5/10/08

Hunger (Steve Mcqueen, 2008)


Στη σκιά των μεγάλων ονομάτων που εμπλέκονται στις νέες κυκλοφορίες της Αθήνας, Coppola (δυστυχώς το είδαμε προ καιρού), Cohen, Michael Leigh (δεν τα έχουμε δει ακόμα, εσείς ΑΤ; Χαθήκαμε, ΑΑΑΑ!!!), βγήκε και η πολυσυζητημένη στις φετινές Κάννες πρώτη ταινία του εικαστικού Steve McQueen, Hunger. Η επιμονή στον προσδιορισμό εικαστικός, όπου διαβάζουμε για την ταινία, δεν είναι τυχαία. Γιατί ο Βρετανός σκηνοθέτης ελάχιστα εστιάζει στο πολιτικό υπόβαθρο της ιστορίας του - δηλαδή την έκρυθμη πολιτική κατάσταση στην Ιρλανδία των αρχών της δεκαετίας του 80 με τις πολιτικές δολοφονίες και την άγρια καταστολή - αντίθετα δίνει ιδιαίτερη σημασία στο εικαστικό αποτέλεσμα του έργου του, που πράγματι είναι αξιοθαύμαστο.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. O Steve McQueen επικεντρώνει την αφήγησή του στις αντιδράσεις των ιρλανδών πολιτικών κρατουμένων στις φυλακές υψίστης ασφαλείας Maze μετά από την κατάργηση των ειδικών δικαιωμάτων που διατηρούσαν μέχρι τότε και την περαιτέρω αντιμετώπισή τους ως κοινών εγκληματιών. Οι πιο χαρακτηριστικές από αυτές ήταν η "διαμαρτυρία της κουβέρτας", όπου οι κρατούμενοι αρνούνταν να φορέσουν τις στολές του φυλακισμένου και ντύνονταν με τις κουβέρτες τους, και η "απεργία πλυσίματος". Ήδη οι δύο αυτές μορφές διαμαρτυρίας προσδίδουν μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα στην ταινία, αλλά ακόμα περισσότερο ο "εικαστικός" κινηματογραφιστής θα εκμεταλλευτεί την επάλειψη από τους κρατουμένους των τοίχων των κελιών τους με κόπρανα, που παρουσιάζεται ως μια ιδιαίτερη μορφή ιδρυματικής τέχνης, ή το άδειασμα των κουβάδων με τα ούρα στο διάδρομο, που δίνει αφορμή για ένα υπέροχο(!) αργό τράβελινγκ. Η ταινία κορυφώνεται με την έσχατη μορφή διαμαρτυρίας εκ μέρους των κρατουμένων, που θα γράψει τα ονόματά τους στην ιστορία (και ιδιαίτερα του Μπόμπι Σαντς, που είναι ο πρωταγωνιστής και πρώτος νεκρός), και δεν είναι άλλη από την απεργία πείνας.
Είναι εμφανές ότι ο κύριος σκοπός του Steve McQueen ήταν να εστιάσει στις λειτουργίες του σώματος και στη χρήση του ως μέσο αντίστασης. Γι' αυτό και όλη η ταινία περιστρέφεται γύρω από το σώμα - την αφόδευση και τα ούρα, τα ζιζάνια, το κρύο, το ντύσιμο και το σκέπασμα, τη σωματική έρευνα, το ξύλο από τους δεσμοφύλακες και τα τραύματα που τους προκαλούν (αλλά και τα τραύματα του ίδιου του δεσμοφύλακα, ψυχικά και σωματικά που τονίζονται ίσως με υπερβολική έμφαση), και τελικά την εθελούσια πείνα. Το μόνο σημείο στο οποίο εξετάζει το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της εποχής είναι ουσιαστικά στο, εικοσάλεπτο σχεδόν, σταθερό μονοπλάνο του διαλόγου μεταξύ του Μπόμπι Σαντς και του ιερέα. Άψογα σκηνοθετημένος, ο διάλογος περιορίζεται στο θέμα της ατομικής ευθύνης απέναντι στο κοινωνικό σύνολο και στην έννοια της αυτοκτονίας και της αυτοθυσίας, και σε ποιο βαθμό δικαιολογείται από τους συγκεκριμένους στόχους. Συζήτηση περί πολιτικής δηλαδή δεν γίνεται, και μάλλον αυτό είναι απολύτως θεμιτό, εξάλλου έχουμε δει αρκετές ταινίες που συζητούν περί IRA και στην πλειονότητά τους δεν ήταν καλύτερες από το Hunger. Εκεί που έχω την προσωπική μου ένσταση είναι κατά πόσο είναι θεμιτό να κινηματογραφείς (ή να ζωγραφίζεις ή να φωτογραφείς, κλπ) την φρίκη με ωραίο τρόπο. Ίσως γι΄αυτό και τελικά η ταινία ούτε με σόκαρε ούτε με συγκίνησε. Εικαστικά ήταν εξαιρετική, αλλά μάλλον αυτό δεν αρκεί.
Μ.Μ.

1 σχόλιο:

Unknown είπε...

εμένα με σόκαρε. και με συγκίνησε (?). νομίζω όμως οτι η σημασία που δόθηκε στο σώμα, και πώς αυτό όπως λες χρησιμοποιείται ως μέσο αντίστασης με εμπόδισε από να μπω πιο μέσα. είναι και θέμα προσωπικό βέβαια του καθενός, αλλά ένιωσα μια ψύχρα, μια απουσία, αντι για την ζέστη και το πάθος και την ένταση που αντιπροσώπευε (?) ο Μπόμπ. η μόνο στιγμή έντασης (έστω και εξωτερικής) που ένιωσα να ζω ήταν η στιγμή που δεν δέχονται τον συμβιβασμό και τα κάνουν όλα κομμάτια. εσωτερική ένταση δεν έφτασε ιδιαίτερη σε μένα. σε όλη την υπόλοιπη ταινία είδα ένα σώμα να καταρρέει , να βρωμάει, να πεινάει, να αιμορραγεί. καλή προσπάθεια όμως του στιβ κι αν ρωτήσει να του πεις τα καλύτερα.