δική του οικογένεια.
Ωστόσο, η ιστορία του Jacques Audiard δεν έχει να κάνει μόνο με συμμορίες και παρανομία, όπως θα έκανε ίσως μια mainstream ταινία του είδους. Εστιάζει και στον εσωτερικό κόσμο του ήρωα, με τα όνειρα και τα οράματά του. Βλέποντας την ταινία και λίγο μετά, πίστευα ότι ο δημιουργός της ήθελε να δώσει ένα μεταφυσικό, θρησκευτικό υπόβαθρο στην ταινία του. Όμως η ιστορία του "προφήτη" μάλλον δεν έχει να κάνει με αυτό. Είναι "προφήτης" μεταφορικά, όπως λέμε για κάποιον ότι είναι "γκουρού", εκείνου που αναπτύσσει σε τέτοιο βαθμό τις ικανότητές του, που μαθαίνει να βλέπει τον κόσμο που τον περιβάλλει, μαθαίνει να διαβάζει τα σημάδια, να αποκωδικοποιεί, κερδίζει τον σεβασμό, αποκτά υπόσταση, από ανύπαρκτος και μηδαμινός γίνεται σημαντικός, ο καλύτερος στο περιβάλλον του.
Στην επιτυχία της ταινίας συμβάλλει καθοριστικά και ο πρωτοεμφανιζόμενος πρωταγωνιστής της, Tahar Rahim. Μπορεί να μην έχει το βάρος του Romain Duris ή του Vincent Cassel των προηγούμενων ταινίων του Audiard, είναι όμως ένα άγνωστο πρόσωπο που μας εκπλήσσει και μας επιτρέπει να ταυτιστούμε. Έχει φροντίσει εξάλλου να έχει έναν ηθοποιό με βάρος στον δεύτερο ρόλο, τον πολύ καλό Niels Arstrup, που ακροβατεί εξαιρετικά ανάμεσα στο ρόλο του αμείλικτου αφέντη, του στοργικού πατέρα και τελικά του συντετριμμένου. Πολύ καλή δουλειά έχει γίνει και στην αναπαράσταση του χώρου της φυλακής, με τις συμμορίες, τη διαφθορά και τα τελετουργικά. Τελικά, αν θέλαμε να συγκρίνουμε την ταινία, δεν θα επιλέγαμε σε καμία περίπτωση μια ταινία του είδους, αλλά θα το παρομοιάζαμε με το
Scarface, ένα Scarface όμως ανεστραμμένο, αισιόδοξο, συμπαθητικό.
M.M.

28/9/09

Νύχτες Πρεμιέρας 2009 (2)

The time that Remains (Elia Suleiman, 2009)


Κι εκεί που είχα αρχίσει να απογοητεύομαι, ήρθε η ταινία του Elia Suleiman, Ο χρόνος που απομένει. Γνωστός μας από το παλαιότερο Divine Intervention, με το οποίο μας είχε πρωτοεκπλήξει, έρχεται τώρα με ένα ακόμα πιο φιλόδοξο έργο, παρουσιάζοντας μέσα από την ιδιότυπη ματιά του τη σύγχρονη ιστορία της Παλαιστίνης, από τον πόλεμο του 1948 μέχρι σήμερα. Το στιλ του δεν έχει αλλάξει, αν και δεν καταφεύγει πια στις τόσο ακραία σουρεαλιστικές σκηνές του Divine Intervention. Διατηρεί όμως το ιδιαίτερο χιούμορ του, που παραπέμπει ασφαλώς στις βωβές κωμωδίες του Keaton ή στις σχεδόν βωβές ταινίες του Tati. Και πέρα από τη φιγούρα του ίδιου του σκηνοθέτη, που βοηθάει σε αυτό το αποτέλεσμα, υπάρχει και ο νεαρός πρωταγωνιστής του, o Saleh Bakri, από τους ωραιότερους (απ’ όλες τις έννοιες) ηθοποιούς που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια και τον οποίο είχαμε δει σε μια από τις ευχάριστες εκπλήξεις της περσινής χρονιάς από τη Μέση Ανατολή, την Επίσκεψη της Μπάντας. Πέρα από το βωβό αφαιρετικό χιούμορ, η συγκεκριμένη ταινία του Suleiman χαρακτηρίζεται επίσης από μια ιδιαίτερη σεναριακή δομή, που βασίζεται ιδιαίτερα στην επανάληψη. Σε κάθε σημαίνουσα ιστορική στιγμή για την Παλαιστίνη παρακολουθούμε περίπου τις ίδιες οικογενειακές σκηνές, ελαφρώς τροποποιημένες. Και αυτή η τροποποίηση δηλώνει την ιστορική αλλαγή που έχει προκύψει. Στο τελευταίο μέρος της ταινίας, τον πρωταγωνιστικό ρόλο αναλαμβάνει ο ίδιος ο σκηνοθέτης, ο οποίος παραμένει σε όλη την ταινία σιωπηλός και αδρανής παρατηρητής των γεγονότων που λαμβάνουν χώρα γύρω του. Δεν μας αφήνει αμφιβολία ότι πρόκειται για μια αυτογραφική ταινία, για τον τρόπο που ο ίδιος έζησε τα γεγονότα, αφού άλλωστε ο πρωταγωνιστής του φέρει το όνομά του. Ωστόσο, προς το τέλος της ταινίας πέφτει και ο ρυθμός, νομίζω κάπου χάνει το ενδιαφέρον που είχε κατορθώσει να δημιουργήσει. Πάντως δεν παύει να αποτελεί μια από τις πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις δημιουργού από τη Μέση Ανατολή, και ίσως δεν θα ήταν άτοπο να ονομάσουμε τον ιδιότυπο κινηματογράφο του ως «κινηματογράφο του παραλόγου».



Sin Nombre (Cary Fukunaga, 2009)


Από τη Μέση Ανατολή, πέρασα στην Κεντρική Αμερική για να δω το βραβευμένο στο Sundance Sin nombre (βραβείο σκηνοθεσίας και φωτογραφίας). Η ιστορία αυτή συνδυάζει φτώχια, συμμορίες, μετανάστευση, και όλα αυτά on the road, διασχίζοντας την ήπειρο προς το βορρά. Δύο φίλοι που μπλέκουν σε μια συμμορία που σπέρνει τον τρόμο, μια οικογένεια που ξεκινάει από την Ονδούρα αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον στις ΗΠΑ. Οι δρόμοι τους μπλέκονται πάνω στην οροφή ενός τραίνου που διασχίζει το Μεξικό, όπου οι κακοποιοί έρχονται να ληστέψουν τους μετανάστες. Ο ένας από τους δύο φίλους θα σκοτώσει τον αρχηγό της συμμορίας, σώζοντας μια κοπέλα από βιασμό, και εκείνη θα τον ερωτευθεί. Αδιέξοδες ζωές, αδιέξοδοι έρωτες, άνθρωποι χωρίς όνομα, χωρίς μέλλον, που μπορούν να αποκτήσουν υπόσταση μόνο αν προσχωρήσουν σε μια συμμορία ή αν περάσουν λαθραία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτοί που ξεφεύγουν από το αδιέξοδο είναι οι εξαιρέσεις, οι τυχεροί. Οι υπόλοιποι συνεχίζουν την περιπέτεια τους, προσπαθώντας ξανά και ξανά, κάνοντας σπίτι τους τις γραμμές του τρένου ή χάνοντας εκεί τη ζωή τους κυνηγημένοι από την αστυνομία. Και όσοι μένουν πίσω, επιλέγοντας την παρανομία, αναγκάζονται να απαρνηθούν τις φιλίες, τους έρωτες, για να γίνουν δεκτοί από την οργάνωση, να αποκτήσουν όνομα. Αξιόλογη ταινία, μείγμα μυθοπλασίας και ντοκυμαντέρ, αφού αναμειγνύει την κεντρική περιπέτεια με πραγματικές ιστορίες Οδύσσειας που λαμβάνουν χώρα στον δρόμο από τον τρίτο για τον πρώτο κόσμο.



Accident (Pou-Soi Cheang, 2009)


Η καλύτερη ίσως ταινία που είδα αυτές τις μέρες ήταν μια ταινία από το Χονγκ Κονγκ, το Ατύχημα του Pou-Soi Cheang, σε παραγωγή του Johnny To, που συμμετείχε στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ της Βενετίας. Ένα στιλιζαρισμένο υπαρξιακό θρίλερ που παραπέμπει σε αμερικάνικες ταινίες των seventies, τύπου Alan Pakula. Η όλη δομή, η ατμόσφαιρα και η σκηνοθετική πρόταση της ταινίας ανταποκρίνεται πλήρως στο θέμα της ταινίας που έχει να κάνει με την έννοια του τυχαίου. Πρωταγωνιστής είναι ένας άνδρας που διευθύνει μια τετραμελή οργάνωση δολοφόνων, οι οποίοι όμως στήνουν τις δολοφονίες τους με τρόπο ώστε να μοιάζουν με ατυχήματα. Κάθε φορά λοιπόν υπάρχει το αντίστοιχο στήσιμο της κάμερας που παρακολουθεί τις κινήσεις των τεσσάρων δραστών και τις περίπλοκες παγίδες που στήνουν. Η εμπλοκή θα προκύψει όταν, κατά τη διάρκεια ενός στησίματος, θα προκύψει ένα απρόβλεπτο ατύχημα, που θα στοιχίσει τη ζωή του ενός και όπου ο ήρωας θα γλιτώσει παρατρίχα. Μετά από αυτό το συμβάν, ο ήρωας θα αρχίσει σιγά σιγά να παρανοεί αδυνατώντας να πιστέψει ότι επρόκειτο απλά για ένα τυχαίο συμβάν. Σε αυτό συμβάλλει και το παρελθόν του, αφού γνωρίζουμε ότι η γυναίκα του είχε σκοτωθεί επίσης σε τροχαίο ατύχημα. Ο ήρωας βρίσκεται λοιπόν παγιδευμένος στην παγίδα που έστησε ο ίδιος, σε ένα κόσμο που όλα μοιάζουν με ατυχήματα, αλλά και όλα μοιάζουν με σκηνοθεσίες, σε τέτοιο βαθμό που είναι αδύνατον να ξεχωρίσεις αν πρόκειται για συνομωσία της τύχης ή για μια άλλη σκοτεινή συνομωσία. Η υποψία που αφήνεται να αιωρείται ότι ένα μεγάλος ασφαλιστικός κολοσσός κινεί τα νήματα των ατυχημάτων εντείνει την πιθανότητα της συνομωσίας. Και από αυτή την άποψη άλλωστε μας έρχονται στο μυαλό οι ταινίες του ’70, με την ατμόσφαιρα της διεθνούς συνομωσίας.



All Tomorrow's Parties (2009)


Παρακολούθησα επίσης δύο μουσικές ταινίες, μία για το φημισμένο φεστιβάλ All Tomorrow’s Parties και άλλη μία αφιερωμένη στη σκηνή του νορβηγικού black metal. Η πρώτη, συλλογική δουλειά, ήταν πραγματικά πλήρης, αποτελούμενη από υλικό που έχει τραβηχτεί στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων που διοργανώνεται το φεστιβάλ, από επαγγελματίες όσο και από ερασιτέχνες. Πολλή μουσική, πολλή και ετερόκλιτη καλή μουσική, πολλοί καλλιτέχνες οι οποίοι μας εξηγούν το πνεύμα του φεστιβάλ, το στίγμα που θέλει να δώσει. Ότι δηλαδή οι καλλιτέχνες μπορούν να οργανώσουν ένα άρτιο φεστιβάλ χωρίς τη βοήθεια δισκογραφικών εταιρειών και χορηγών, έξω από τα πλαίσια του star system και της βιομηχανίας, με ατελείωτη μουσική. Η σύνθεση του υλικού είναι μάλλον εμπνευσμένη για μουσικό ντοκυμαντέρ, αφού καταφέρνει να μας μεταφέρει το κλίμα του φεστιβάλ, αφού εκτός από τις συναυλίες και τις συνεντεύξεις μας μεταφέρει στα πάρτυ, στα καλλιτεχνικά events, στους εξωτερικούς και τους εσωτερικούς χώρους του φεστιβάλ.



Until the light takes us (Aaron Aites & Audrey Ewell, 2009)


Το Until the light takes us του Aaron Aites και της Audrey Ewell απευθύνεται μάλλον σε ένα πιο εξειδικευμένο κοινό. Φαίνεται εξάλλου και από τις εμφανίσεις του κόσμου, πριν μπούμε στην αίθουσα. Πολλοί άντρες, πολύ τρίχα, πολύ μαυρίλα, και γενικά κόσμος που δεν βλέπεις σε άλλες προβολές. Επίσης, ξέρουν τα πάντα για το θέμα της ταινίας, αναγνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα και χειροκροτούν. Σε σχέση με το προηγούμενο ντοκυμαντέρ, αυτό μοιάζει μάλλον φτωχό από άποψη μέσων, αλλά κάτι τέτοιο ταιριάζει άλλωστε και στο είδος της μουσικής. Μαθαίνουμε λίγο πολύ (εμείς που δεν γνωρίζουμε) την ιστορία της σκηνής, με συνεντεύξεις από τους πρωτοπόρους του είδους, πχ. τους Darkthrone και τους (τεράστιους) Burzum. Αλλά περισσότερο από τη μουσική ιστορία της σκηνής, μαθαίνουμε τα παρεπόμενα, τις ακραίες παρεκκλίσεις της: τους εμπρησμούς εκκλησιών και τις δολοφονίες, που συγκλόνισαν για μια περίοδο την κοινωνία της Νορβηγίας. Το κοινό παρακολουθεί ενεργά και επιδοκιμάζει μερικές από τις πράξεις. Όπως προσπαθούν να μας εξηγήσουν άλλωστε οι δράστες, πίσω από τις πράξεις αυτές δεν υπήρχαν σκοτεινά ή σατανιστικά κίνητρα, αλλά ένα κίνημα, μεταξύ άλλων αντιχριστιανικό, που μεγεθύνθηκε και αλλοιώθηκε από τα ίδια τα ΜΜΕ. Σίγουρα για κάποιον που θέλει να εξηγήσει το φαινόμενο του black metal είναι ένα ντοκυμαντέρ που αξίζει να δει. Και οι δύο πάντως παραπάνω μουσικές ταινίες, πέρα από τη μουσική και το ενδιαφέρον γύρω από αυτή, προσφέρουν και μια διερεύνηση της κοινωνίας που γέννησε τα μουσικά αυτά κινήματα, της αγγλικής και της νορβηγικής κουλτούρας.


Μ.Μ.

23/9/09

Νύχτες Πρεμιέρας 2009

An Education (Lone Scherfig, 2009)


Οι Νύχτες Πρεμιέρας ξεκίνησαν φέτος μάλλον χλιαρά με τη συμπαθητική διασκεδαστική ταινία της Lone Scherfig An Education. Εξάλλου, όπως φάνηκε από τις καθιερωμένες ομιλίες της πρεμιέρας, στο φετινό φεστβάλ έχει δοθεί έμφαση στην ψυχαγωγία. Εύχομαι να εννοούν την ψυχαγωγία με την πρωταρχική της έννοια, αλλά πολύ αμφιβάλλω. Εκ πρώτης όψεως, η πληθώρα των ελαφρών κωμωδιών και των σπλάτερ μάλλον δεν δείχνει προς αυτήν την κατεύθυνση. Ούτε βέβαια και οι δηλώσεις, όπου οι διοργανωτές καταθέτουν την πρόθεσή τους να μας βοηθήσουν να ξεχάσουμε την κρίση. Στον αντίποδα βέβαια προβάλλεται η πρόθεσή τους να στηρίξουν το ελληνικό σινεμά, αλλά αυτό αποτελεί ως έναν βαθμό και δώρο του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
Η επιλογή για το άνοιγμα του φεστιβάλ επιβεβαιώνει μάλλον αυτές τις υπόνοιες: η προτίμηση στρέφεται προς τις feel good ταινίες (όρος που έχει κατακλύσει άλλωστε και τις παρουσιάσεις του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ). Θα μου πείτε, είναι αυτό αρνητικό; Σίγουρα πάντως είναι εύστοχο, αφού ο κόσμος προτιμά αυτές τις ταινίες. Ωστόσο, δεν ξέρω αν σκοπός του φεστιβάλ θα έπρεπε να είναι η εμπορικότητα των ταινιών ή το να διατηρεί έναν χαρακτήρα. Τελοσπάντων, όλα αυτά είναι σκέψεις που ίσως διαψευστούν στη συνέχεια.
Η Δανέζα σκηνοθέτιδα, που έγινε γνωστή στο ευρύτερο κοινό με το Ιταλικά για Αρχάριους, μας έρχεται τώρα με μια αγγλική παραγωγή, μια επιτυχία στο Sundance, που ενδεχομένως να κάνει και μια καλή πορεία στις αίθουσες. Πίσω στα sixties, μια νεαρή λονδρέζα ενηλικιώνεται και, μέσα από τη γνωριμία της με έναν μεγαλύτερό της άνδρα, έρχεται αντιμέτωπη με τα διλήμματα της ζωής. Όπου δίλημμα για μια νεαρή της εποχής σημαίνει: να παντρευτεί τον πλούσιο άνδρα και να αποκτήσει τη ζωή που ονειρεύεται ή να συνεχίσει τις λαμπρές σπουδές της και να πετύχει μια σπουδαία καριέρα (ως δασκάλα, βέβαια) με τις δικές της δυνάμεις. Το αποτέλεσμα είναι όσο απλοϊκό και ελαφρό ακούγεται, μόνο που δεν παύει να είναι καλοφτιαγμένο. Φρεσκάδα υπάρχει, και στη σκηνοθεσία και στους ηθοποιούς, τόσο στην πρωταγωνίστρια όσο και στους άλλους ρόλους. Αλλά υπάρχουν και πολλά εύπεπτα κλισέ, που οφείλονται μάλλον στη μπεστ σέλερ λογική του σεναρίου του Nick Hornby.



High Life (Gary Yates, 2009)


Η κατηφόρα στο σινεμά της διασκέδασης συνεχίστηκε με την (κατά λάθος) επιλογή της ταινίας High life του Gary Yates. Στο πρώτο πεντάλεπτο, συνειδητοποιώντας πόσο ηλίθια ταινία επρόκειτο να δω σκέφτηκα σοβαρά να φύγω. Και το σκεφτόμουν για αρκετή ώρα. Μέχρι που αποφάσισα που η ηλιθιότητά της είναι τέτοια που αξίζει να κάτσω μέχρι το τέλος. Τέσσερα πρεζάκια που αποφασίζουν να ληστέψουν μια τράπεζα. Υποσχέσεις για ηλίθιο χιούμορ, αλλά σίγουρα τίποτα καινούριο. Ούτε για το είδος των ταινιών με ληστείες, ούτε για το είδος των ταινιών με πρέζα. Το γεγονός ότι διαδραματίζεται στα eighties ελάχιστη σημασία έχει, πέρα από τη μουσική δηλαδή. Πλησιάζοντας προς την κορύφωση, αρχίζει να βγάζει κάποιο γέλιο, πάντα στα πλαίσια της ηλιθιότητας βέβαια, αλλά δεν μπορούσαμε να περιμένουμε κάτι καλύτερο. Παρ' όλα αυτά οι ηθοποιοί δεν είναι κακοί, ούτε η ταινία είναι κακογυρισμένη, ίσως θα προτιμούσα κάπως πιο σφιχτό, δεμένο ρυθμό, και φυσικά κάτι καινούριο να μας πει.


Θα συνεχίσουμε οσονούπω παρουσιάζοντας άλλες ταινίες του φεστιβάλ.
Μ.Μ.

16/8/09

Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Locarno

Παρότι έχουμε καιρό να τα πούμε - και υποσχόμαστε να επανορθώσουμε από το Σεπτέμβρη και έπειτα, όταν θα έχουμε τελειώσει με τις τρέχουσες υποχρεώσεις -, η συγκεκριμένη είδηση μόλις έφτασε στο ταχυδρομείο μας και αξίζει αναφοράς.
Η φετινή ελληνική κινηματογραφική παραγωγή επιβραβεύεται στα διεθνή φεστιβάλ. Έτσι μετά από τη βράβευση του Γιώργου Λάνθιμου για τον Κυνόδοντα στις Κάννες, στο πρόσφατο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Locarno της Ελβετίας, ο Αντώνης Καφετζόπουλος κέρδισε το βραβείο για την ερμηνεία του στην ταινία του Φίλιππου Τσίτου Ακαδημία Πλάτωνος (εναλλακτικός τίτλος Δεν θα γίνεις έλληνας ποτέ), αντιρατσιστική ταινία, γύρω από τη σύγχρονη πολυπολιτισμική Αθήνα. Ακόμη η ταινία πήρε και το τρίτο βραβείο της επιτροπής Νέων. Για περισσότερες πληροφορίες για τα βραβεία και το φεστιβάλ εδώ.
Για την ιστορία, ως καλύτερη ταινία του διεθνούς διαγωνιστικού ξεχώρισε το She, a Chinese της Xiaolu Guo.

Από όσο γνωρίζουμε η ελληνογερμανικής παραγωγής ταινία, θα προβληθεί στις αίθουσες τον ερχόμενο χειμώνα.

Αυτά προς το παρόν, και θα επανέλθουμε δριμύτεροι συντόμως...

A.T.

15/7/09

Είναι κάτι νύχτες με φεγγάρι


Για τον καθένα μας η αφορμή που αναγγέλλει τον ερχομό του καλοκαιριού είναι διαφορετική. Γι' άλλον είναι το πρώτο μπάνιο, γι' άλλον το πρώτο καρπούζι, γι' άλλον το πρώτο ηλιοβασίλεμα στο Σούνιο. Για κάποιους από μας, λίγο περίεργους ομολογουμένως, είναι το πρώτο θερινό σινεμά, όπου ως γνωστόν φεύγουν τα καλύτερα μας χρόνια και τα νιάτα μας περνούν (θυμάται κανείς άραγε εκείνη τη συναυλία;). Έτσι κι εγώ μια νύχτα του Ιουνίου, πάνω που είχαν αρχίσει να πιάνουν οι ζέστες, κατηφόρισα προς το Σινέ Όασις στο Παγκράτι. Όνομα και πράγμα για τη γειτονιά του, δύο-τρία δέντρα ανάμεσα στις πολυκατοικίες τις πυρωμένες από τον ήλιο, λίγος άδειος χώρος ανάμεσα στα αυτοκίνητα και το μπετόν, φάτσες συμπαθητικές, και μια ταινία που δυστυχώς μόνο εκεί μπορεί κανείς να βρει. Ευτυχώς ο θεσμός των επανεκδόσεων μάς έχει δώσει έναν κάποιο λόγο να πηγαίνουμε ακόμα στα θερινά τα σινεμά, κατά τα άλλα κατακλυσμένα από χολιγουντιανές μπαρούφες και χαζογαλλικές κωμωδιούλες (αλήθεια, λέει είμαστε η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα σε εισαγωγές γαλλικών ταινιών;).

Gruppo di Famiglia in un Interno (Luchino Visconti, 1974)



Lack of feeling is nothing, lack of touch very grave.
- W.H. Auden

Η ταινία που είδα εκείνο το βράδυ ήταν ένα από τα λιγότερο γνωστά σ' εμάς αριστουργήματα του δημιουργού της, τη Γοητεία της Αμαρτίας του Luchino Visconti. Ίσως κάπως αυθαίρετα να μπορούσαμε να πούμε ότι το έργο αυτό του Visconti κλείνει μια τριλογία που είχε αρχίσει με τον Γατόπαρδο και συνεχίστηκε με τον Θάνατο στη Βενετία. Και στις τρεις ταινίες πρωταγωνιστής είναι ένας ηλικιωμένος, αριστοκράτης, διανοούμενος ή καλλιτέχνης, ή ένας συνδυασμός των παραπάνω χαρακτηριστικών, που γνωρίζει έναν όψιμο έρωτα που μπορεί να του ξαναδώσει ζωή, αλλά είναι πολύ αργά πια για να τον ζήσει. Ίσως βέβαια να μην είναι απλώς μια τριλογία, αλλά ένα θέμα που στοιχειώνει όλο το έργο του Ιταλού σκηνοθέτη: ο Deleuze παρομοιάζει το πολύ αργά πια του Visconti, με το βασανιστικά επαναλαμβανόμενο Nevermore του Edgar Allan Poe.
Στη Γοητεία της Αμαρτίας (στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει αυθαιρετήσει μόνο ο Έλλην μεταφραστής, αλλά και ο Άγγλος και ο Γάλλος) ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Burt Lancaster είναι ένας μοναχικός, στριφνός και γερασμένος καθηγητής που ζει μόνος του σε ένα αχανές ρωμαϊκό palazzo. Εκεί θα δεχτεί τη βάρβαρη εισβολή μιας ξεπεσμένης μαρκησίας που του ζητά επίμονα να της νοικιάσει το επάνω διαμέρισμα. Μετά από πίεση θα δεχτεί, για να ανακαλύψει ότι η μαρκησία δεν ήθελε το σπίτι για την αλλόκοτη οικογένειά της, αλλά για τον νεαρό ζιγκολό εραστή της. Σύντομα ο κόσμος του καθηγητή θα διαταραχτεί από τη γνωριμία με τον νεαρό, και στην άτονη ζωή του θα εισβάλει ο θόρυβος, το χρώμα, το πάθος. Όπως στο Θεώρημα του Pasolini ο Terence Stamp, εδώ ο Helmut Berger γίνεται ο θεός ή διάβολος που έλκει σαν μαγνήτης γύρω του όλους τους υπόλοιπους χαρακτήρες.
Τελικά το μόνιμο ερώτημα του Visconti είναι κατά πόσο μπορεί να συμφιλιωθεί η πνευματική ζωή με τον αισθησιασμό, η αριστοκρατική με τη χυδαία φύση. Όμως η απάντηση παραπέμπει σε άλλα ερωτήματα, ολοένα πιο πολύπλοκα, που καταλήγουν στο ερώτημα αν μπορεί τελικά να συμφιλιωθεί το ζωντανό με το πεθαμένο, το εξαντλημένο. Έρχεται αντιμέτωπη η ζωή του καλλιτέχνη ή του ανθρώπου της τέχνης με την τέχνη της ζωής, η κόλαση της μοναξιάς με την κόλαση των άλλων, το ζην στο παρελθόν, υπό το βάρος των έργων τέχνης και της ιστορικής κληρονομιάς που πλημμυρίζει το κλειστό διαμέρισμα του καθηγητή, και στο ζην στο παρόν, στο ανέμελο, βάρβαρο, ισοπεδωτικό περιβάλλον των εισβολέων του. Όπως και στον Γατόπαρδο, μια νέα τάξη αστών έρχεται να ισοπεδώσει τα πάντα, να μετατρέψει τα πάντα σε αγαθά προς πώληση, την τέχνη, το πάθος, τα ιδανικά. Ο άνθρωπος της τέχνης, ο δημιουργός ή ο διανοούμενος, ο Visconti, βρίσκεται τελικά πάντα καταδικασμένος στη μοναξιά.

Μ.Μ.