30/10/08

William Dieterle
- οι επιρροές του γερμανικού κινηματογράφου στο Χόλλυγουντ

Κάνοντας λόγο για τις επιρροές του γερμανικού κινηματογράφου στο χολλυγουντιανό σινεμά, συνήθως περιορίζουμε τη συζήτηση είτε σε πολύ συγκεκριμένα κινήματα και αισθητικές προσεγγίσεις (σχέση του γερμανικού εξπρεσσιονισμού με το film-noir ή τον φανταστικό κινηματογράφο, χρήση φωτισμού και ντεκόρ, Kammerspiel), είτε σε πολύ συγκεκριμένα πρόσωπα (κυρίως στον Fritz Lang, πιο σπάνια στους F. W. Murnau, Josef von Sternberg ή Ernst Lubitsch, ο πρώτος χρονικά σκηνοθέτης με καριέρα στην Ευρώπη που προσκαλείται στην Αμερική, καθώς και στους λίγο μεταγενέστερους Otto Premminger και Billy Wilder).
Στη σκιά των ονομάτων αυτών, αρκετοί σκηνοθέτες γερμανικής καταγωγής παραμένουν σήμερα άγνωστοι, παρά το σημαντικό και πλούσιο έργο τους. « Βασιλιά » των παραγνωρισμένων αυτών δημιουργών θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τον Michael Curtiz (γεννηθείς ως Mihály Kertész στην Βουδαπέστη, τότε Αυστρο-Ουγγαρία), η αμερικάνικη φιλμογραφία του οποίου περιλαμβάνει 108 ταινίες, μεταξύ των οποίων και μια από τις καλύτερες ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου : το Casablanca (1941).
Την περίοδο που ο Curtiz σκηνοθετεί τη μια ταινία μετά την άλλη, αποκτώντας τη φήμη του πιο αξιόπιστου και παραγωγικού σκηνοθέτη των Warner Bros., το στούντιο υπογράφει συμβόλαιο με έναν ακόμη Γερμανό δημιουργό : τον William (Wilhelm) Dieterle.

Μαθητής του θεατρικού σκηνοθέτη Max Reinhardt και του Murnau στο Βερολίνο, ο Dieterle ξεκινά να σκηνοθετεί στην Αμερική στις αρχές της δεκαετίας του 30, περνώντας σχεδόν από όλα τα κινηματογραφικά είδη και προσφέροντάς μας μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες -και ιδιαίτερα σπάνιες- ταινίες της λεγόμενης ‘B’ κατηγορίας. Το 1935 μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το The Story of Louis Pasteur με τον Paul Muni στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η αναπάντεχη κριτική και εμπορική επιτυχία του Pasteur θα καθιερώσει ουσιαστικά ένα καινούργιο είδος, την βιογραφική ταινία (στα αγγλικά biopic), ενώ ο Bertolt Brecht θα σημειώσει χαρακτηριστικά ότι ο Dieterle « κατορθώνει να δραματοποιήσει τα μικρόβια ». Παράλληλα όμως η επιτυχία αυτή θα « εγκλωβίσει » τον σκηνοθέτη στο συγκεκριμένο είδος, καθώς θα ακολουθήσουν συνολικά άλλες 6 βιογραφικές ταινίες, ανάμεσα στις οποίες το The Life of Emile Zola (1937) και το Juarez (1939), γεγονός το οποίο έκανε τους κριτικούς να τον ονομάσουν « Πλούταρχο του Χόλλυγουντ ».

« Κάθε ταινία του είναι και μια πράξη θάρρους » θα σχολιάσει ο Brecht. Το 1937 θα γυρίσει το εξαιρετικό Blockade, μοναδική αμερικανική ταινία γύρω από τον Ισπανικό Εμφύλιο η οποία τάσσεται με το μέρος των Δημοκρατικών Δυνάμεων. Λόγω της έντονης πολιτικοποίησης και της αντιναζιστικής του δράσης, οι ταινίες του θα απαγορευτούν στην πατρίδα του από το Τρίτο Ράιχ, ενώ αργότερα ο ίδιος θα υπάρξει θύμα του μακαρθισμού. Θα ήταν όμως άδικο το να περιορίσουμε το έργο του στον πολιτικό κινηματογράφο.

Το The Hunchback of Notre Dame (1939), με τον εκπληκτικό Charles Laughton στο ρόλο του Κουασιμόδου, είναι μια από τις πιο εμπορικές ταινίες του Dieterle (αξίζει να παρατηρήσει κανείς σε πόσο σημαντικό βαθμό η εκδοχή της Disney έχει επηρεαστεί από την εικονογραφία αυτής της ταινίας), η οποία ταυτόχρονα παρουσιάζει και τις δύο βασικές επιρροές του: τη διεύθυνση πλήθους και την χρήση της δυναμικής του χώρου που κληρονομεί από τον Max Reinhardt, και τη σχεδόν «μαγική » κίνηση της κάμερας και τη χρήση του κιαροσκούρο που βρίσκουμε στον κινηματογράφο του Murnau.

Πολλές από τις ταινίες του αποτελούν ιδιότυπα αμαλγάματα των ιδεολογικών και πολιτικών του τοποθετήσεων –συχνά στα όρια του διδακτισμού-, με τον φανταστικό ή ρομαντικό κινηματογράφο. Έτσι, η μεταφορά του Faust στην αμερικάνικη επαρχία στο The Devil and Daniel Webster (1941), δίνει στο σκηνοθέτη τη δυνατότητα να γυρίσει το πιο προσωπικό και ολοκληρωμένο έργο του, στο οποίο η αισθητική και η πλαστικότητά του συναντούν τις κοινωνικές του πεποιθήσεις, και το αμερικάνικο φολκλόρ « μπλέκεται » περίτεχνα με τo γερμανικό μπαρόκ.
Λίγο αργότερα, στη συνεργασία του με τον παραγωγό David O. Selznick, το ρομαντικό στοιχείο και οι σουρεαλιστικές ονειροπολήσεις στο Love Letters (1945) και στο Portrait of Jennie (1948), θα τον φέρουν αρκετά κοντά στον κινηματογράφο του Alfred Hitchcock (κυρίως στο Rebecca και το Vertigo). Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Luis Bunuel θα συμπεριλάβει τις δύο αυτές ταινίες στις αγαπημένες του.

Κατά τη δεκαετία του 50 ο Γερμανός δημιουργός αντιμετωπίζει προβλήματα λόγω των πολιτικών του θέσεων, τα στούντιο τον εμπιστεύονται δύσκολα και έτσι οι τελευταίες του ταινίες δεν είναι ισάξιες του προγενέστερου έργου του.
Ωστόσο, παρόλο που η κριτική τείνει να τον χαρακτηρίζει ως « τεχνίτη, αλλά όχι καλλιτέχνη », ο Dieterle είναι ένας από τους πλέον παραγνωρισμένους ευρωπαίους δημιουργούς του Χόλλυγουντ, που κατάφερε να συνδυάσει επιτυχημένα τις ευρωπαικές φόρμες με τις αμερικάνικες τεχνικές, διατηρώντας πάντα ένα έντονα προσωπικό ύφος στις ταινίες του.

A.T.

1 σχόλιο:

ID είπε...

Καταθέτω εδώ τα ειλικρινή μου συγχαρητήρια για την προσπάθεια, την ευαισθησία και την παιδευτική λογική κριτικής του κινηματογράφου που φαίνεται να σας διαπνέει.

(Κι ο Dieterle είναι αλήθεια ένας τόσο "άγνωστος" δημιουργός της κλασσικής εποχής)