3/2/10

Αποδομώντας την ελληνική οικογένεια

Όσο σκέφτομαι τις δύο φετινές αποκαλύψεις του ελληνικού σινεμά, τον Κυνόδοντα και τη Στρέλλα, διαπιστώνω (όπως φαντάζομαι όποιος τις είδε) ότι κεντρικό θέμα είναι η ελληνική οικογένεια. Προβάλλοντας δύο ακραίες και υποθετικές περιπτώσεις οικογενειών, ο Λάνθιμος και ο Κούτρας αμφισβητούν το κυρίαρχο πατριαρχικό μοντέλο οικογένειας. Στον Κυνόδοντα, πρόκειται για μια οικογένεια που κρατάει έγκλειστα τα παιδιά της, χωρίς καμία επαφή με τον έξω κόσμο, μέχρις ότου ο έξω κόσμος καταφέρει να διεισδύσει μοιραία στο σπίτι. Η τρανσέξουαλ Στρέλλα είναι μια σύγχρονη μορφή τραγικού ήρωα, που εκδικείται τον πατέρα της αλλάζοντας φύλο. Ασφαλώς δεν μπορούμε να εκλάβουμε τις δύο αυτές περιπτώσεις ως πραγματικά μοντέλα οικογένειας, αφού το παράδειγμα του Λάνθιμου εκφέρεται εμφανώς σαν ένα πείραμα και σαν μία υπόθεση εργασίας, ενώ το παράδειγμα του Κούτρα δεν προβάλλεται ως πρότυπο, αλλά σαν μια σύγχρονη τραγωδία με αίσιο τέλος, που ασκεί παράλληλα κριτική σε μια υποκριτική κοινωνία στα πρόθυρα νευρικής κρίσεως.
Το σίγουρο είναι ότι και οι δύο δημιουργοί επιδεικνύουν ιδιαίτερη τόλμη στα θέματά τους. Στον μεν Κυνόδοντα μπαίνουμε στον πειρασμό να βρούμε αλληγορίες και συμβολισμούς που παραπέμπουν σε πραγματικά χαρακτηριστικά της υστερικής και υπερπροστατευτικής ελληνικής οικογένειας, που κρατάει τα παιδιά της έγκλειστα σε ένα αποστειρωμένο και ασφαλές περιβάλλον, τα προστατεύει από τους κινδύνους και την ανάμιξη με τον εξωτερικό κόσμο, πετυχαίνοντας φυσικά τα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Αναπόφευκτα μου έρχεται στο μυαλό η αυξανόμενη επιθυμία των Ελλήνων γονέων να στείλουν τα τέκνα τους στα ιδιωτικά σχολεία, με τους αδιαπέραστους τοίχους και τα συρματοπλέγματα, μην τυχόν αναμειχθούν με μετανάστες, μην τυχόν προσβληθούν από τη βία και τα ναρκωτικά, αλλά στην πραγματικότητα βρίσκονται αντιμέτωπα με την ακραία έκφανση όλων αυτών. Στη Στρέλλα πάλι, ο Κούτρας αφήνει πίσω την παρωδία και τα δράματα της show business, για να μας προβάλλει τον ανεστραμμένο κόσμο των τρανς όπως μόνο αυτός θα μπορούσε να το κάνει. Η γνώση αυτού του αφανούς κόσμου, της Αθήνας από τα κάτω, δίνει στην ιστορία του μοναδική αυθεντικότητα, όσο ακραία και αν είναι τα δεδομένα της. Δεν θέλει όμως να κλείσει με την υπέροχη εικόνα της πρωταγωνίστριας υπό τους ήχους της Κάλλας. Θέλει να δείξει την ανεστραμμένη εικόνα του viewmaster, με μια εναλλακτική εικόνα ευτυχίας που απειλεί τα θεμέλια του κυρίαρχου μοντέλου οικογένειας. Δεν φτάνει στο σημείο να προτείνει ένα άλλο, συγκεκριμένο μοντέλο, αλλά μας θυμίζει πόση στοργή και πόσος πόνος υπάρχει σε αυτόν τον κόσμο που εμείς βάζουμε στο περιθώριο.
Μπορούμε ξεκάθαρα να μιλήσουμε για μια τάση του φετινού ελληνικού σινεμά: να αναδείξει τις ρωγμές του κυρίαρχου μοντέλου οικογένειας. Ακόμα και στη Νήσο, τηλεοπτικών προδιαγραφών κωμωδία (που μυστηριωδώς έχει περάσει τα εισιτήρια του Avatar και ως ταινία δεν θα έπρεπε καν να την αναφέρω μαζί με τις άλλες δύο), η ιστορία του ομοφυλόφιλου γιου με τον παραδοσιακό μπάτσο πατέρα ανήκει στην ίδια τάση, χωρίς φυσικά να έχει τίποτα από την οξυδέρκεια, την ευαισθησία και πάνω απ’ όλα το κινηματογραφικό ταλέντο του Κούτρα και του Λάνθιμου. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Λάνθιμος ανήκει στους σκηνοθέτες που αποφάσισε να επιχορηγήσει το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, μέσω του προγράμματος Ορίζοντες, για την επόμενη ταινία του Άλπεις. Πρωταγωνίστρια θα είναι μια νυχτερινή νοσηλεύτρια σε κάποιο νοσοκομείο η οποία, έναντι χρηματικής αμοιβής, προσφέρεται σε ανθρώπους που έχουν χάσει κοντινά τους πρόσωπα και αντικαθιστά τους νεκρούς στις καθημερινές τους σχέσεις με τους αγαπημένους τους. Η μυστική ομάδα στην οποία ανήκει ονομάζεται «Άλπεις». Όπως έλεγε ο Τζούμας το πρωί στο ραδιόφωνο «Δεν θυμίζει θέμα ιαπωνικής ταινίας;» Πράγματι. Μαζί του επιχορηγείται η ταινία «Τ' άστρα στο νησί» των Μαρία Λάφη και Ταάβι Βάρτια.
Μ.Μ. (από athensvoice.gr)


19/1/10

Avatar (James Cameron, 2009)


Αποτελεί το Avatar το μέλλον του κινηματογράφου ; Τον τελευταίο καιρό κατά τον οποίο η εντυπωσιακή υπερπαραγωγή του τελειοθήρα -ήδη από την εποχή του The Abyss (1989)- James Cameron σαρώνει τα box-office, ουκ ολίγες φορές έχουμε ακούσει ή διαβάσει το παραπάνω ερώτημα.


Καταρχάς να σημειωθεί το αυτονόητο : από τεχνολογικής άποψης ο Καναδός σκηνοθέτης κατορθώνει να δώσει σε μια κινηματογραφική τεχνική ηλικίας περίπου 60 χρόνων μια εντελώς νέα διάσταση. Αναντίρρητα επομένως το Avatar αποτελεί μια καινούργια σελίδα στην ιστορία του ψηφιακού κινηματογράφου. Κατά μιά κάποια αναλογία, όπως οι πρώτες ταινίες ήχου ή οι έγχρωμες εντυπωσίαζαν το κοινό με τις νέες τους τεχνικές -πολύ συχνά ανεξάρτητα απ’αυτή καθεαυτή την ταινία-, έτσι και το Avatar δίνει την αίσθηση στον θεατή ότι παρακολουθεί κάτι το μοναδικά καινοτόμο το οποίο ουδεμία σχέση έχει με τη χρήση του 3D μέχρι σήμερα. Και έτσι είναι. Αν οι περισσότερες ταινίες του είδους προσπαθούν να « εξαγάγουν » τις εικόνες από την οθόνη στην αίθουσα, το Avatar αντίθετα βάζει το θεατή μέσα σε αυτές. Το πιο πιθανό είναι ότι σε μερικά χρόνια, ο πολύχρωμος και εκθαμβωτικός τρισδιάστατος κόσμος του Cameron θα θεωρείται ξεπερασμένος μπροστά στις νέες και εξελιγμένες χρήσεις της τεχνολογίας και του 3D format. Αλλά αν η εν λόγω τεχνική είναι, όπως φαίνεται, το μέλλον του εμπορικού –τουλάχιστον-κινηματογράφου, το Avatar θα αποτελεί σίγουρα μια ταινία-αναφορά αυτής της νέας εποχής. Καλής ή κακής είναι θέμα γούστου.


Με έντονες αναφορές στο αμερικάνικο ιμπεριαλιστικό παρελθόν και μέλλον, περνώντας από την εποχή των Ινδιάνων και το Βιετνάμ, o Cameron εκμοντερνίζει την ιστορία της Pocahontas και μας μεταφέρει σε έναν ολόδικό του και εντυπωσιακό οπτικά νέο κόσμο, τον επικίνδυνο αλλά πλούσιο σε φυσικά κοιτάσματα πλανήτη Pandora. Εκεί, οι πολύ « κακοί » μισθοφόροι μιας ιδιωτικής εταιρείας, προσπαθούν να εκδιώξουν τους ιθαγενείς με μόνο σκοπό το κέρδος. Και κάπως έτσι προχωρά η ταινία, μανιχαϊστικά και με αρκετά κλισέ. Οι « κακοί » (Αμερικανοί μεν, ιδιώτες δε) είναι πολύ κακοί, οι « καλοί » πολύ καλοί, ο ήρωας σαν τον Dances with the wolves (1990) αποκτά σταδιακά συνείδηση –μέσω πάντα του έρωτα- και αλλάζει στρατόπεδα, και ο αμερικάνικος κινηματογράφος μας δίνει μια ακόμα επιφανειακή απολογία, χωρίς οποιαδήποτε άλλο κόστος, παρά αυτό της πανάκριβης παραγωγής. Άλλωστε το έντονο οικολογικό μήνυμα, το οποίο μάλιστα είναι και της μόδας στο αμερικάνικο εμπορικό σινεμά (The Day After Tomorrow, 2012), προέρχεται από την κινηματογραφική βιομηχανία μιας ρυπογόνας χώρας που δεν υπέγραψε τη συνθήκη του Kyoto και « δεσμεύτηκε » για τα ελάχιστα στην πρόσφατη διάσκεψη της Κοπενχάγης. Αν η χολυγουντιανή βιομηχανία προχωρά σε blockbuster καταγγελίες (οξύμωρο;), η Αμερική ίσως να μην διαβάζει το μήνυμα τελικά...


Όλα αυτά βέβαια δεν μειώνουν την οπτική απόλαυση, ούτε και την κινηματογραφική σημασία του Avatar. Ο Cameron σπρώχνει στα άκρα για μια ακόμη φορά τις ψευδαισθητικές δυνατότητες του σινεμά και σαν ένας Georges Méliès του 21ου αιώνα μας δίνει μια οπτικά τέλεια μυθοπλασία, η οποία ελπίζουμε ωστόσο να μην σηματοδοτεί τον θάνατο του φιλμ προς χάριν της ψηφιακής τεχνολογίας.


A.T.


15/1/10

No one knows about Persian cats (Bahman Ghobadi, 2009)


Το Σαββατοκύριακο 9-10 Ιανουαρίου, το Μέγαρο Καλών Τεχνών Bozar και η Cinematek στις Βρυξέλλες (η ανορθογραφία των οποίων οφείλεται σε έναν συμβιβασμό μεταξύ Φλαμανδών και Βαλλόνων για τα πολιτιστικά δρώμενα της πρωτεύουσας) διοργάνωσαν ένα πολιτιστικό weekend για το Ιράν, κυρίως με προβολές ταινιών της τρίτης γενιάς κινηματογραφιστών του Ιράν.

Το Σάββατο προβλήθηκαν οι «Περσικές Γάτες» (Kasi az gorbehaye irani khabar nadareh - No one knows about Persian cats) παρουσία του σκηνοθέτη Bahman Ghobadi, γνωστού από τις ταινίες «Μεθυσμένα άλογα» και «Οι χελώνες πετούν». Η νέα του ταινία, που βραβεύτηκε στο τμήμα «Ένα Κάποιο Βλέμμα» του τελευταίου Φεστιβάλ των Καννών, παρουσιάζει με έναν πολύ φρέσκο και ξεχωριστό για τα ιρανικά κινηματογραφικά στερεότυπα τρόπο την κυριολεκτικά underground μουσική σκηνή στην Τεχεράνη. Συγκροτήματα rock, pop, jazz, soul, ή ακόμη και παραδοσιακής ιρανικής μουσικής, τα οποία ψάχνουν απεγνωσμένα κάποιο υπόγειο να κάνουν πρόβες, υπό τον μόνιμο φόβο να συλληφθούν από τις αρχές. Και όλα αυτά μην ξεχνάμε, σε μια χώρα 70 εκατομμυρίων, τα 2/3 των οποίων είναι κάτω από 30 ετών.

Η ταινία ξεκινά με μια story in a story σεκάνς, που ουσιαστικά συνοψίζει την πραγματική ιστορία πίσω από την ταινία και θυμίζει λίγο και τα στοιχεία ψευδοντοκιμαντέρ άλλων ιρανικών ταινιών, όπως το Close-up του Kiarostami. Πολλές σκηνές της ταινίας είναι σχεδόν βιντεοκλίπ, καθώς ο Ghobadi ουσιαστικά ντύνει με σκηνές από τη σύγχρονη Τεχεράνη (όπως αυτές με τους αστέγους και τα χαμίνια της πόλης) τα τραγούδια των συγκροτημάτων. Έτσι, με την ταινία τους προσφέρει ουσιαστικά και το πρώτο βίντεοκλιπ για τη μουσική τους, μουσική η οποία ουσιαστικά δεν κυκλοφορεί παρά μόνο παράνομα, από χέρι σε χέρι. Μια πολύ ενδιαφέρουσα και αξιόλογη ταινία, τόσο στις προθέσεις της όσο και ως αποτέλεσμα.

Όπως εξήγησε μετά την προβολή της ταινίας ο Ghobadi, μουσικός ο ίδιος εκτός από σκηνοθέτης, μετά τα εξαντλητικά προβλήματα που αντιμετώπισε με τις αρχές στην προσπάθειά του να γυρίσει τις τελευταίες του ταινίες, είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει το σινεμά και να στραφεί στη μουσική. Μπήκε έτσι σιγά σιγά σ’έναν κόσμο που αγνοούσε, έναν κόσμο που περιλαμβάνει 3000 σχεδόν συγκροτήματα σε όλο το Ιράν, τα οποία είναι άγνωστα, σπάνια έχουν άδεια από τις αρχές να δώσουν συναυλίες ή να κυκλοφορήσουν δίσκο και κάνουν πρόβες σε ημιπαράνομα υπόγεια στούντιο και ταράτσες…Αποφάσισε τότε λοιπόν να γυρίσει μια ταινία για τον μικρόκοσμο αυτό, με πρωταγωνιστές τους ίδιους τους μουσικούς, οι οποίοι ως επί το πλείστον στην ταινία υποδύονται τους εαυτούς τους. Οι ανησυχίες μήπως μπουν σε νέες περιπέτειες με την ταινία αυτή εξηγεί τους λιτούς διαλόγους, χωρίς πολιτικές και θρησκευτικές αναφορές. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ghobadi γνώρισε το πρωταγωνιστικό δίδυμο των μουσικών Asghan και Negar λίγο αφότου είχαν αποφυλακιστεί και η ταινία ολοκληρώθηκε 5 μόλις ώρες πριν αυτοί εγκαταλείψουν το Ιράν για το Λονδίνο, προκειμένου εκεί να μπορούν να ασχοληθούν ελεύθερα με τη μουσική τους. Συμπαραγωγός της ταινίας είναι και η Roxana Saberi, αρραβωνιαστικιά του σκηνοθέτη και γνωστή από τα μπλεξίματά της με το ιρανικό καθεστώς.

Στο πλαίσιο του μικρού αυτού αφιερώματος, προβλήθηκαν επίσης τα ντοκιμαντέρ «Safar» και «Teheran without permission» (το οποίο γυρίστηκε με κινητά τηλέφωνα, προκειμένου να αποφύγουν οι δημιουργοί του τη λογοκρισία…), καθώς και η ταινία «About Elly» του Asghar Farhadi, που βραβεύτηκε με την ασημένια άρκτο στο φεστιβάλ του Βερολίνου το 2009. Στην εν λόγω ταινία πρωταγωνιστεί η υπέροχη Golshifteh Farahani, εγκατεστημένη πλέον στο Παρίσι, η οποία ειρήσθω εν παρόδω έχει ζήσει από κοντά την underground μουσική σκηνή της Τεχεράνης ως μουσικός η ίδια και μέλος του συγκροτήματος "Kooch Neshin" (Νομάδες).

Ως προέκταση αυτού του ιρανικού ΣΚ, η Cinematek διοργανώνει την εβδομάδα 11-18 Ιανουαρίου αφιέρωμα στις ταινίες της οικογένειας Makhmalbaf, η οποία μετρά αισίως 4 σκηνοθέτες, τον πατέρα Moshen, τη μητέρα Marzieh και τις δύο κόρες Samira και Hana...

Δείτε και αυτό το πολύ ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ πάνω στο ίδιο θέμα:



Σχετικά δημοσιεύματα για τη μουσική σκηνή του Ιράν:
http://www.guardian.co.uk/music/2009/jan/16/popandrock-freedom-of-speech
http://www.guardian.co.uk/music/2007/apr/22/features.musicmonthly6\
http://www.guardian.co.uk/world/2005/aug/23/iran.arts
http://news.bbc.co.uk/2/hi/middle_east/3471841.stm
Και αν αναρωτιέστε πόσα ambient black metal γκρουπάκια υπάρχουν στο Ιράν, υπάρχει μία κάποια απάντηση στην Βίκυ. Επίσης, σκηνή από την ταινία Γάτες και συνέντευξη του σκηνοθέτη στις Κάννες και μία ακόμη σκηνή-video clip ιρανικού hip hop.

από τις Βρυξέλλες, ο ανταποκριτής μας Γ.Κ.

13/12/09

One Minute to Save the World

Παρουσιάζουμε την ταινία World War III, δημιουργία δύο φοιτητών του ΑΠΘ, Στέλιου Αλεξανδράκη και Μενέλαου Παμπουκίδη, η οποία συμμετείχε και βραβεύτηκε στο διαγωνισμό One Minute to Save the World (αν και δεν πήρε το πρώτο βραβείο, όπως γράφτηκε στον ελληνικό τύπο). Πάντως παρουσιάστηκε στην Κοπεγχάγη, στα πλαίσια της συνόδου κορυφής του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή. Θέμα της ένα βαλιτσάκι με ένα μπουκάλι νερό, για το οποίο σκοτώνονται εκτελεστές διαφόρων εθνικοτήτων.



Όσο για το πρώτο βραβείο, μπορείτε να το βρείτε εδώ. Θέμα και πάλι η έλλειψη νερού.

M.M.

4/12/09

L'Homme qui dort (Georges Perec & Bernard Queysanne, 1974)


Όταν τίθεται το θέμα "Λογοτέχνες πίσω από την κάμερα" συνήθως αυτή που έρχεται στο μυαλό είναι η Marguerite Duras, πρωτοπόρος άλλωστε ενός ολόκληρου κινηματογραφικού ρεύματος. Σπάνια αναφέρεται το μοναδικό κινηματογραφικό έργο του Georges Perec, L' homme qui dort, το οποίο διασκεύασε από το ομώνυμό του βιβλίο και σκηνοθέτησε μαζί με τον Bernard Queysanne. Αυτό η μοναδική και εξαιρετική κινηματογραφική απόπειρα του συγγραφέα έμεινε λίγο πολύ στην αφάνεια, παρότι το 1974 είχε κερδίσει το βραβείο Vigo. Ανακαλύφθηκε και πάλι πρόσφατα με την αποκατάσταση και την επανέκδοσή του σε dvd στη Γαλλία. Το ποιητικό και σκοτεινό υπαρξιακό χρονογράφημα του Perec αποδίδεται πολύ επιτυχημένα στην οθόνη, με έναν βουβό πρωταγωνιστή (Jacques Speisser) και μια πανταχού παρούσα αφηγήτρια (Ludmila Mikael). Η κάμερα ακολουθεί το βήμα και το βλέμμα του πρωταγωνιστή, στην άσκοπη περιπλάνησή του στο Παρίσι, στον εγκλεισμό του στο μικρό του δωμάτιο, στην παραίτησή του από τη ζωή. Η φωνή της αφήγησης άλλοτε καθοδηγεί και άλλοτε καταγράφει τις αυτοματικές κινήσεις του. Από την υπνωτική κίνηση της κάμερας οδηγούμαστε αργά και βασανιστικά στην εφιαλτική συνάντηση με τον τρόμο του κενού.

Ένα απόσπασμα από την ταινία (που υπάρχει ολόκληρη στο youtube):



και ένα απόσπασμα από το βιβλίο (σε ευγενική προσφορά και μετάφραση του υπογράφοντος):

Νύχτωσε. Πού και που, περνάει ένα αυτοκίνητο μαρσάροντας. Σταγόνες σιγοτρέχουν από τη βρύση του διαδρόμου. Ο γείτονας σου είναι ήσυχος, ίσως λείπει, ίσως να πέθανε κιόλας. Είσαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι, ντυμένος, με τα χέρια σταυρωμένα πίσω από τον αυχένα, τα γόνατα ψηλά. Κλείνεις τα μάτια, τα ξανανοίγεις. Σχήματα ιών, μικροβίων εμφανίζονται μέσα στα μάτια σου ή πάνω στον κερατοειδή σου, πέφτουν αργά από πάνω προς τα κάτω, εξαφανίζονται, επιστρέφουν ξαφνικά στο κέντρο, ελάχιστα αλλαγμένα, δίσκοι ή φυσαλίδες, κλαδάκια, στριμμένες ίνες που μαζί σχηματίζουν κάτι σαν ζώο, σχεδόν μυθικό. Μια χάνεις τα ίχνη τους, μια τα ξαναβρίσκεις. Τρίβεις τα μάτια σου και οι ίνες εκρήγνυνται, πολλαπλασιάζονται.
Ο χρόνος περνάει, μισοκοιμάσαι. Ακουμπάς το βιβλίο δίπλα σου, ανοιχτό πάνω στο κρεβάτι. Όλα είναι θολά, όλα βουίζουν. Η ανάσα σου παραδόξως κανονική. Ένα μικρό μαύρο έντομο, που μοιάζει εξωπραγματικό, ανοίγει ένα απρόσμενο χάσμα στο λαβύρινθο χαραγματιών πάνω στο ταβάνι.
Περιφέρεσαι στους δρόμους, νύχτα μέρα. Γυρνάς στα σινεμά της γειτονιάς, απ’ όπου αναδύεται επίμονα η μυρωδιά της χλωρίνης, τρως σάντουιτς στους πάγκους των καφενείων, πατάτες τηγανητές στο χέρι, διασχίζεις τα λούνα παρκ, παίζεις φλιπεράκι, πηγαίνεις στα μουσεία, στις αγορές, στους σταθμούς, στις δημόσιες βιβλιοθήκες, κοιτάς τις βιτρίνες των παλαιοπωλείων της οδού Ζακόμπ, τα υαλοπωλεία της οδού ντε Παραντί, τα επιπλάδικα της οδού Φωμπούρ Σαιντ Αντουάν.
Όσο περνούν οι ώρες, οι μέρες, οι βδομάδες, οι εποχές, αποσύρεσαι, απομακρύνεσαι από τα πάντα. Ανακαλύπτεις καμιά φορά, εκστασιασμένος σχεδόν, ότι είσαι ελεύθερος, ότι δεν σε βαραίνει τίποτα, τίποτα δεν σε ευχαριστεί ούτε σε δυσαρεστεί. Βρίσκεις, σε αυτή τη ζωή χωρίς φθορά, όπου τίποτα δεν σε συνεπαίρνει πέρα από αυτές τις μετέωρες στιγμές που σου δίνουν τα χαρτιά ή κάποιοι θόρυβοι, κάποια θεάματα που προσφέρεις στον εαυτό σου, μια ευτυχία σχεδόν τέλεια, μαγευτική, ενίοτε γεμάτη νέες συγκινήσεις. Ζεις σε πλήρη ανάπαυση, προφυλαγμένος κάθε στιγμή, προστατευμένος. Ζεις σε μια ευτυχή παρένθεση, σε ένα κενό γεμάτο υποσχέσεις, από το οποίο όμως εσύ δεν περιμένεις τίποτα. Είσαι αόρατος, διαυγής, διάφανος. Δεν υπάρχεις πια: οι ώρες, οι μέρες διαδέχονται η μία την άλλη, οι εποχές αλλάζουν, ο χρόνος τρέχει, εσύ επιβιώνεις, δίχως χαρά ούτε θλίψη, δίχως μέλλον ούτε παρελθόν, έτσι απλά, φυσικά, σαν μια σταγόνα που σιγοτρέχει από τη βρύση του διαδρόμου, σαν έξι βρεγμένες κάλτσες σε μια ροζ πλαστική λεκάνη, σαν μύγα ή σαν στρείδι, σαν αγελάδα, σαν σαλιγκάρι, σαν παιδί ή σαν γέρος, σαν αρουραίος.
Μ.Μ.

26/11/09

Κινηματογραφικό βραβείο LUX του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου


Η καθιερωμένη ενημέρωση του ανταποκριτή από τις Βρυξέλλες, Γιώργου Κ.:

Για τρίτη χρονιά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απονέμει το κινηματογραφικό βραβείο LUX για τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο. Σκοπός του βραβείου είναι η υποστήριξη του ευρωπαϊκού σινεμά και η διευκόλυνση της κυκλοφορίας των ευρωπαϊκών ταινιών στην Ευρώπη, κυρίως μέσω της κάλυψης του κόστους video-to-film transfer και υποτιτλισμού της νικήτριας ταινίας στις 23 επίσημες γλώσσες της ΕΕ. Οι τρεις ταινίες που διαγωνίζονται φέτος είναι οι εξής:
• «Eastern Plays» (Βουλγαρία, Σουηδία),
•
«Sturm» (Γερμανία, Δανία, Ολλανδία), και
•
«Welcome» (Γαλλία).
Σε πρώτη φάση επιλέχθηκαν δέκα ταινίες από κριτική επιτροπή 17 ατόμων, μέλος της οποίας ήταν από ελληνικής πλευράς ο Μισέλ Δημόπουλος. Οι δέκα αυτές ταινίες ήταν οι εξής:
• 35 RHUMS (Σκηνοθεσία: Claire Denis. Χώρα: Γαλλία, Γερμανία)
• ANDER (Σκηνοθεσία: Roberto Castón. Χώρα: Ισπανία )

• EASTERN PLAYS (Σκηνοθεσία: Kamen Kalev. Χώρα: Βουλγαρία, Σουηδία)

• FÜR EIN AUGENBLICK FREIHEIT (Σκηνοθεσία: Arash T. Riahi. Χώρα: Αυστρία, Γαλλία)

• KATALIN VARGA (Σκηνοθεσία: Peter Strickland. Χώρα: Ρουμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ουγγαρία)

• LOST PERSONS AREA (Σκηνοθεσία: Caroline Strubbe. Χώρα: Βέλγιο, Ουγγαρία, Ολλανδία, Γερμανία, Γαλλία )

• NORTH (Σκηνοθεσία: Rune Denstad Langlo. Χώρα: Νορβηγία

• PANDORA'S BOX (Σκηνοθεσία: Yesim Ustaoglu. Χώρα: Τουρκία, Γαλλία, Γερμανία, Βέλγιο)

• STURM (Σκηνοθεσία: Hans-Christian Schmid. Χώρα: Γερμανία, Δανία, Ολλανδία)

• WELCOME (Σκηνοθεσία: Philippe Lioret. Χώρα: Γαλλία)

Κατά τη διάρκεια του τελευταίου Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας αποκαλύφθηκαν στις 11 Σεπτεμβρίου οι τρεις φιναλίστ ταινίες, οι οποίες και διαγωνίζονται για το βραβείο, ύψους 87.000 ευρώ. Κριτική επιτροπή είναι οι ίδιοι οι 736 ευρωβουλευτές, και μάλιστα έχουν τόσα δικαιώματα ψήφου όσες και οι ταινίες που είδαν. Έτσι, για τρεις σχεδόν εβδομάδες στήθηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κινηματογραφική αίθουσα χωρητικότητας 90 ατόμων και προσβάσιμης από ΑμεΑ. Μάλιστα, φέτος εκτός από τις εναλλασσόμενες καθημερινές προβολές και των τριών ταινιών, διοργανώθηκαν και ένα σωρό ακόμη εκδηλώσεις που το έκαναν να μοιάζει λίγο περισσότερο με "κανονικό" φεστιβάλ κινηματογράφου. Έτσι, το καφέ του 3ου ορόφου του κτιρίου Altiero Spinelli ντύθηκε στα χρώματα του φεστιβάλ ως LUX καφέ, ενώ στις 9 και 10 Νοεμβρίου διοργανώθηκαν συζητήσεις και συνεντεύξεις τύπου με τους συντελεστές των τριών ταινιών. Μάλιστα, στις 10 Νοεμβρίου έλαβε χώρα η παγκόσμια παρουσίαση ειδικής έκδοσης DVD της προπέρσινης νικήτριας ταινίας "Άκρη του Παραδείσου", παρουσία του σκηνοθέτη Fatih Akin και της πρωταγωνίστριας Hanna Schygulla. Πρόκειται για το πρώτο DVD με υποτίτλους σε 30 γλώσσες: στις 23 επίσημες της Ένωσης, ο υποτιτλισμός στις οποίες χρηματοδοτήθηκε από το βραβείο LUX, αλλά και σε επτά ακόμη γλώσσες, το κόστος των οποίων καλύφθηκε από το Ινστιτούτο Γκαίτε. Ας σημειωθεί επίσης ότι η αίθουσα ήταν κατάμεστη στις περισσότερες προβολές, και μάλιστα συχνά υπήρχαν θεατές στα σκαλοπάτια αλλά και όρθιοι, κάτι που έκανε τις προβολές να θυμίζουν ακόμη περισσότερο κανονικό φεστιβάλ...
Ο νικητής του βραβείου LUX για το 2009 θα ανακοινωθεί στις 25 Νοεμβρίου στο Στρασβούργο κατά τη διάρκεια της Ολομέλειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Το βραβείο θα απονείμει ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Jerzy Buzek. Λίγα λόγια για τις τρεις ταινίες οι οποίες συναγωνίζονται φέτος:

Welcome (Philippe Lioret)


Καθότι ο Μιχάλης έχει ήδη καλύψει την ταινία δεν θα αναφερθώ ιδιαιτέρως. Μια βαθειά πολιτική αλλά και ανθρώπινη ταινία που δεν ξεπέφτει σε εύκολους μελοδραματισμούς ή σε απλουστεύσεις του στυλ "καλοί-κακοί", ενώ συνδέει την πρωτεύουσα ιστορία του ιρακινού μετανάστη με τη δευτερεύουσα του αποχωρισμού του ζευγαριού Simon-Marion χωρίς αυτό να καταλήγει εις βάρος καμιάς από τις δύο. Διπλό love story με πολιτικές προεκτάσεις δηλαδή. Πολύ καλές ερμηνείες ιδίως από τους δύο βασικούς άνδρες πρωταγωνιστές, ενώ ο σκηνοθέτης κρατά επιδέξια τις ισορροπίες προς το τέλος και την τραγική κατάληξη της ταινίας, η οποία αλλιώς προσφερόταν για μελό αντιμετώπιση του στυλ μουσική-πιανάκι-και-έγχορδα-στο-background-και-όλοι-μαζί-κλαίμε-"Ρε Θανάση, γιατί με πήγες στην ταινία αυτή, με ψυχοπλάκωσε". Στη σκηνή του δαχτυλιδιού έχουμε δε και original τραγική ειρωνεία, σωστά θεατρολόγε;
Philippe Lioret
«When a love story bumps into geography, human law and the absurd world order. The Amsterdam Treaty aimed at establishing an “area of freedom, security and justice” for Europeans. The selection of Welcome by the LUX Prize is an encouraging sign. We see this as a sign of support for the values which the film defends – commitment, solidarity and open-mindedness –against all attempts to go backwards.»

Eastern Plays (Kamen Kalev)

Νεοναζί, δυσλειτουργικές οικογένειες, ναρκωτικά, βία, καταδίκη, ελπίδα. Μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία από την Βουλγαρία, που καταπιάνεται με κάποια πολύ επίκαιρα θέματα, όπως η άνοδος των ομάδων νεοναζί στην Ευρώπη, η αποξένωση του εφήβου από την οικογένειά του, η ανάγκη ένταξης σε μια ομάδα, η απεξάρτηση από τα ναρκωτικά και το αλκοόλ, όσο και άλλα πιο διαχρονικά, όπως οι σχέσεις δύο αδερφών και η αναζήτηση νοήματος και στόχου στη ζωή, όλα αυτά με φόντο τις σοσιαλιστικές εργατικές κατοικίες της Σόφιας. Πρόκειται για την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη Kamen Kalev, η οποία σίγουρα μας προδιαθέτει για κάτι ακόμη καλύτερο στο μέλλον.
Η ταινία αφηγείται την ιστορία δύο αδελφών στη σύγχρονη Σόφια. Ο ένας ο νεότερος, ο 17χρονος Georgi, αποκομμένος από τον πατέρα του και τη θετή μητέρα του, μπλέκει με μια ομάδα ακροδεξιών χούλιγκαν. Ο άλλος ο πιο μεγάλος, o Itso (Hristo), απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών και πρώην χρήστης ναρκωτικών σε απεξάρτηση, προσπαθεί να ορθοποδήσει δουλεύοντας σε μια βιοτεχνία επίπλων, όμως το ρίχνει στο ποτό ενώ δεν βρίσκει κανένα νόημα και στη σχέση του με μια νέα ηθοποιό. Η σχέση όμως των δύο αυτών αδερφών γίνεται αντιληπτή αρκετά αργά, σχεδόν στο μέσο της ταινίας, καθώς ο σκηνοθέτης παρουσιάζει στην αρχή τελείως παράλληλα και ασύνδετα την ιστορία των δύο προσώπων χωρίς να υποδηλώνει τη συγγένειά τους. Κομβικό σημείο τόσο για τον θεατή όσο και για τους πρωταγωνιστές ένα βίαιο περιστατικό, στο οποίο εμπλέκεται και μια τουρκική οικογένεια. Καταλύτης για τη σχέση των δύο αδερφών η όμορφη Τουρκάλα Isil, μια πηγή θετικής ενέργειας. Μια σκηνή που χτίζεται σιγά-σιγά και αποδεικνύει τις αρετές του Kalev τόσο στη σκηνοθεσία όσο και στο σενάριο.
Η ταινία διαπνέεται από έναν ρεαλισμό που κάποιες στιγμές (ειδικά οι γωνίες λήψης της κάμερας) θυμίζουν τους αδελφούς Νταρντέν (για να θυμηθούμε και τους περσινούς νικητές του Βραβείου), αλλά ο ρεαλισμός αυτός ποτέ δεν γίνεται μίζερος. Μάλιστα συνδυάζεται με πιο ρομαντικά στοιχεία (όπως η σχέση του Χρίστο με την όμορφη τουρκάλα Isil), αλλά και πιο ονειρικά-σουρεαλιστικά, όπως η σκηνή του Χρίστο με τον παππού, ο οποίος, όταν ξυπνά ο Χρίστο, έχει αντικατασταθεί από ένα μωρό. Βασικό θέμα της ταινίας, όπως εκφράζεται στην εκ βαθέων εξομολόγηση του Χρίστο στον ψυχολόγο οιονεί παπά, η αναζήτηση νοήματος, κατεύθυνσης και στόχου στη ζωή. Μεγάλο τμήμα του καστ είναι ερασιτέχνες, συμπεριλαμβανομένου του πρωταγωνιστή Hristo Hristov, ο οποίος ουσιαστικά υποδύεται τον εαυτό του και δυστυχώς πέθανε από υπερβολική δόση προς το τέλος των γυρισμάτων της ταινίας. Είναι το διαμέρισμά του το οποίο απεικονίζεται στην ταινία, όπως και τα δικά του χαρακτικά και άλλα έργα τέχνης. Μάλιστα, ο σκηνοθέτης παραδέχεται ότι ο Hristo αποτέλεσε βασική πηγή έμπνευσης για την ταινία. Μεγάλωσαν μαζί στην ίδια πόλη και όταν μετά από χρόνια ξαναβρέθηκαν, άρχισε να του εξομολογείται την απελπισία του και την αδυναμία του να αντιμετωπίσει αυτή την καταστροφική δύναμη που είχε μέσα του, όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά αναφέρει.
Πρόκειται για μια ταινία που δείχνει την απελπισία χωρίς να είναι καταθλιπτική. Μάλιστα, στο τέλος μπορεί να πει κανείς ότι έχει μέχρι και happy end, αν και αυτό μάλλον διακόπτεται πρόωρα από το μήνυμα στα credits αφιέρωσης στον πρωταγωνιστή.
Kamen KALEV
«Neonazi movements are not more present in Bulgaria than in other European countries. Intolerance is not exclusive to a single country, nor does it belong only to right-wing political forces. All politicians have the same responsibility -to help people outgrow their prejudices and learn to live together.»
We are not taught tolerance. Quite to the contrary, people expend enormous amounts of energy to differentiate themselves from others and build boundaries. The main mechanisms of existence are focused on the material aspect of things. We are not taught to look inside ourselves.
What interested me was to show today’s reality – the world is getting smaller and people meet and really reveal themselves - regardless of history and origins. I am not fascinated by one particular country. What does fascinate me is when borders disappear and when different cultures meet. This always brings joy, opening up and enriching the human conscience.

Sturm (Hans Christian Schmid)


Μία ακόμη ενδιαφέρουσα ταινία (συμπαραγωγή Γερμανίας, Δανίας και Ολλανδίας) και κυρίως μια ταινία που καιρός ήταν να γίνει. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την Πρώην Γιουγκοσλαβία που εδρεύει στην Χάγη απασχολεί πυκνά συχνά την επικαιρότητα, αλλά μέχρι τώρα μόνο περιθωριακά είχε αποτελέσει το αντικείμενο μιας ταινίας. Η ταινία βεβαίως δεν είναι ντοκιμαντέρ και δεν γίνεται ποτέ βαρετή, αλλά αποδίδει με έναν αληθοφανή και ρεαλιστικό τρόπο τις λεπτές ισορροπίες και συμβάσεις που διατρέχουν το έργο ενός οποιουδήποτε Δικαστηρίου αλλά και ειδικότερα του συγκεκριμένου: τη διαφορά που έχει το "δίκιο" από το "δίκαιο", τα προβλήματα απόδειξης και τήρησης των δικονομικών κανόνων, την ισορροπία ανάμεσα στην δικαίωση των θυμάτων και τον σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας των κατηγορουμένων, την αντίθεση μεταξύ προσωπικής ακεραιότητας και θεσμικής αποτελεσματικότητας, μεταξύ απόδοσης δικαιοσύνης και πολιτικής δράσης. Κάποιες στιγμές (ιδίως στους διαλόγους μεταξύ εισαγγελίας και δικηγόρων) η ταινία θυμίζει κάτι από τα μυθιστορήματα του John Grisham και τις κινηματογραφικές τους μεταφορές, κυρίως όσον αφορά τον ρεαλισμό όμως και χωρίς τίποτε αμερικανιές. Πολύ καλές ερμηνείες από τους πρωταγωνιστές, με πρώτη και καλύτερη την Kerry Fox, την οποία θυμόμαστε και από το Intimacy του Patrice Chereau. Και η οποία btw είχε παίξει και στο Welcome to Sarajevo του Michael Winterbottom το 1997...Εξαιρετικός και ο Stephen Dillane στο ρόλο του αντεισαγγελέα του Δικαστηρίου.
Εκτός όμως από τη λειτουργία του Δικαστηρίου, η ταινία καταπιάνεται με κάποια ίσως σημαντικότερα θέματα, όπως τη σημερινή εκρηκτική πολιτική κατάσταση στη Βοσνία, τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην ενταξιακή πορεία των πρώην γιουγκοσλαβικών χωρών, και κυρίως τη ζωή των ίδιων των θυμάτων, που πολλές φορές ενώπιον του Δικαστηρίου καλούνται να αναβιώσουν μνήμες πάνω από 15 ετών, μνήμες που προσπαθούν να ξεχάσουν για να συνεχίσουν τη ζωή τους. Οι ενδιαφέρουσες αντιθέσεις και ισορροπίες της ταινίας συνοψίζονται στον εξής διάλογο μεταξύ της εισαγγελέως Hannah Maynard (Kerry Fox) και του αντεισαγγελέα Keith Haywood (Stephen Dillane), με αφορμή τη μαρτυρία μιας Βόσνιας γυναίκας, βασικού μάρτυρα κατηγορίας στη δίκη εναντίον ενός σερβοβόσνιου πρώην στρατιωτικού διοικητή με πολιτικές φιλοδοξίες:
- She needs to tell her story! - This is a Court, not fucking psychotherapy! Ή κάπως έτσι τέλος πάντων... Hans-Christian SCHMID
«One of the main reasons for me for making and also watching films in cinema is that they can tell an audience how diverse our lives in different countries and circumstances can be. I am very interested in seeing how individuals get along in diverging societies, when they are confronted with all kinds of social and economic changes. I like to be part of their -sometimes poetic and sometimes very real- lives and fates, and how they are told by filmmakers all over the world. Films need to travel and the LUX Prize can help a great deal to make these films be seen and understood all over Europe. What more could one ask for?»

Για την ιστορία, το βραβείο κέρδισε το Welcome του Philippe Lioret.
Γ.Κ.

24/11/09

50ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

Δυστυχώς, ο ανταποκριτής σας στη Θεσσαλονίκη ασθένησε από έναν τρισκατάρατο ιό και έτσι πρόλαβε να δει ελάχιστες ταινίες. Παρ' όλα αυτά, θα σας γράψει δύο λόγια γι' αυτά τα αξιόλογα που είδε.

Samson and Delilah (Warwick Thornton, 2009)



Το φετινό τμήμα Focus του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ήταν αφιερωμένο στην post-romance αισθητική, δηλαδή μια τάση αναδιαπραγμάτευσης των "ρομαντικών" ταινιών, όπου ρομαντικές ταινίες είναι κατά τους διοργανωτές εκείνες που παρουσιάζουν την αιώνια ιστορία "αγόρι-αγαπάει-κορίτσι, κορίτσι-αγαπάει -αγόρι". Μια τέτοια περίπτωση ήταν και η ομολογουμένως πολύ πρωτότυπη "μετα-ρομαντική" ταινία Samson and Delilah Warwick Thornton από την Αυστραλία, η οποία άλλωστε βραβεύτηκε και με τη Χρυσή Κάμερα στις Κάννες. Στις αρετές της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του σκηνοθέτη είναι η εξαιρετική φωτογραφία της, το ευαίσθητο, βωβό σχεδόν, σενάριο και οι ενδιαφέρουσες παρουσίες των πρωταγωνιστών. Και είναι ευαίσθητο το σενάριο, όχι λόγω της ιδιόμορφης ερωτικής ιστορίας, αλλά επειδή μέσα από αυτήν θίγεται το ζήτημα του αποκλεισμού και της περιθωριοποίησης των Αβορίγινων και προβάλλεται μια Αυστραλία που οι ίδιοι οι Αυστραλοί προτιμούν να αγνοούν. Το θέμα της οικειοποίησης και της εκμετάλλευσης της τέχνης των ιθαγενών, όπως και το θέμα του εθισμού σε ουσίες που έφερε ο δυτικός πολιτισμός είναι θέματα που επαναλαμβάνονται σε όλες τις ιστορίες αποικιοκρατίας.




A Short Film about the Indio Nacional (2005) & Independencia (2009) - Δύο ταινίες του Raya Martin




Το φετινό φεστιβάλ μας έδωσε επίσης τη δυνατότητα να εντρυφήσουμε στον φιλιππινέζικο κινηματογράφο. Πρόλαβα ωστόσο να εντρυφήσω μόνο σε έναν από τους δημιουργούς, τον Raya Martin, βλέποντας τις 2 από τις 3 ταινίες του που παρουσιάστηκαν στο Φεστιβάλ. Το A Short Film about the Indio Nacional και το Independencia είναι τα δύο πρώτα μέρη μιας ιστορικής τριλογίας, που πραγματεύεται τρεις διαφορετικές εποχές της αποικιοκρατίας στις Φιλιππίνες. Το φιλόδοξο σχέδιο του νεαρού σκηνοθέτη είναι κάθε εποχή να παρουσιαστεί και με αντίστοιχο τρόπο κινηματογράφησης, να τις εντάξει σε μια διαφορετική εποχή του κινηματογράφου. Η πρώτη, η οποία αναφέρεται στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου, ανήκει στον βωβό κινηματογράφο. Η δεύτερη, που αναφέρεται στην αμερικανική κατοχή, ανήκει στον κινηματογράφο των studio της δεκαετίας του 30. Και φυσικά κάθε μία υιοθετεί τους αντίστοιχους κινηματογραφικούς κώδικες της εποχής, κάτι που γίνεται αναμφίβολα με εξαιρετικά πετυχημένο τρόπο. Ωστόσο, πρέπει να πω ότι δεν ευχαριστήθηκα την πρώτη ταινία όσο ευχαριστήθηκα τη δεύτερη. Ίσως το πρώτο δεκαπεντάλεπτο της ταινίας, που δείχνει επίμονα ένα ζευγάρι να κοιμάται, να με πέταξε έξω, όπως μάλλον έδιωξε και πολλούς θεατές από την αίθουσα. Είναι σίγουρο ότι οι ταινίες αυτές του Φιλιππινέζου σκηνοθέτη είναι μάλλον απαιτητικές από τον μέσο θεατή και απευθύνονται σε ένα πιο σινεφίλ κοινό, όπως παραδέχτηκε ο ίδιος και η παραγωγός του. Και το κοινό του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης δεν ανταποκρίθηκε με τον καλύτερο τρόπο. Και αν το καταλαβαίνω σε ένα βαθμό για την πρώτη βωβή και αρκετά κουραστική ταινία, το δεύτερο μέρος της τριλογίας ήταν κατά τη γνώμη μου ένα μικρό αριστούργημα, παρουσιάζοντας την εισβολή των Αμερικανών στρατιωτών σε ένα δάσος όπου ζει απομακρυσμένη μια οικογένεια αυτόχθονων σαν μια μεταφυσική εμπειρία, χρησιμοποιώντας με πολύ έξυπνο τρόπο τα τεχνητά ντεκόρ, την επιβλητική μουσική, φτάνοντας σε μια σύνθεση που μπορεί να λογιστεί ως αφιέρωμα στα Παιδικά χρόνια του Ιβάν του Ταρκόφσκι. Πάντως, θα ήταν σίγουρα πιο ενδιαφέρον αν παρακολουθούσε κανείς τις ταινίες αυτές γνωρίζοντας λίγο πολύ το φιλόδοξο σχέδιο του σκηνοθέτη, όσο και την ιστορία του φιλιππινέζικου κινηματογράφου. Όπως μας εξήγησε ο σκηνοθέτης, ολόκληρο το κινηματογραφικό αρχείο των Φιλιππινών μέχρι τη δεκαετία του '40 κάποια στιγμή καταστράφηκε και διασώθηκαν ελάχιστες ταινίες αρχείου (μία από τις οποίες βλέπουμε και στο Independencia). Εξ ου και ο φόρος τιμής του νεαρού δημιουργού σε αυτό το χαμένο κινηματογραφικό κόσμο, ο οποίος θα μπορούσε να μοιάζει με τις ταινίες του.



Ex-Yugoslavian Experimental


Το ενδιαφέρον του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για το βαλκανικό σινεμά είναι δεδομένο. Και όταν μάλιστα μας γνωρίζει σπάνιες πειραματικές ταινίες του παρελθόντος, δικαιώνει τον ερευνητικό χαρακτήρα ορισμένων τμημάτων. Το πραγματικό highlight αυτής της σειράς προβολών πειραματικών μικρού μήκους ταινιών από τη Γιουγκοσλαβία της δεκαετίας του 70 ήταν το Healthy People Ready for Fun του Karpo Godina, ο οποίος παρέστη και στο φεστιβάλ. Είναι ένα αφιέρωμα στην επαρχία της Βοϊβοντίνα, που αποτελείται από πορτραίτα όλων των εθνοτήτων που ζουν στην περιοχή, οι οποίες κάθε φορά παρουσιάζονται από το τραγούδι (καταπληκτική παρεμπιπτόντως η μουσική) "Αγαπάμε τους Ρώσους, οι Ρώσοι μας αγαπάνε", "Αγαπάμε τους τσιγγάνους, οι τσιγγάνοι μας αγαπάνε", σε πολύ όμορφα στατικά πλάνα που μοιάζουν με φωτογραφίες. Ο σκηνοθέτης φαίνεται να θέλει να εκθέσει την προπαγανδιστική θέση της γιουγκοσλαβικής κυβέρνησης, σύμφωνα με την οποία η Γιουγκοσλαβία αποτελείται από ένα έθνος, ενωμένο και αδιαίρετο. Και το τέλος ουσιαστικά της ταινίας, προέβλεπε την αναπόφευκτη πτώση του ανατολικού μπλοκ.

Μία άλλη συλλογική δημιουργία σπάνιας αξίας, η υλοποίηση της οποίας επίσης χρεώνεται στον Karpo Godina, είναι το I Miss Sonja Henie. Ο τρόπος που έγινε αυτή η ταινία, αλλά και τα ονόματα που συμμετείχαν φαίνεται σήμερα αρκετά απίστευτος. Όπως περιγράφει ο Godina, ως οικοδεσπότης του Φεστιβάλ του Βελιγραδίου του 1972, ζήτησε από τους καλεσμένους του (μεταξύ των οποίων ο Makavejev, ο Forman με τον ηθοποιό του Buck Henry, o Paul Morissey και ο Frederick Wiseman) να συμεισφέρουν σε μια συλλογική ταινία, όπου θα γύριζαν ο καθένας μια μικρή ταινία 3 λεπτών, με όποιους ηθοποιούς ήθελαν και μοναδικό περιορισμό να ακούγεται η ατάκα-τίτλος της ταινίας και γυρισμένη σε συγκεκριμένο σκηνικό. Ο Karpo Godina στη συνέχεια θα μόνταρε αυτό το υλικό, το οποίο όμως προβλήθηκε ολοκληρωμένο μόλις τα τελευταία χρόνια και κάνει πλέον τον γύρο των φεστιβάλ, μαζί με το making off του. Μπορεί το περιεχόμενο της ταινίας από μόνο του να μην έχει τόσο ενδιαφέρον, αλλά για τις συνθήκες δημιουργίας, γι' αυτόν τον αέρα ελευθερίας που έπνεε στη Γιουγκοσλαβία εκείνης της εποχής, έχει ανεκτίμητη ιστορική αξία. Μπορείτε να το δείτε εδώ, δε 2 μέρη.


Medalia de onoare (Peter Calin Netzer, 2009)


Άφησα για το τέλος την πιο ενδιαφέρουσα ίσως ταινία που είδα και ήταν τελικά και αυτή που απέσπασε τον αργυρό Αλέξανδρο, βραβείο σεναρίου και βραβείο ανδρικής ερμηνείας (δικαιώνεται για άλλη μια φορά ο θαυμασμός του μπλογκ μας για τον νέο ρουμανικό κινηματογράφο). Το Μετάλλιο Τιμής λοιπόν είναι η ιστορία ενός ηλικιωμένου Ρουμάνου που λαμβάνει ένα τιμητικό μετάλλιο για τον ηρωισμό του στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο πρωταγωνιστής, αν και απορεί στην αρχή γιατί τιμήθηκε, στη συνέχεια αρχίζει να νιώθει περήφανός για το μετάλλιό του, να διηγείται τα ανδραγαθήματά του, βελτιώνει τη σχέση του με τη γυναίκα του και τον γιο του που ζει στο εξωτερικό και πηγαίνει στον ίδιο τον πρόεδρο της Ρουμανίας για να ζητήσει (ως ήρωας πολέμου) την επίλυση του προβλήματος θέρμανσης της πολυκατοικίας του. Μια μέρα όμως μαθαίνει ότι τελικά το μετάλλιο δεν ήταν παρά ένα λάθος και η περηφάνια του καταρρέει, λίγες μέρες πριν την επιστροφή του γιου του στην πατρίδα. Αυτή την απλή ιστορία πραγματεύεται με πολύ έξυπνο και διεισδυτικό τρόπο ο Calin Peter Netzer, στη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του. Αφενός με τα μεγάλης διάρκειας πλάνα του, με αποκορύφωμα το τελικό μονοπλάνο, το οποίο αποτελεί σπάνιο σκηνοθετικό επίτευγμα, που θα έπρεπε να διδάσκεται σε σχολές. Αφετέρου με την αυθεντικότητα με την οποία αντιμετωπίζει το θέμα του, με τις επιλογές των ηθοποιών και με τους αληθινούς χαρακτήρες του (ο ηθοποιός που παίζει τον πρόεδρο δεν είναι άλλος από τον πρώην πρόεδρο της Ρουμανίας!). Το Μετάλλιο Τιμής έρχεται να προστεθεί στη σειρά των ρουμανικών ταινιών κοινωνικής σάτιρας, που δεν σταματούν να μας εκπλήσσουν.
Μ.Μ.