28/10/13

La vie d'Adèle (Abdellatif Kechiche, 2013)

Είμαι από τους φανατικούς του Kechiche, οπότε ίσως δεν είμαι αντικειμενικός. Γι' αυτό και είχα προσπαθήσει να αγνοήσω τα όσα είχαν ακουστεί γύρω τα γυρίσματα της ταινίας πριν πάω να την δω. Βέβαια είχαν φτάσει στα αυτιά μου και ασφαλώς επηρεάσει την οπτική μου. Είναι αναπόφευκτο, όταν έχει ακουστεί λίγο πολύ ότι ο σκηνοθέτης "βασάνισε" τις πρωταγωνίστριες του για να επιτύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα και ταυτόχρονα ότι ήταν τυραννικός απέναντι στους τεχνικούς του, να ψάχνεις ως θεατής στην ταινία τα αποτυπώματα αυτής της συμπεριφοράς και να είσαι επιφυλακτικός απέναντι στο όποιο αποτέλεσμα. Και να αναρωτιέσαι: είναι προσποιητό δάκρυ αυτό που κυλάει από τα μάτια της ηθοποιού ή είναι προϊόν της κακομεταχείρισής της; Ή μετά γιατί περίμεναν οι δύο ηθοποιοί και οι τεχνικοί να μιλήσουν λίγες μέρες αφού παρουσιάστηκε η ταινία στις Κάννες, όπου και απέσπασε τον Χρυσό Φοίνικα; Όποια και αν είναι η αλήθεια, θα κυνηγά και το σκηνοθέτη και τις ηθοποιούς στη συνέχεια της καριέρας τους. Αλλά εμάς λίγο μας αφορούν όλα αυτά, σχετικά με την αξία της ταινίας. Πάντως, εκ των υστέρων, διάβασα εδώ την απάντηση του Kechiche στις κατηγορίες απέναντί του, και είναι αρκετά αποκαλυπτική, αν και πιθανόν ολίγον υπερβολική, αγγίζοντας τα όρια της παράνοιας (αν και ο ίδιος προτιμάει να χαρακτηρίζεται παρανοϊκός παρά τύραννος). Αντεπιτίθεται τόσο στην κακομαθημένη σταρ Léa Seydoux, όσο και σε έναν από τους δημοσιογράφους της Monde που θεωρεί ότι ενορχήστρωσε την επίθεση εναντίον του, έχοντας ίδια συμφέροντα.   

Με αυτά και με αυτά όμως αφιερώσαμε ήδη μια παράγραφο στις αντιδικίες που υποτίθεται δεν μας αφορούν. Διότι αν δεν τα γνωρίζαμε όλα αυτά, θα λέγαμε απλώς για τη μοναδική ικανότητα του Kechiche να αποσπά το 100% από τους ηθοποιούς του, και θα το λέγαμε στηριζόμενοι όχι μόνο στις ερμηνείες της Léa Seydoux και της Adèle Exarhopoulos, αλλά και στις εκπληκτικές παρουσίες ας πούμε της Hafsia Herzi στο "La Graine et le Mulet" ή της Sara Forestier στο "L'Esquive" που ο Kechiche ανέδειξε ως πρωτοεμφανιζόμενες. Εδώ βέβαια έχουμε να κάνουμε με μια ελαφρώς διαφορετική περίπτωση, αφού το "σκάνδαλο" αφορά μεταξύ άλλων και τις σκηνές του λεσβιακού σεξ, μία από τις οποίες μάλιστα διαρκεί κοντά στο δεκάλεπτο. Άρα οι κατηγορίες για τη "δεσποτικη" μέθοδο εργασίας του Kechiche ξυπνάνε αυτόματα εφιάλτες βιασμού, τουλάχιστον ψυχικού. Όπως και γεννούν αναπόφευκτες συζητήσεις για την αντρική ματιά πάνω στον λεσβιακό έρωτα και για το κατά πόσο κατάφερε να αποδώσει πειστικά το θέμα του. Ως μη ειδικός, θα αφήσω τις/τους ειδικούς να κρίνουν. Ως άντρας θεατής, οφείλω να ομολογήσω ότι βρήκα πειστικό τον τρόπο παρουσίασης των διαδοχικών σταδίων που περνά η ηρωίδα, από τη σεξουαλική αναζήτηση στο coming-out, από την αντιμετώπιση της ομοφοβίας στο σχολείο στην αντιμετώπιση του συντηρητισμού της μικροαστικής οικογένειας, από τον παθιασμένο έρωτα στον οδυνηρό χωρισμό, με τη διαφορετική ταξική καταγωγή και καλλιέργεια των ηρωίδων να πλέκει τον ιστό πίσω από όλη τη διαδικασία. Βρίσκω λοιπόν κάπως υποκριτικό το να πρέπει να σταθούμε στην ασυνήθιστα μακράς διάρκεια σκηνή του σεξ και να μην πρέπει να μιλήσουμε για τον -επίσης μακράς διάρκειας- ρεαλισμό της σκηνής του χωρισμού ή της επανεύρεσης των πρωταγωνιστριών. Κατά τη γνώμη μου, αυτές τις δύο σκηνές θα πρέπει να κρατήσουμε για μια κινηματογραφική ανθολογία χωρισμού, για τον πόνο που αποπνέουν και για το σιωπηρό τους πάθος.     
Παρά το θαυμασμό μου για το νέο δημιούργημα του Kechiche, εξακολουθώ να προτιμάω το "La Graine et le Mulet". Η αποτύπωση της ζωής των λαϊκών στρωμάτων είναι κάτι που του ταιριάζει καλύτερα, ενώ έχει και μια σπάνια ικανότητα με τις ομαδικές ιστορίες. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η σκηνοθετική μαεστρία του δεν περιλαμβάνει και τις πιο μοναχικές καταστάσεις. Αφήνοντας την κάμερα να γράφει, πάντα κοντά στους ηθοποιούς, καταφέρνει κάποια στιγμή να βγάλει την ένταση. Παράλληλα, κατάφερε με μια σειρά αυτο-αναφορών εντάσσει στοιχεία από τις προηγούμενες ταινίες του: από την έφηβη που διαβάζει με μανία τον Marivaux, μέχρι την αλληλουχία των συνεστιάσεων που παίζουν καθοριστικό ρόλο στη δομή και στη σημασιοτοδότηση της ταινίας. Η εναλλαγή από τα στρείδια στο σπαγγέτι μπολονέζ δηλώνει πολλά όχι μόνο για την καταγωγή των ηρωίδων και των οικογενειών τους, αλλά για τη διαφορά καλλιέργειας, γούστων, ηλικίας, που θα γίνει τελικά εμπόδιο και στη σχέση τους. Τελικά, πέρα από το πρώτο επίπεδο της ερωτικής σχέσης, το θέμα είναι για μια ακόμη φορά η ενηλικίωση στην οποία ο Kechiche έχει ειδικευτεί. Περιμένω λοιπόν με αγωνία το επόμενο "σκάνδαλο".
Μ.Μ.


7/6/13

Le Passé (Asghar Farhadi, 2013)

Μετά από απουσία ενός χρόνου ακριβώς, έφτασε η ώρα και η ταινία για να επανέλθω με μία επετειακή δημοσίευση. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξαν καλές ταινίες κατά τη διάρκεια της χρονιάς που πέρασε. Για την ακρίβεια, μπορώ να θυμηθώ δύο! Αλλά δεν θα τις αποκαλύψω εδώ, τις κρατάω για να ξαναγράψω όταν μου έρθει έμπνευση.

Δύο χρόνια μετά από το "Χωρισμό" του, o Ασγκάρ Φαραντί επιστρέφει με έναν ακόμα χωρισμό, με την ταινία του αυτή τη φορά να ονομάζεται "Το Παρελθόν". Ο Ιρανός πρωταγωνιστής του έρχεται στη Γαλλία για να ρυθμίσει τις τελευταίες λεπτομέρειες του διαζυγίου του. Εκεί βρίσκει την πρώην σύντροφό του, Μαρί, να συζεί ήδη με τον νέο της άντρα, τον Σαμίρ, και να περιμένει παιδί από αυτόν. Ενώ όμως το διαζύγιο είναι απλά τυπική διαδικασία (αντίθετα με τη δικαστική περιπέτεια του πρωταγωνιστή στο "Χωρισμό"), ο Αχμάντ βρίσκεται στο επίκεντρο της νέας οικογένειας και καλείται να μεσολαβήσει ώστε να αποκατασταθεί η εύθραυστη ισορροπία της. Διότι ο Αχμάντ δεν είναι ο μόνος "εισβολέας" από το παρελθόν, αλλά γίνεται και ο "σύνδεσμος" καθώς καλείται να συνδέσει το παζλ των γεγονότων που οδήγησαν την πρώην γυναίκα του Σαμίρ στην αυτοκτονία και να ξαναστεριώσει τους δεσμούς μεταξύ των μελών της οικογένειας.

Στην τρίτη του ταινία που κυκλοφορεί ευρέως στην Ευρώπη (οι προηγούμενες δύο έχουν κυκλοφορήσει, στη Γαλλία τουλάχιστον, μεταγενέστερα), ο Φαραντί ήδη έχει εδραιωθεί και μέσω των βραβείων που κερδίζει, αλλά και καθιερώνοντας το χαρακτηριστικό ύφος και τις ιδιαίτερές του θεματικές. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα δύο θέματα που ξεχωρίζουν στον κινηματογράφο του είναι η αμφιβολία και η ενοχή. Η αμφιβολία που διαδίδεται, από πρωταγωνιστή σε πρωταγωνιστή και από τους πρωταγωνιστές στον θεατή, και η ενοχή που μετατίθεται από τον έναν στον άλλον. Είναι εμφανές εξαρχής ότι η Μαρί και ο Σαμίρ δεν αποδέχονται τη δική τους ενοχή και έτσι αυτή μετατίθεται στους δευτερεύοντες χαρακτήρες. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο τρόπος που χτίζονται τα σενάρια του Ιρανού σκηνοθέτη αρχίζουν να μοιάζουν με μανιέρα. Αλλά προς το παρόν κάθε φορά είναι κάτι εξίσου φρέσκο που σε καμία περίπτωση δεν κουράζει, αντίθετα κρατάει στη θέση του τον θεατή. Ακόμα και η ιστορία του μεσάζοντα που μεσολαβεί για χάρη ενός δικού του ανθρώπου μου θυμίζει το "Beautiful City", που είναι επίσης η ιστορία μιας μεσολάβησης. Όπως επίσης ο τρόπος με τον οποίον οι πρωταγωνιστές διασχίζουν τις πολεις, είτε βρίσκονται στο Ιράν είτε στη Γαλλία, δίπλα στις γραμμές των τραίνων, στις άκρες των τελευταίων προαστίων. 

Στη σκηνοθεσία αντιστοίχως ο Φαραντί καθιερώνει το προσωπικό του στιλ, εστιάζοντας πάνω απ' όλα στα συναισθήματα. Διακρίνονται δύο βασικά μοτίβα, πάνω στα οποία στηρίζει όλη τη σκηνοθεσία του και τους συμβολισμούς του. Το ένα είναι τα χέρια: από τα πρώτα πλάνα της επανεύρεσης του πρώην ζεύγους στο αεροδρόμιο βλέπουμε το τραυματισμένο και αμήχανο χέρι της πρωταγωνίστριας, χωρίς να μάθουμε καν το λόγο για τον οποίο υποφέρει. Έτσι ο πρώην άντρας της αναλαμβάνει να αλλάζει ταχύτητες στο αυτοκίνητο. Και όπως αναλαμβάνει αυτόν τον ρόλο, έτσι θα αναλάβει να "βάλει το χέρι του" για να βοηθήσει τη γυναίκα του να ξαναστήσει τη ζωή της και να γίνει άθελά του ο καταλύτης στη νέα της οικογένεια, που δεν είναι πια δική του. Όλα περνάνε από τα χέρια, από τη χαλαρή χειραψία με το γιο του Σαμίρ, στη συνέχεια με τη "μη χειραψία" με τον Σαμίρ, στην αποκατάσταση της σχέσης μητέρας-κόρης, στην τρυφερότητα του Σαμίρ όταν κόβει τα νύχια του γιου του, αφού εκείνος του έχει κάνει τις πιο δύσκολες ερωτήσεις, στο υπέροχο πλάνο με το χέρι της Μπερενίς Μπεζό μπροστά στην πόρτα του αγαπημένου της και, πάνω απ' όλα, στο τελευταίο πλάνο, με τα χέρια που κρατάνε στη ζωή ή, αλλιώς, με το παρελθόν που δεν θέλει να αφήσει το μέλλον να ησυχάσει.

Το δεύτερο μοτίβο είναι οι πόρτες και τα παράθυρα που παρεισφρύουν διαρκώς και κόβουν το κάδρο, άλλοτε άνοιχτές, άλλοτε μισάνοιχτες, άλλοτε κλειστές, ανάλογα με τις σχέσεις ανάμεσα στους πρωταγωνιστές, την εγγύτητα ή την απομάκρυνσή τους. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι με όλα αυτά η εικόνα γίνεται υπερφορτωμένη. Ότι ο Ιρανός σκηνοθέτης έχει χάσει την απλότητα των πρώτων ταινιών του και ότι αυτές έχουν χάσει το κοινωνικό τους υπόβαθρο. Όσο αληθή και αν είναι όλα αυτά, παραμένει απολαυστικός και περιμένουμε την επόμενη ταινία του.

MM


3/6/12

De rouille et d'os (Jacques Audiard, 2012)

Θα ξαναπιάσω το νήμα κάπου εκεί που το είχε αφήσει ο συνάδελφος, για χάρη μιας ακόμα γαλλικής ταινίας, που άλλωστε αναφέρεται και αυτή στο θέμα της αναπηρίας, από τη δραματική σκοπιά αυτή τη φορά. Και αν ο τίτλος μιλάει για Σκουριά και Κόκκαλα, εμένα πιο πολύ θα μου ταίριαζε στο περιεχόμενο της ταινίας ο Πάγος και το Γυαλί, με όλα τα συμβολικά τους παράγωγα.

Να εξηγηθώ, ξεκινώντας από τα βασικά: πρόκειται για έναν παρακμιακό μποξέρ-παλαιστή-πορτιέρη-σεκιουριτά (τον εκλπηκτικό Matthias Schoenaerts που γνωρίσαμε ήδη από το Bullhead - να θυμηθώ κάποια στιγμή να σας μιλήσω και γι' αυτό, αξίζει) που γνωρίζει μια εκπαιδεύτρια φαλαινών, η οποία παθαίνει ένα τρομακτικό ατύχημα και μένει ανάπηρη. Όσο και αν το θέμα της αναπηρίας με τρόμαζε πριν δω την ταινία, ο Audiard καταφέρνει να το προσεγγίσει με έναν αρκετά ευαίσθητο τρόπο, εστιάζοντας το βάρος σε κάποιες σκηνές (πχ. τη στιγμή που η Marion Cotillard ξυπνάει στο κρεβάτι του πόνου) ενώ προσδίδει ελαφρότητα σε κάποιες άλλες (στο περπάτημα του Ρόμποκοπ, στις ερωτικές σκηνές). Η σχέση τους χτίζεται και διαμορφώνεται γύρω από τους περιορισμούς και την ψυχρότητα που ο καθένας έχει επιβάλει (την επιγραμματική επικοινωνία μέσω sms, την έλλειψη τρυφερότητας), σαν να τους χωρίζει πάντα ένα γυαλί, σαν να μην έχει σπάσει ποτέ ο πάγος, όχι μόνο μεταξύ τους, αλλά και με τους υπόλοιπους ανθρώπους (βλ. την επιφυλακτική και απόμακρη συνάντηση του ήρωα με την αδερφή του). Αυτό το γυαλί άλλοτε είναι μεταφορικό και άλλοτε γίνεται κυριολεκτικό, είτε είναι το τζάμι του αυτοκινήτου απ' όπου εκείνη τον παρακολουθεί να παλεύει, είτε το πλεξιγκλάς του δελφινάριου απ' όπου ξαναβρίσκει την επικοινωνία με τις φάλαινες.
Θα πρέπει να περιμένουμε το τέλος της ταινίας για να σπάσει ο πάγος, να ραγίσει το γυαλί και να μπει από τη χαραμάδα το συναίσθημα, να γίνει επιτέλους η σχέση ανθρώπινη και να γίνουν και οι δύο ξανά άνθρωποι. Αν εξαιρέσουμε το κοινωνικό κομμάτι της αφήγησης, που αποτελεί μάλλον αφορμή και δεν αλλάζει τίποτα στην κυρίως ιστορία (η διατάραξη της σχέσης του ήρωα με την αδερφή του και οι λόγοι που οδηγούν σε αυτήν), δεν θα συμφωνήσω με τις κριτικές που δέχτηκε γενικά η ταινία στη Γαλλία. Κατηγορήθηκε για την ψυχρότητά της, ενώ στην ουσία αυτό προσπαθούσε να πετύχει ως αντιστάθμισμα στο μελόδραμα. Ίσως έτσι για κάποιους να μετέτρεψε το γυαλί σε γυάλα ή σε δοκιμαστικό σωλήνα όπου ο Audiard ετοίμασε το τελευταίο του πείραμα, έχοντας τους δύο ταλαντούχους ηθοποιούς ως το τέλειο μείγμα. Αυτό βέβαια που έχω ως μόνη κριτική, είναι αυτή η βίαιη καθοδήγηση και χειραγώγηση του θεατή προς την καταστροφή και την τραγωδία, που έχω άλλωστε να προσάψω και στο Bullhead (αλλά είπαμε αυτά θα τα πούμε μια επόμενη φορά). 
M.M.

11/3/12

Άθικτοι (Intouchables - 2011, E. Toledano - O. Nacache)





Για τους Άθικτους ήθελα να γράψω εδώ και καιρό, όταν πρωτοείδα την τανία, ωστόσο ένα σχόλιο που άκουσα ήταν αρκετό για να με αποτρέψει: ‘πρόκειται για το Amelie της χρονιάς’, παρατήρησαν διάφοροι, κριτικοί και μή, σε μια ψιλοαναμενόμενη και εύκολη σύγκριση, η οποία δεν φαίνεται ωστόσο να κολακεύει καμία από τις δυο ταινίες.

Η ταινία των Εric Toledano και Olivier Nacache αποτέλεσε την μεγάλη επιτυχία και έκπληξη της χρονιάς στη Γαλλία, με εξαιρετική πορεία στα εισιτήρια και γενικά διθυραμβικές κριτικές – με λαμπερή εξαίρεση το ‘απαραίτητο’ θάψιμο των Cahiers du cinéma, κριτική η οποία στα μάτια μου τουλάχιστον ‘ανέβασε’ περισσότερο την ταινία...

Feel-good ταινία, που αργά ή γρήγορα (μάλλον το δεύτερο, καθώς ήδη φιγουράρει στη θέση 231 των περιβόητων καλύτερων του IMDB) θα αποκτήσει και κάποια αμερικάνικο remake, το Intouchables προσπαθεί να ‘συμφιλιώσει’ τα πολύπαθα banlieues και τα  ‘γκέτο των λευκών’ του Παρισιού, ισορροπώντας ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα, πατώντας στην επίφαση μιας ‘αληθινής ιστορίας’…

Κάποια κλισέ, μια ουτοπικά αισιόδοξη πλοκή και οι απαραίτητες εναλλαγές κωμικού-τραγικού, σε μια ταινία που προσπαθεί να θίξει τις ταξικές διαφομενων ﷽﷽﷽﷽ καλακτηραι η απααρές των δυο ηρώων, οι οποίες χαρακτηρίζουν άλλωστε και τη σύγχρονη γαλλική κοινωνία, καταλήγοντας ωστόσο σε μια γλυκανάλατη και εύκολη, για κάποιους, λύση.

Ξεπερνώντας όμως αυτά τα προφανή ‘μειονεκτήματά’ του, τα οποία υπερτόνισαν κάποιες κριτικές, ανάμεσά τους και αυτή των Cahiers, το Intouchables παραμένει μια απολαυστική κωμωδία, ίσως από τις καλύτερες που μας έχει δώσει ο γαλλικός κινηματογράφος τα τελευταία χρόνια. Τόσο το δίδυμο των δημιουργών (σκηνοθεσία και σενάριο των Toledano-Nacache), όσο αυτό των πρωταγωνιστών είναι εξαιρετικό, ενώ ο Οmar Sy δίκαια κέρδισε το βραβείο César (πρώτος μαύρος που βραβεύεται από την Γαλλική Ακαδημία, 72 χρόνια μετά το πρώτο αφροαμερικάνικο Oscar). Άλλωστε το να βγάζει έτσι αβίαστα γέλιο μια ταινία με θέμα τη φιλία ενός παραπληγικού, bourgeois εκατομμυριούχου, με έναν πρόσφατα αποφυλακισμένο  ‘αλήτη’ (‘racaille’ κατά τον Σαρκοζί), των banlieues, κρατώντας επιδέξια τις όποιες ισορροπίες, δεν είναι και ό,τι το πιο εύκολο – μου έφερε μάλιστα στο νου το πρόσφατο αμερικάνικο buddy-film 50/50 (του Jonathan Levine, 2011), με πρωταγωνιστή έναν νεαρό καρκινοπαθή.

, ﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽ζεατώντας τις ισορροπίθεον οποαγέλιο
Η ταινία προβάλλεται στη Γαλλία από το Νοέμβριο, θα φιλοξενηθεί σε μερικές μέρες στο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ενώ θα βγει στις ελληνικές αίθουσες στις 29 Μαρτίου… Και είναι ήδη στις αγαπημένες μου για τη φετινή κινηματογραφική σεζόν.
                                          
                                                                                                                            
                                                                                                                            A.T.                                        



29/2/12

Οι αξιοζήλευτες επιδόσεις της γαλλικής κινηματογραφικής βιομηχανίας το 2011


Ο συνήθης ύποπτος, ο τρίτος ''inthesoup'' πλέον Αντώνης Βλάσσης, μας στέλνει από το Montréal μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη  - την οποία δημοσιεύουμε εδώ μεταφρασμένη από τα γαλλικά - για την γαλλική κινηματογραφική βιομηχανία μέσα στο 2011, χρονιά με ρεκόρ τόσο για την παραγωγή ταινιών όσο και για τα εισιτήρια...






Οι αξιοζήλευτες επιδόσεις της γαλλικής κινηματογραφικής βιομηχανίας το 2011



Το 2011 ήταν η χρονιά των ρεκόρ για το γαλλικό σινεμά, πρώτο στην Ευρώπη τόσο σε παραγωγές όσο και σε αριθμό θεατών, με 215,6 εκατομμύρια εισιτήρια, 4,2% περισσότερα από το 2010. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Γαλλικού Κέντρου Κινηματογράφου, η προσέλευση στις αίθουσες αυξήθηκε σημαντικά σε σχέση με το μέσο όρο της τελευταίας δεκαετίας (191,03 εκατομμύρια) και αποτελεί ένα ρεκόρ που δεν είχε απειληθεί εδώ και 45 χρόνια (234,17 εκατομμύρια το 1966). 

Εξάλλου, με 272 εγκεκριμένες ταινίες, η γαλλική κινηματογραφική παραγωγή βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο που έχει φτάσει ποτέ, με μια αύξηση 10 ταινιών σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Η αύξηση αφορά κυρίως δύο κατηγορίες ταινιών, τις διεθνείς συμπαραγωγές που βασίζονται κυρίως σε ξένα κεφάλαια και τις ταινίες που στηρίχτηκαν στη γαλλική πρωτοβουλία και επωφελήθηκαν από την άμεση έγκριση της παραγωγής, δηλαδή την έγκριση που επιτρέπει στις ταινίες χωρίς την προβλεπόμενη ή τη δημόσια χρηματοδότηση να χρηματοδοτηθούν μετά την ολοκλήρωσή τους, έτσι ώστε το σύστημα να ενεργοποιηθεί αυτόματα τη στιγμή της εμπορικής τους εκμετάλλευσης. 

Με λίγα λόγια, το ρεκόρ της παραγωγής ταινιών οφείλεται αφενός στην αύξηση των συμπαραγωγών, με 120 ταινίες από τις 118 το 2010. Οι ταινίες που στηρίχτηκαν κυρίως σε ξένα κεφάλαια φτάνουν σε ιστορικό επίπεδο: με 65 ταινίες από τις 58 το 2010, αναδεικνύουν την ικανότητα του γαλλικού σινεμά να προσελκύει ξένους επενδυτές. 


Άλλωστε, αυξήθηκαν και οι αμιγώς γαλλικές παραγωγές, περνώντας από τις 143 ταινίες το 2010 στις 152 το 2011. Να προσθέσουμε σε αυτό το σημείο ότι οι επενδύσεις που έγιναν σε εγκεκριμένες ταινίες το 2011 υπέστησαν μια μικρή μείωση της τάξεως του 3,5%, στα 1,389 δισεκατομμύρια ευρώ. Επίσης, το 2011, η προσέλευση στις αίθουσες στη Γαλλία αυξήθηκε κατά 21,4% για να φτάσει κοντά στα 90 εκατομμύρια εισιτήρια, δηλαδή το υψηλότερο επίπεδο από το 1984 (94,12 εκατομμύρια). Το μερίδιο των γαλλικών ταινιών στην αγορά είναι επίσης αυξημένο, από 35,7% το 2010 σε 41,6%. Οι αμερικανικές ταινίες με τη σειρά τους, έφτασαν τα 100 εκατομμύρια εισιτήρια το 2011, με 46% ως μερίδιο της αγοράς έναντι 47,6% το 2010. Πέρα από τις γαλλικές και τις αμερικανικές ταινίες, οι υπόλοιπες απέσπασαν το 12,4% των συνολικών εισιτηρίων του 2011 έναντι 16,7% το 2010, ενώ η προσέλευση σε αυτές σημείωσε μείωση της τάξεως του 22,6%, με 26,81 εκατομμύρια εισιτήρια. 

Εξάλλου, σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις της Unifrance, οργανισμού για την προώθηση του γαλλικού σινεμά στο εξωτερικό, τα συνολικά εισιτήρια που έκοψαν οι γαλλικές ταινίες στο εξωτερικό (66 εκατομμύρια), όπως και τα έσοδά τους στο box-office (405 εκατομμύρια ευρώ), αυξήθηκαν σημαντικά σε σχέση με το 2010, από 10% σε 19%. Αυτή η ανοδική πορεία αποσιωπά τα απογοητευτικά αποτελέσματα των ταινιών που γυρίστηκαν στα γαλλικά ή με γαλλική κυρίως χρηματοδότηση. Έτσι, οι γαλλόφωνες ταινίες βρίσκονται σε πτωτική πορεία, έχοντας μόνο το 37% των εισιτηρίων, ενώ οι πέντε πιο πετυχημένες γαλλικές ταινίες του 2011 ήταν αγγλόφωνες: Sans identité (Ο Άγνωστος), Les Trois Mousquetaires (Οι Τρεις Σωματοφύλακες), Colombiana et Carnage (Ο Θεός της Σφαγής). Ανάμεσα στις περιοχές όπου σημειώθηκε αύξηση το 2011, παρατηρήθηκαν καλές επιδόσεις του γαλλικού σινεμά στις αγγλόφωνες χώρες (Ηνωμένες Πολιτείες, Μεγάλη Βρετανία, Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία, στις γαλλόφωνες περιοχές (Βέλγιο, Ελβετία, Καναδάς) και στη Γερμανία. 


Πηγές
« 66M d’entrées pour le cinéma français : un bon résultat à relativiser », Unifrance, 12 janvier 2012; « Fréquentation des salles de cinéma estimations de l’année 2011 », CNC, 3 janvier 2012; « Les premiers chiffres clés de la production cinématographique 2011 », CNC, 18 janvier 2012.


Α.Β.

27/2/12

12 απορίες για τα Όσκαρ (επειδή με πήρε ο ύπνος)

1. Γιατί τα γαλλικά Cesar βράβευσαν την πρωταγωνίστρια του The Artist ενώ τα Oscar τον πρωταγωνιστή; Ήταν μια δίκαιη μοιρασιά ή έχει να κάνει με το γεγονός ότι το αντρικό Cesar ήταν καπαρωμένο από τον Omar Sy, τον πρώτο μαύρο που βραβεύεται στη Γαλλία, 72 ολόκληρα χρόνια μετά το πρώτο αφροαμερικανικό Oscar;
2. Δεν θα πρέπει να αρχίσει να δίνεται και Oscar πρώτου ζωικού ρόλου για να μπορεί να βραβευτεί και αυτό το έρμο το σκυλάκι του TheArtist; Εδώ σε ολόκληρη Γαλλία γίνονται καλλιστεία αγελάδας.
3. Γιατί δεν λογοκρίθηκε το "Putain, génial, merci!" του Jean Dujardin όπως συνηθίζεται με τις αγγλικές βρισιές;
4. Αληθεύει ότι το budget του Artist ήταν 15 φορές μικρότερο από του Hugo;
5. Τι τους έπιασε ξαφνικά με το βωβό κινηματογράφο; Τόσο καιρό δεν γίνονταν βωβές ταινίες;
6. Πού αλήθεια χάθηκε το Drive; Δηλαδή η ερμηνεία του George Clooney ήταν καλύτερη από του Ryan Gosling; Άσε που οριακά θα μπορούσε να περάσει και για βωβή ταινία...
7. Απ'όλους τους ρόλους που έχει παίξει ο Gary Oldman, αυτός;;;
8. Καταλάβατε ποιος ο λόγος ύπαρξης της ταινίας The Iron Lady εκτός από το να πάρει το 3ο όσκαρ της η Meryl Streep;
9. Η επιλογή μιας ιρανικής ταινίας για το ξενόγλωσσο Όσκαρ ήταν πολιτική επιλογή ή πραγματικά εκτιμήθηκε αυτή η καταπληκτική αντι-οσκαρική ταινία; Μίλησε καθόλου ο Ασγκάρ Φαραντί για τον φυλακισμένο συμπατριώτη του σκηνοθέτη;
10. Άραγε οι υπόλοιπες υποψήφιες για το ξενόγλωσσο Όσκαρ ήταν καλύτερες από τις ταινίες των Kaurismaki, Ceylan, Almodovar; Αν ναι, ανυπομονώ να τις δω.
11. Ο Kim Jong Il ήταν πραγματικά παρών στην τελετή;
12. Christopher Plummer;;; (τα ειλικρινή μου συγχαρητήρια σε όποιον θυμήθηκε αυτήν την ταινία και αυτόν το ρόλο για τις υποψηφιότητες)
Μ.Μ.


18/2/12

Περί κινηματογραφικών ειδών και της απουσίας τους στον Ελληνικό Κινηματογράφο




Όταν πριν από κάποιο διάστημα ανέλαβα να επιμεληθώ μια σειρά κειμένων  γύρω από τον ελληνικό κινηματογράφο για λογαριασμό του Larousse - Dictionnaire mondial du Cinéma 2011, ‘ξεσκόνισα’ τις όποιες γνώσεις μου και ξεκίνησα να διαβάζω βιβλία και να παρακολουθώ ταινίες προκειμένου να καλύψω τα κενά τα οποία είχα. Ετοιμάζοντας λοιπόν αυτήν την αναδρομή διαπίστωσα κάτι, το οποίο πάντοτε στριφογύριζε ως ιδέα, ως θαμπή εντύπωση μες στο μυαλό μου και με ενοχλούσε, αλλά ποτέ δεν είχε αποκρυσταλλωθεί: ο ελληνικός κινηματογράφος δεν διέθετε ποτέ ποικιλία ειδών (genres). 
Μπορεί να ακούγεται αρκετά αφοριστικό και ίσως υπερβολικά αυστηρό  για έναν κινηματογράφο με μέσο όρο παραγωγής σήμερα περίπου δεκαπέντε ταινίες με είκοσι ταινίες τον χρόνο. Κάποιοι μάλιστα μπορεί να διαφωνήσουν έντονα, κάνοντας λόγο για την πλούσια πορεία του ελληνικού σινεμά από τις ταινίες ‘φουστανέλας’ και την χρυσή εποχή των παραγωγών του Φίνου, μέχρι τα « films dauteur » και τα ‘σκληρά’ σύγχρονα κοινωνικά δράματα του Γιάννη Οικονομίδη ή του Γιώργου Λάνθιμου. Σε άλλους πάλι μπορεί να φανεί απολύτως φυσιολογικό, θεωρώντας το παράλληλα ως μια σταγόνα στον ωκεανό των προβλημάτων τα οποία αντιμετωπίζει η έβδομη τέχνη στην Ελλάδα. Θα επιχειρήσω λοιπόν να αναπτύξω στο κείμενο αυτό ορισμένες σκέψεις μου γύρω από το ‘ελάττωμα’ αυτό του ελληνικού κινηματογράφου.

Καταρχάς τί εννούμε με τον όρο « κινηματογραφικά είδη » και ποιά είναι αυτά σε γενικές γραμμές ;


(Διαβάστε τη συνέχεια...)