6/3/09

Race Issues

Watermelon Man (Melvin Van Peebles, 1970) - White Dog (Samuel Fuller, 1982)


Πρόκειται για δύο ταινίες που ελάχιστα μοιάζουν στο ύφος τους ή στην αισθητική τους, αλλά αποτελούν και οι δύο ανεκτίμητα τεκμήρια για το φυλετικό ζήτημα στην ιστορία του αμερικανικού κινηματογράφου.
Η πρώτη, γυρισμένη το 1970, είναι μια ταινία που προαναγγέλλει το blaxploitation κίνημα, πριν από το Shaft, αλλά και πριν την πρώτη μαύρη ανεξάρτητη ταινία του ίδιου του Melvin Van Peebles, το Sweet Sweetback's Baadasssss Song. Γιατί δεν έγινε τόσο γνωστή όσο οι άλλες; Ασφαλώς γιατί πρόκειται για μια παραγωγή της Columbia, και όχι για μια ανεξάρτητη παραγωγή. Πιθανόν γιατί καλλιτεχνικά το Sweetback είναι πολύ σημαντικότερο έργο. Το σημαντικότερο όμως κατά τη γνώμη μου, είναι γιατί δεν είναι μια ταινία οργής όπως είναι οι περισσότερες του κινήματος, αλλά μια κωμωδία. Σε μια χρονική περίοδο που μαίνονταν άγριες φυλετικές ταραχές και οι μαύροι ανά την Αμερική είχαν ξεσηκωθεί διεκδικώντας τα δικαιώματά τους, ήταν δύσκολο ο μαύρος πληθυσμός να ταυτιστεί με μια φαινομενικά ελαφριά κωμωδία. Αντίθετα είχε όλες τις πιθανότητες να ταυτιστεί με ατρόμητους εκδικητές και μαχητές της μαύρης φυλής, που αναπαρίσταναν στην οθόνη το τέρμα της κυριαρχίας της λευκής φυλής. Έχοντας υποστεί για πάνω από μισό αιώνα έναν λευκοκρατούμενο κινηματογράφο όπου οι μαύροι είναι καταδικασμένοι να έχουν δευτερεύοντα, αρνητικό ή μηδενικό ρόλο και όπου μόνο εξαιρέσεις μαύρων έχουν πρόσβαση στην κοινωνία της ισότητας και της ευημερίας (βλ. Sidney Poitier), η απάντηση έπρεπε να είναι συνολική: ένας άλλος κινηματογράφος, από μαύρους δημιουργούς και για μαύρο κοινό.
Στόχος του blaxploitation κινηματογράφου δεν ήταν η αμφισβήτηση κάθε στερεοτύπου, αλλά η ανατροπή τους υπέρ των μαύρων. Και κατά κάποιο τρόπο, αυτή είναι η ιστορία του Watermelon Man: ένας μεσοαστός λευκός ασφαλιστής, ο Jeff Gerber, ελαφρώς ρατσιστής και ελαφρώς προσβλητικός προς τους μαύρους και τους ανθρώπους εν γένει, πέφτει θύμα ενός παραδόξου: μια μέρα σηκώνεται από το κρεβάτι του και είναι μαύρος! Αφού κάνει ό,τι μπορεί για να βγάλει από πάνω του το μαύρο χρώμα, αφού αντιμετωπίζει τον τρόμο της γυναίκας του, αναγκάζεται να βγει για να πάει στη δουλειά του, πέφτοντας σε κάθε βήμα και κίνησή του θύμα ρατσισμού, τον σταματάνε ως κλέφτη, του απαγορεύουν την είσοδο σε μέρη λόγω του χρώματός του, οι γείτονές του του κάνουν απειλητικά τηλεφωνήματα και τελικα του προσφέρουν ένα υπέρογκο ποσό για να φύγει από την καλή, λευκή γειτονιά τους, η γυναίκα του τον εγκαταλείπει μαζί με τα παιδιά του. Εκείνος θα αποφασίσει να δεχτεί την προσφορά των γειτόνων του, αλλάζοντας γειτονιά και ανοίγοντας το δικό του ασφαλιστικό γραφείο, στην υπηρεσία της μαύρης κοινότητας. Πρόκειται για μια κλασική κωμική ανατροπή, που γίνεται αφορμή για διάφορα χιουμοριστικά gags, αλλά ταυτόχρονα δείχνει και το δρόμο για το πώς μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα: ριζικά, δηλαδή ανατρέποντας τα δεδομένα, αλλάζοντας θέσεις. Ο μόνος τρόπος για να συνειδητοποιήσει ο μέσος Αμερικανός τι συμβαίνει γύρω του, είναι να βρεθεί στη θέση αυτών που υποφέρουν. Ο Van Peebles επιτίθεται στο στερεότυπο του καλού Αμερικανού, για να καταδείξει την αναισθησία και τον ατομικισμό που κυριαρχεί στην αμερικανική κοινωνία, στα οποία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και ο ρατσισμός. Ένα καλό μαύρισμα στο σολάριουμ από μια αλλαγή χρώματος δέρματος απέχει πολύ, μπορεί όμως να προσφέρει σε λίγες μέρες την κατανόηση αιώνων αδικίας και διακρίσεων. Και το ανατρεπτικό χιούμορ (μια από τις καλύτερες στιγμές του είναι όταν ο άντρας παίρνει τηλέφωνο τη γυναίκα του και της λέει 'Guess who's coming to dinner') μπορεί να εισχωρήσει πολύ βαθύτερα από μια ταινία οργής και εκδίκησης.


Στην ερώτηση τι συνδέει την κωμωδία του Van Peebles με μια από τις πιο άγνωστες και αδικημένες ταινίες του Samuel Fuller, η απάντηση είναι φαινομενικά λίγα πράγματα. Αφενός είναι το παράδοξο της αφετηρίας τους: εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν "λευκό" σκύλο, έναν ρατσιστή σκύλο ο οποίος έχει εκπαιδευτεί να επιτίθεται σε μαύρους. Αφετέρου, σε ένα δεύτερο επίπεδο, ο Fuller όπως και ο Van Peebles ενδιαφέρεται για το πώς γίνεται κανείς ρατσιστής, για την εκπαίδευση να μισεις, το conditioning και το αν και πώς αυτό μπορεί να ανατραπεί. Η ιστορία του White Dog προέρχεται από ένα βιβλίο του Romain Gary, που καταγράφει μια αληθινή ιστορία. Όπως εξηγεί στην πρωταγωνίστρια ο φιλόδοξος μαύρος εκπαιδευτής, το έθιμο αυτό ξεκίνησε από τον καιρό που οι λευκοί ήθελαν να πιάνουν τους φυγάδες σκλάβους, συνεχίστηκε για τους μαύρους δραπέτες των φυλακών και έφτασε σήμερα να δημιουργήσει μια παράλογη φονική μηχανή. Αλλά και ο ρατσισμός κάπως έτσι δεν ριζώνει στις συνειδήσεις; Ξεκινάει ως μια αντίδραση στο ξένο, αλλά στην συνέχεια ολοένα αναπτύσσεται προκειμένου να διατηρεί μια κατάσταση πραγμάτων, με αποτέλεσμα να γίνει ένας παράλογος, έμφυτος μηχανισμός, ικανός να προκαλέσει το υπέρτατο κακό. Η πεποίθηση του εκπαιδευτή ότι μπορεί να τον νικήσει, να σβήσει από το μυαλό του ζώου τη ριζωμένη εντολή, βασίζεται στη λογική. Αφού δεν γεννήθηκε ρατσιστής, μπορεί να πάψει να είναι. Ό,τι μαθαίνεται ξεμαθαίνεται. Όμως αν και φαίνεται να φτάνει πολύ κοντά στην επιτυχία, το μόνο που κατάφερε είναι να προκαλέσει στο σκύλο σύγχυση και κλονισμό. Η εντολή έχει ριζώσει τόσο μέσα του, ο ρατσισμός έχει γίνει ένστικτο. Η Αμερική έχει δημιουργήσει τέρατα από τα οποία δεν θα μπορέσει εύκολα να απαλλαγεί. Αν και πρόκειται για μια πολύ φτωχή παραγωγή σε σχέση με άλλες ταινίες του, ο Fuller κατορθώνει να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα τρόμου και μυστηρίου αντάξια του ονόματός του.
Ασφαλώς δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Fuller αναφερόταν σε φυλετικά ζητήματα. Είναι αξιομνημόνευτη η σκηνή του Shock Corridor, όπου ένας μαύρος τρόφιμος του ψυχιατρείου είναι οπαδός της Ku Klux Klan και κηρύττει το φυλετικό μίσος. Ωστόσο η χολυγουντιανή βιομηχανία θεώρησε επικίνδυνο το White Dog και ετσι έπρεπε να περιμένει μια δεκαετία για να προβληθεί στις αίθουσες.
M.M.

1 σχόλιο:

Αλεξανδρος είπε...

Επανήλθες στο στοιχείο σου λοιπον (70's-80's). Για την ταινία του μέγα Fuller πάντα τα καλύτερα. Για την πρώτη ταινία διαβάζοντας το κείμενο σου θυμήθηκα ότι φέτος γυρίστηκε ένα είδος remake της στη Γαλλία με τον τίτλο "Agathe Cléry" και πρωταγωνίστρια αυτή τη φορά την κωμικό Valérie Lemercier.