26/3/08

Sátántangó (Béla Tarr, 1994)

Το παρακάτω κείμενο για τη σπάνια αυτή ταινία του Ούγγρου δημιουργού, μας έστειλε ο Γρηγόρης Ρέντης, ο οποίος σπουδάζει σκηνοθεσία στο California Institute of Arts.

Είχα χθες την τύχη να δω τις 7 ½ ώρες του αριστουργηματικού Sátántangó στην μεγάλη οθόνη και να το θαυμάσω μαζί με άλλους 200 πιστούς.

Η ταινία του Béla Tarr, προσαρμοσμένη από το ομότιτλο μυθιστόρημα του László Krasznahorkai, λαμβάνει χώρα σε κάποιο απομονωμένο χωριό της Ουγγαρίας του 1989. Λίγο πριν την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος, η ταινία ακολουθεί την αποτυχία της δημιουργίας ενός συλλογικού αγροκτήματος από μία μικρή ομάδα αποπροσανατολισμένων χωρικών. Όταν τους βρίσκει ο, για δύο χρόνια αγνοούμενος, Ιrimias τους κατευθύνει σύμφωνα με το προσχέδιό του για κέρδος κι ευημερία. Ένα πλάνο που καταλήγει στην παράταση της φτώχειας τους αλλά κατά μία έννοια και στην σωτηρία τους.

Με λιγότερα πλάνα από την κοινή 90λεπτη ταινία, το Sátántangó είναι μία άσκηση στην παράλληλη δράση. Το κύριο μέρος της ταινίας ακολουθεί τα γεγονότα της ίδιας μέρας, αλλάζοντας κάθε φορά σημείο αναφοράς: ένα ερωτικό τρίγωνο, ένας αλκοολικός γιατρός, ένας χαρισματικός απατεώνας κι ένα κοριτσάκι που τριγυρνάει με την δολοφονημένη γάτα του.

Η δομή της ταινίας προέρχεται από αυτή του τάνγκο. Χωρισμένη σε 12 κεφάλαια, που δεν είναι απαραίτητα χρονολογικά εναλλασσόμενα, κάνει 6 βήματα μπροστά και 6 πίσω. Κάτι που ίσως θυμίσει την βραβευμένη με Όσκαρ μικρού μήκους του Πολωνού Zbigniew Rybczynski Tango.

Η ασπρόμαυρη ταινία αποτελείται από περίπου 150 μονοπλάνα που συχνά ακουμπάνε τα 10 λεπτά. Η κινηματογραφική προσέγγιση του Τarr, ειδικά μετά το Damnation (1988), έχει παρομοιαστεί με τις μεταφυσικές τάσεις του Tarkovsky που μέσα από το ρεαλιστικό προβάλλει μία δεύτερη διάσταση, που ο Gilles Deleuze ονόμασε νατουραλιστική. Μία πραγματικότητα που θυμίζει τον κόσμο γύρω μας αλλά είναι αποκλίνουσα. Μία μεγεθυμένη πραγματικότητα να υπογραμμίζει τα λάθη της ανθρώπινης ύπαρξης και σε μερικές περιπτώσεις να επαινεί τα καλά.

Οι χαρακτήρες του Sátántangó είναι έρμαια της πολιτικής κατάστασης. Ζούνε απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο, σε έναν βάλτο της Ανατολικής Ευρώπης. Στην μικρή, ολιγομελή τους κοινότητα κάθε πράξη προσεγγίσει το επικό. Κι η κάμερα του Tarr τους χειρίζεται ακριβώς έτσι, σαν οδηγούς της κατάστασης τους. Τους δίνει την πολυτέλεια να μην βιαστούν να πάρουν αποφάσεις, να αφουγκρασθούν τον χώρο και μαζί με τον θεατή να σκεφτούν τι θα είναι καλύτερο να γίνει από ‘δω και πέρα.

1 σχόλιο:

Γαβριηλ είπε...

ορίστε που 'δούλεωε' τελικά το Rhodian Connection...
γρηγόρη, σε περιμένουμε στη γενέτειρα τον Ιούνιο και - μη σε νοιάζει , θα βρούμε κομπάρσους για την ταινία σου